Διαχείριση της στασιμότητας σε ναρκοθετημένο πλαίσιο - Χαμηλές προσδοκίες και εμπόδια στη διαδικασία για Κυπριακό
Οι θεμελιώδεις διαφωνίες παραμένουν άθικτες - Τα ΜΟΕ αποκαλύπτουν βαθιές πολιτικές διαφορές
Η «αναζωπύρωση» της κινητικότητας στο Κυπριακό, μετά την τριμερή υπό την αιγίδα των Ηνωμένων Εθνών με τη συμμετοχή του Προέδρου της Δημοκρατίας Νίκου Χριστοδουλίδη και του Τουφάν Ερχιουρμάν, εκτυλίσσεται σε κλίμα χαμηλών προσδοκιών και έντονης καχυποψίας. Παρά τις επαφές, τις άτυπες συναντήσεις και τις πρωτοβουλίες που καταγράφονται το τελευταίο διάστημα, το πολιτικό σκηνικό παραμένει βαρύ, με τις βασικές διαφωνίες να εξακολουθούν να καθορίζουν τα όρια της διαδικασίας. Η απουσία ουσιαστικής προόδου δεν συνιστά απλώς συγκυριακή αποτυχία, αλλά αντανακλά βαθύτερα δομικά προβλήματα, τόσο στο περιεχόμενο της διαπραγμάτευσης όσο και στο ευρύτερο γεωπολιτικό πλαίσιο.
Το πλαίσιο της παρούσας φάσης
Η επανεμφάνιση του Κυπριακού στη ατζέντα, έστω και σε χαμηλό επίπεδο, οφείλεται σε συνδυασμό παραγόντων, αφού από τη μiα πλευρά ο ΟΗΕ επιδιώκει να διατηρήσει ανοιχτό το κανάλι επικοινωνίας, αποτρέποντας την πλήρη παγίωση της στασιμότητας, ενώ από την άλλη οι δύο πλευρές επιχειρούν να διαχειριστούν πολιτικά την εικόνα τους, τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό, χωρίς ωστόσο ν’ αναλαμβάνουν δεσμεύσεις που θα μπορούσαν να θεωρηθούν πολιτικά επώδυνες. Η ειδική απεσταλμένη του Γενικού Γραμματέα κινείται εντός αυτών των περιορισμών, δίνοντας έμφαση σε μέτρα οικοδόμησης εμπιστοσύνης και σε διαδικαστικές διευθετήσεις χαμηλής έντασης. Τα Μέτρα Οικοδόμησης Εμπιστοσύνης παρουσιάζονται συχνά ως ενδιάμεσος σταθμός που μπορεί ν’ αποτρέψει την περαιτέρω επιδείνωση του κλίματος και να δημιουργήσει προϋποθέσεις για ουσιαστικό διάλογο. Στην πράξη, όμως, η συζήτηση γύρω από τα ΜΟΕ αποκαλύπτει βαθιές πολιτικές διαφορές.
Η ελληνοκυπριακή πλευρά προσεγγίζει τα ΜΟΕ ως συμπληρωματικό εργαλείο μιας διαδικασίας με σαφή προσανατολισμό στη λύση διζωνικής, δικοινοτικής ομοσπονδίας. Αντίθετα, η τουρκοκυπριακή ηγεσία, σε πλήρη ευθυγράμμιση με την Άγκυρα, τα αντιμετωπίζει ως μέσο εμπέδωσης της «κυριαρχικής ισότητας» και της λογικής των δύο κρατών. Αυτή η απόκλιση καθιστά εξαιρετικά δύσκολη ακόμη και τη συμφωνία σε φαινομενικά τεχνικά ζητήματα, όπως η διάνοιξη νέων σημείων διέλευσης ή η συνεργασία σε επιμέρους τομείς.
