Αναλύσεις

Το αρπακτικό Τουρκία και οι δικές μας ψευδαισθήσεις

Υπάρχει μια αλήθεια την οποία δεν μπορούμε πλέον να προσπερνούμε: το Κυπριακό δεν βρίσκεται σε αδιέξοδο επειδή λείπουν οι συνομιλίες. Βρίσκεται σε αδιέξοδο επειδή απουσιάζει η πολιτική βούληση της Τουρκίας να αποδεχθεί μια λύση που να ανταποκρίνεται στο πλαίσιο των Ηνωμένων Εθνών.

Για δεκαετίες, η ελληνοκυπριακή πλευρά προσέρχεται σε διαπραγματεύσεις, καταθέτει προτάσεις, αναζητεί συμβιβασμούς και επενδύει στην ελπίδα ότι η επόμενη προσπάθεια θα είναι διαφορετική από τις προηγούμενες. Όμως, κάθε φορά που δημιουργούνται προσδοκίες για «κινητικότητα», επανέρχεται το ίδιο βασικό ερώτημα: ποιος κρατά πραγματικά το κλειδί της λύσης;

Η ίδια η Άγκυρα δεν κρύβει πλέον τη θέση της. Το τουρκικό υπουργείο Εξωτερικών υποστηρίζει ότι τα ομοσπονδιακά μοντέλα που δοκιμάστηκαν επί δεκαετίες έχουν εξαντληθεί και ζητά ως προϋπόθεση την αναγνώριση της «κυρίαρχης ισότητας» και του «ίσου διεθνούς καθεστώτος» των Τουρκοκυπρίων.

Αυτό σημαίνει ότι δεν αρκεί να συζητούν οι δύο ηγέτες στην Κύπρο. Όσο η Άγκυρα διατηρεί αποφασιστικό λόγο στις στρατηγικές επιλογές της τουρκοκυπριακής πλευράς, η πραγματική διαπραγμάτευση δεν μπορεί να περιορίζεται στη Λευκωσία. Το κλειδί βρίσκεται και στην Άγκυρα.

Κι εδώ ακριβώς βρίσκεται η δική μας μεγάλη αυταπάτη: ότι η επανάληψη των συνομιλιών από μόνη της συνιστά πρόοδο. Δεν είναι πρόοδος η κινητικότητα για την κινητικότητα. Πρόοδος είναι να μετακινούνται οι θέσεις προς μια βιώσιμη λύση.

Την ίδια στιγμή, η Τουρκία ενισχύει τη στρατηγική και στρατιωτική της παρουσία στην περιοχή και επιχειρεί να διευρύνει την επιρροή της στην Ανατολική Μεσόγειο. Η πολιτική αυτή δεν αφορά μόνο την Κύπρο. Συνδέεται με τις ευρύτερες τουρκικές επιδιώξεις στο Αιγαίο, στην Ανατολική Μεσόγειο και στη Μέση Ανατολή.

Απέναντι σε αυτή την πραγματικότητα, Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ έχουν κάθε λόγο να ενισχύουν τη συνεργασία τους. Το Κοινό Σχέδιο Δράσης Ελλάδας–Κύπρου–Ισραήλ για το 2026 προβλέπει κοινές επιχειρησιακές δραστηριότητες, εκπαίδευση ειδικών δυνάμεων και στενότερη στρατιωτική συνεργασία.

Παράλληλα, η Κύπρος έχει αναβαθμίσει ουσιαστικά τη σχέση της με τη Γαλλία. Τον Δεκέμβριο του 2025 υπογράφηκε στρατηγική εταιρική σχέση, ενώ τον Ιούνιο του 2026 υπεγράφη η Συμφωνία Καθεστώτος Δυνάμεων (SOFA), δημιουργώντας θεσμικό πλαίσιο για τη στρατιωτική συνεργασία, τις ασκήσεις και τη δραστηριοποίηση των ενόπλων δυνάμεων των δύο χωρών.

Αυτές οι συμφωνίες δεν είναι διακοσμητικές. Αποτελούν μέρος μιας νέας πραγματικότητας ασφαλείας στην Ανατολική Μεσόγειο. Για ένα μικρό κράτος, η ασφάλεια δεν μπορεί να στηρίζεται μόνο στις καλές προθέσεις. Χρειάζεται αποτρεπτική ισχύς, συμμαχίες και διεθνή ερείσματα.

Το ίδιο μήνυμα στέλνει και η Ελλάδα. Η Αθήνα έχει καταστήσει σαφές ότι η ελληνική κυριαρχία και τα κυριαρχικά δικαιώματα δεν είναι αντικείμενο διαπραγμάτευσης και ότι η χώρα διαθέτει ισχυρές ένοπλες δυνάμεις, αποτρεπτική ικανότητα και συμμαχίες για να τα υπερασπιστεί.

Αυτό δεν σημαίνει ότι Ελλάδα και Κύπρος επιδιώκουν τη σύγκρουση. Σημαίνει ακριβώς το αντίθετο: η ειρήνη χρειάζεται ισχυρή αποτροπή. Ο διάλογος έχει αξία όταν γίνεται από θέση ισχύος και όταν απέναντί του υπάρχει συνομιλητής που αντιλαμβάνεται ότι οι απειλές και οι μονομερείς διεκδικήσεις έχουν κόστος.

Η Κύπρος δεν μπορεί να παραμένει εγκλωβισμένη σε μια αέναη διαδικασία συνομιλιών χωρίς αποτέλεσμα. Χρειάζεται ρεαλισμός. Χρειάζεται να αναγνωρίσουμε ότι η λύση του Κυπριακού δεν θα έρθει μόνο από τη διαπραγματευτική αίθουσα της Λευκωσίας. Θα εξαρτηθεί αποφασιστικά από τις επιλογές της Άγκυρας και από το ευρύτερο γεωπολιτικό περιβάλλον.

Οι ψευδαισθήσεις πρέπει να τελειώσουν. Η διπλωματία πρέπει να συνεχιστεί, αλλά μαζί με την αποτροπή, τις συμμαχίες και την αποφασιστικότητα.

Γιατί η ειρήνη δεν διασφαλίζεται με ευχολόγια. Διασφαλίζεται όταν εκείνος που απειλεί γνωρίζει ότι απέναντί του βρίσκεται μια Ελλάδα ισχυρή, μια Κύπρος θωρακισμένη από τις συμμαχίες της και μια Ανατολική Μεσόγειος στην οποία η επιβολή τετελεσμένων δεν μπορεί να θεωρείται μονόδρομος.