Υγεία

Μετά το ΓεΣΥ, η μεγάλη μεταρρύθμιση της ποιότητας: Eθνικό Κέντρο Κλινικής Τεκμηρίωσης

Με τη θεσμοθέτηση του νέου Κέντρου, η Κύπρος αποκτά έναν κεντρικό επιστημονικό βραχίονα που θα καθορίζει με ενιαίο τρόπο τι συνιστά «ορθή ιατρική πρακτική» και θα ελέγχει την τήρησή της, προστατεύοντας έμπρακτα τα δικαιώματα των ασθενών.

Η υγεία δεν κρίνεται μόνο από το κατά πόσον ο πολίτης έχει πρόσβαση σε έναν γιατρό, σε ένα φάρμακο, σε μια διαγνωστική εξέταση ή σε ένα νοσηλευτήριο. Κρίνεται, πρωτίστως, από το κατά πόσον η φροντίδα που λαμβάνει είναι ασφαλής, έγκαιρη, επιστημονικά τεκμηριωμένη, αποτελεσματική και ισότιμη για όλους.

Αυτή ακριβώς είναι η μεγάλη πρόκληση που καλείται σήμερα να αντιμετωπίσει η Κυπριακή Δημοκρατία. Μετά τη θεμελιώδη μεταρρύθμιση του ΓεΣΥ, η οποία άλλαξε καθοριστικά το τοπίο της πρόσβασης στις υπηρεσίες υγείας, η χώρα μας προχωρά επιτέλους στην οικοδόμηση του δεύτερου, εξίσου κρίσιμου πυλώνα ενός σύγχρονου συστήματος υγείας: της διασφάλισης της ποιότητας.

Η πρόσφατη ψήφιση του περί του Εθνικού Κέντρου Κλινικής Τεκμηρίωσης και Ποιότητας Υπηρεσιών Υγείας Νόμου του 2026 συνιστά κάθε άλλο παρά μια ακόμη διοικητική ή γραφειοκρατική προσθήκη. Αποτελεί μια βαθιά θεσμική τομή και, ενδεχομένως, τη σημαντικότερη μεταρρύθμιση στον χώρο της Υγείας μετά την εφαρμογή του ΓεΣΥ. Είναι η μεταρρύθμιση που μπορεί να μετατρέψει την ποιότητα από μια ευχή, μια διακήρυξη ή μια ατομική προσπάθεια κάποιων φωτισμένων επαγγελματιών υγείας, σε οργανωμένη, μετρήσιμη και ελέγξιμη υποχρέωση του κράτους και όλων των παρόχων υπηρεσιών υγείας.

Μέχρι σήμερα, η εφαρμογή κατευθυντήριων οδηγιών, κλινικών πρωτοκόλλων και διαδικασιών ποιοτικού ελέγχου στη χώρα μας παρέμενε σε μεγάλο βαθμό αποσπασματική. Συχνά εξαρτιόταν από την πρωτοβουλία, την εμπειρία, την ενημέρωση και, βεβαίως, την καλή πρόθεση του κάθε επαγγελματία ή οργανισμού. Αυτό, όμως, δε νοείται να αποτελεί το θεμέλιο ενός σύγχρονου, αξιόπιστου και ανθρωποκεντρικού συστήματος υγείας.

Η ποιότητα δε μπορεί να είναι προαιρετική. Δε μπορεί να διαφοροποιείται ανάλογα με το πού ζει ο ασθενής, σε ποιο νοσηλευτήριο απευθύνεται, ποιος γιατρός τον παρακολουθεί ή ποιες δυνατότητες διαθέτει κάθε μονάδα υγείας. Η επιστημονική γνώση, η ασφάλεια και ο σεβασμός στα δικαιώματα του ασθενούς οφείλουν να έχουν κοινή βάση και κοινά πρότυπα για όλους.

Με τη θεσμοθέτηση του νέου Κέντρου, η Κύπρος αποκτά έναν κεντρικό επιστημονικό βραχίονα που θα καθορίζει με ενιαίο τρόπο τι συνιστά «ορθή ιατρική πρακτική» και θα ελέγχει την τήρησή της, προστατεύοντας έμπρακτα τα δικαιώματα των ασθενών.

Αυτό είναι το πραγματικό βάρος και η μεγάλη αξία της μεταρρύθμισης.

Το Κέντρο καλείται να αξιολογεί, να αναπτύσσει και να προσαρμόζει διεθνή κλινικά πρωτόκολλα, κατευθυντήριες οδηγίες και διαδικασίες ολοκληρωμένης κλινικής φροντίδας στα δεδομένα και τις ανάγκες της Κύπρου. Καλείται, επίσης, να παρακολουθεί την εφαρμογή τους, να εισαγάγει συστήματα κλινικού ελέγχου, να καθορίζει πρότυπα και δείκτες ποιότητας, να αναπτύσσει συστήματα διαπίστευσης και να επενδύει στη συνεχή εκπαίδευση των επαγγελματιών υγείας, των ασθενών και όλων των εμπλεκομένων φορέων.

Στην πράξη, αυτό σημαίνει ότι ένας ασθενής με στεφανιαία νόσο, διαβήτη, καρκίνο, θαλασσαιμία ή οποιαδήποτε άλλη χρόνια ή οξεία πάθηση θα μπορεί να αναμένει την ίδια επιστημονικά τεκμηριωμένη προσέγγιση, είτε λαμβάνει φροντίδα στη Λευκωσία, είτε στη Λεμεσό, είτε στην Πάφο, είτε σε μια μικρότερη περιφερειακή μονάδα. Σημαίνει ότι οι αποφάσεις δε θα πρέπει να λαμβάνονται αυθαίρετα, χωρίς κοινά πρότυπα, χωρίς αξιολόγηση και χωρίς λογοδοσία.