Οι προτάσεις και το πολιτικό βάρος
Οι προτάσεις που κατέθεσε η ελληνοκυπριακή πλευρά στοχεύουν, σύμφωνα με κυβερνητικές πηγές, στη δημιουργία θετικού κλίματος και στη σταδιακή αποκατάσταση της εμπιστοσύνης. Ωστόσο, η υποδοχή τους καταδεικνύει το βάθος του αδιεξόδου. Η τουρκοκυπριακή πλευρά δεν απορρίπτει κατ’ ανάγκην το περιεχόμενο όλων των προτάσεων, αλλά θέτει ως προϋπόθεση την πολιτική αναγνώριση που ζητά εδώ και χρόνια. Η στάση αυτή μετατρέπει κάθε συζήτηση σε διαπραγμάτευση επί της βάσης της λύσης και όχι επί των πρακτικών βημάτων. Έτσι, ακόμη και πρωτοβουλίες που θα μπορούσαν να έχουν αμοιβαίο όφελος, εγκλωβίζονται σε μια αντιπαράθεση αρχών, με αποτέλεσμα την αναπαραγωγή της στασιμότητας. Η έννοια της πολιτικής ισότητας, όπως ορίζεται στα ψηφίσματα του ΟΗΕ, αποτελεί ένα από τα πλέον αμφιλεγόμενα ζητήματα της τρέχουσας φάσης. Ενώ θεωρητικά υπάρχει συμφωνία επί της αρχής, η ερμηνεία και η πρακτική εφαρμογή της αποτελούν πεδίο έντονης διαφωνίας.
Κίνδυνος διολίσθησης Ιδιαίτερο προβληματισμό προκαλεί το γεγονός ότι, περισσότερο από πενήντα χρόνια μετά την έναρξη των διαπραγματεύσεων, το Κυπριακό εξακολουθεί να ταλανίζεται από ασάφεια ως προς τη βάση των συνομιλιών. Το ερώτημα δεν είναι πλέον διαδικαστικό, αλλά βαθύτατα πολιτικό. Ποιο ακριβώς πλαίσιο λύσης συζητείται και προς ποια κατεύθυνση οδηγεί η παρούσα διαδικασία; Η αδυναμία αποσαφήνισης της βάσης δημιουργεί συνθήκες δομικής σύγχυσης, εντός των οποίων κάθε «θετική εξέλιξη» κινδυνεύει να λειτουργήσει περισσότερο ως επικοινωνιακή διαχείριση παρά ως ουσιαστική αλλαγή.
Η αισιοδοξία που καλλιεργήθηκε το προηγούμενο διάστημα γύρω από μια υποτιθέμενη μεταστροφή της τουρκικής στάσης δεν επιβεβαιώνεται από τα ίδια τα δεδομένα. Αντιθέτως, οι δημόσιες τοποθετήσεις της Άγκυρας και της τουρκοκυπριακής ηγεσίας επιβεβαιώνουν τη σταθερή απόρριψη της ελληνοκυπριακής θέσης και την προσήλωση στη λογική των δύο κρατών. Το γεγονός αυτό εγείρει εύλογα ερωτήματα ως προς τη στρατηγική αποτίμηση που προηγήθηκε και ως προς το περιεχόμενο της «νέας δυναμικής» που προβλήθηκε.
Παράλληλα, οι προτάσεις που κατατίθενται εκ μέρους της ελληνοκυπριακής ηγεσίας εγείρουν ένα ακόμη πιο σύνθετο ζήτημα. Κατά πόσον συνιστούν πραγματική υπέρβαση του αδιεξόδου ή, αντιθέτως, αναπαράγουν -έστω και με διαφορετική ορολογίαπαλαιότερες τουρκικές θέσεις. Η συζήτηση περί πολιτικής ισότητας, ιδίως σε συνδυασμό με ρυθμίσεις όπως η εκ περιτροπής προεδρία, μετατοπίζεται επικίνδυνα από τη λειτουργική ισότητα προς τη θεσμική ισοτιμία δύο διακριτών συνιστώντων κρατιδίων. Σε ένα ομοσπονδιακό σύστημα, μια τέτοια εξέλιξη δεν αφορά απλώς την κατανομή εξουσιών, αλλά αγγίζει τον ίδιο τον πυρήνα της κυριαρχίας. Το κρίσιμο στοιχείο είναι ότι αυτή η μετατόπιση δεν προέκυψε αιφνιδίως, αλλά αποτελεί προϊόν μακρόχρονης πολιτικής διαδρομής, στην οποία εμπλέκονται