Σημαίνει, επίσης, ότι η ποιότητα των υπηρεσιών υγείας δε θα αξιολογείται μόνο μέσα από τις υποδομές ή τον εξοπλισμό, αλλά και μέσα από τα πραγματικά αποτελέσματα για τον ασθενή: την ασφάλεια, την ορθότητα της διάγνωσης, την αποτελεσματικότητα της θεραπείας, την πρόληψη επιπλοκών, την εμπειρία φροντίδας, την πρόσβαση στην πληροφόρηση και τη συμμετοχή στις αποφάσεις που αφορούν τη ζωή και την υγεία του.

Δεν πρόκειται, συνεπώς, για μια μεταρρύθμιση που αφορά αποκλειστικά τους γιατρούς ή τα νοσηλευτήρια. Αφορά κάθε πολίτη. Τον ασθενή που δικαιούται να γνωρίζει ότι η θεραπεία του βασίζεται στα καλύτερα διαθέσιμα επιστημονικά δεδομένα. Την οικογένεια που πρέπει να αισθάνεται ότι το αγαπημένο της πρόσωπο λαμβάνει ασφαλή και αξιοπρεπή φροντίδα. Και αφορά, φυσικά, και τους επαγγελματίες υγείας, οι οποίοι χρειάζονται αξιόπιστα εργαλεία, σαφείς κατευθύνσεις και συνεχή εκπαίδευση προκειμένου να μπορούν να ανταποκριθούν στις αυξανόμενες απαιτήσεις της σύγχρονης ιατρικής.

Ιδιαίτερη αξία προσδίδει στο Κέντρο και η συμμετοχική του φυσιογνωμία. Η παρουσία εκπροσώπων των ασθενών, των ιατρών, των νοσηλευτών και της ακαδημαϊκής κοινότητας στη διοίκησή του μπορεί να διασφαλίσει ότι οι αποφάσεις δε θα λαμβάνονται ερήμην εκείνων που βιώνουν καθημερινά τις αδυναμίες, τις ανάγκες και τις προκλήσεις του συστήματος. Η φωνή των ασθενών είναι απαραίτητη προϋπόθεση για να διαμορφωθούν πρότυπα που να ανταποκρίνονται όχι μόνο στην ιατρική γνώση, αλλά και στη θεμελιώδη ανθρώπινη εμπειρία της ασθένειας.

Βεβαίως, η ψήφιση της νομοθεσίας δεν αρκεί. Το κρίσιμο στοίχημα αρχίζει τώρα. Το Κέντρο πρέπει να στελεχωθεί με επιστημονική επάρκεια, να λειτουργήσει με διαφάνεια, ανεξαρτησία και χρηστή διοίκηση, να διαθέτει τους αναγκαίους πόρους και να αναπτύξει σαφές χρονοδιάγραμμα υλοποίησης των αρμοδιοτήτων του. Δεν πρέπει να επιτραπεί να μετατραπεί σε έναν θεσμό με φιλόδοξο τίτλο, αλλά περιορισμένη πρακτική επιρροή.

Η επιτυχία του θα κριθεί από την ικανότητά του να εδραιώσει στην πράξη μια νέα κουλτούρα τεκμηρίωσης, λογοδοσίας, συνεχούς βελτίωσης και σεβασμού προς τον ασθενή. Σε αυτή την κουλτούρα, οι αποκλίσεις θα εντοπίζονται, θα αξιολογούνται και θα αντιμετωπίζονται έγκαιρα, ενώ ο κλινικός έλεγχος θα λειτουργεί ως σταθερός μηχανισμός μάθησης, ανατροφοδότησης και ουσιαστικής αναβάθμισης των υπηρεσιών υγείας.

Η Κύπρος έχει σήμερα την ευκαιρία να ολοκληρώσει ουσιαστικά τη μεγάλη μεταρρύθμιση της Υγείας. Το ΓεΣΥ έθεσε τα θεμέλια για πιο δίκαιη πρόσβαση. Το Εθνικό Κέντρο Κλινικής Τεκμηρίωσης και Ποιότητας Υπηρεσιών Υγείας μπορεί να διασφαλίσει ότι αυτή η πρόσβαση θα αποκτήσει το περιεχόμενο που της αξίζει: ασφάλεια, τεκμηρίωση, ισότητα, διαφάνεια και σεβασμό προς κάθε ασθενή.

Διότι το δικαίωμα στην Υγεία δεν τελειώνει στην πόρτα ενός ιατρείου ή ενός νοσηλευτηρίου. Εκεί ακριβώς αρχίζει η υποχρέωση της Πολιτείας να εγγυηθεί ότι η φροντίδα που προσφέρεται σε κάθε ασθενή είναι πράγματι η καλύτερη δυνατή.

*BSC, MSc, PhD

Εκτελεστική Διευθύντρια Διεθνούς Ομοσπονδίας Θαλασσαιμίας

Πρόεδρος Εθνικής Επιτροπής Θαλασσαιμίας

Πρώην Επικεφαλής του Κέντρου Αναφοράς Ιογενών Παθήσεων του Υπουργείου Υγείας της Κύπρου

Πρώην Διευθύντρια του Συνεργαζόμενου Κέντρου Θαλασσαιμίας της Παγκόσμιας Οργάνωσης Υγείας στην Κύπρο

Πρώην Πρόεδρος Παγκύπριας Συμμαχίας Σπανίων Παθήσεων