διαχρονικά οι ίδιες πολιτικές δυνάμεις. Έτσι, το σημερινό αδιέξοδο δεν είναι μόνο αποτέλεσμα της τουρκικής αδιαλλαξίας, αλλά και της σταδιακής διολίσθησης της ελληνοκυπριακής πλευράς σε ένα πλαίσιο διαπραγμάτευσης που περιορίζει διαρκώς τα περιθώρια ελιγμών της. Η προσπάθεια επαναπροσέγγισης της άλλης πλευράς, χωρίς σαφείς κόκκινες γραμμές, καταλήγει συχνά σε ένα νέο μείγμα θέσεων, πολιτικά πιο δυσμενές από τα προηγούμενα. Υπό αυτό το πρίσμα, η παρούσα διαδικασία εμφανίζεται σε σημαντικό βαθμό παγιδευμένη εκ των προτέρων. Η απουσία ουσιαστικής μεταβολής στη στάση της Τουρκίας, η περιορισμένη αυτονομία της τουρκοκυπριακής ηγεσίας και η εμμονή σε μια δοκιμασμένη και αποτυχημένη μεθοδολογία, ενισχύουν την αίσθηση διαχείρισης της στασιμότητας αντί αναζήτησης λύσης. Χωρίς μια ειλικρινή αποτίμηση των ορίων της υφιστάμενης στρατηγικής και χωρίς την ανάδειξη μιας εναλλακτικής προσέγγισης που να στηρίζεται σε θέσεις αρχών και σε ευρωπαϊκά εργαλεία, η διαδικασία κινδυνεύει να λειτουργήσει ως μηχανισμός σταδιακής νομιμοποίησης της διχοτόμησης.
Ο ρόλος της Τουρκίας και οι γεωπολιτικές παράμετροι
Καμία ανάλυση του Κυπριακού δεν μπορεί να αγνοήσει τον καθοριστικό ρόλο της Τουρκίας. Η στρατηγική της Άγκυρας φαίνεται να εστιάζει στη διατήρηση του υφιστάμενου στάτους κβο, ενισχύοντας παράλληλα τη διεθνή προβολή της θέσης για δύο κράτη. Η προσέγγιση αυτή εντάσσεται σε μια ευρύτερη γεωπολιτική στρατηγική, που συνδέεται με τις σχέσεις της Τουρκίας με την Ευρωπαϊκή Ένωση, τις Ηνωμένες Πολιτείες και τις ισορροπίες στην Ανατολική Μεσόγειο.
Υπό αυτές τις συνθήκες, η τουρκοκυπριακή ηγεσία διαθέτει περιορισμένα περιθώρια αυτόνομης διαπραγμάτευσης, γεγονός που μειώνει περαιτέρω τις πιθανότητες ουσιαστικής μετακίνησης από τις πάγιες θέσεις
Πιθανές εξελίξεις και ρεαλιστικά σενάρια
Σίγουρα, δεν υπάρχει σαφές χρονοδιάγραμμα για τα επόμενα βήματα, παρά μόνο οι τρεις ημερομηνίες που πρότεινε ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας στον Ερχιουρμάν για συνάντηση εντός Φεβρουαρίου. Το πιο πιθανό σενάριο για το άμεσο μέλλον είναι η συνέχιση της διαδικασίας χαμηλής έντασης, με άτυπες επαφές, τεχνικές συζητήσεις και περιορισμένα ΜΟΕ. Η επιλογή αυτή εξυπηρετεί την ανάγκη όλων των εμπλεκομένων ν’ αποφύγουν την πλήρη κατάρρευση της διαδικασίας, χωρίς όμως να προϋποθέτει ουσιαστικές υποχωρήσεις. Οι πρωτοβουλίες που καταγράφονται έχουν περιορισμένο πολιτικό βάθος, ενώ η έλλειψη κοινού πλαισίου αναφοράς, η διαφορετική αντίληψη για την πολιτική ισότητα και ο καθοριστικός ρόλος της Τουρκίας συνθέτουν ένα ιδιαίτερα δύσκολο περιβάλλον.
Υπό αυτές τις συνθήκες, η πρόκληση δεν είναι απλώς η επανεκκίνηση της διαδικασίας, αλλά να μην προστεθεί η νέα πρωτοβουλία στον μακρύ κατάλογο προσπαθειών που διατήρησαν το Κυπριακό «ζωντανό», χωρίς όμως να το φέρουν ουσιαστικά πιο κοντά στη λύση.