Στηρίξτε την ποιοτική δημοσιογραφία

Η πάταξη της διαφθοράς ως προϋπόθεση για το αύριο

Οι πολίτες παρακολούθησαν με προβληματισμό και απογοήτευση τις διεργασίες για τον προϋπολογισμό, οι οποίες κατέληξαν στην καταψήφισή του. Η βαθιά διχασμένη κοινωνία, η ανυπαρξία στοιχειώδους συνεννόησης μεταξύ των πολιτικών δυνάμεων και κυρίως η έλλειψη προϋποθέσεων για τη δημιουργία προοπτικής για το αύριο, δημιουργούν ένα ζοφερό κλίμα που επιτείνει την αγωνία των πολιτών.

Ασφαλώς η διαφθορά είναι ένα ζήτημα το οποίο θα πρέπει να αντιμετωπισθεί αποφασιστικά. Δεν είναι μόνο θέμα απονομής δικαιοσύνης. Επηρεάζει επίσης την κοινωνική συνοχή καθώς και την αξιοπιστία της Κύπρου. Υπό αυτήn την έννοια είναι κατανοητή η οργή για το φαινόμενο αυτό, το οποίο θα πρέπει να αντιμετωπισθεί όχι μόνο νομικά αλλά και πολιτικά. Πάνω απ’ όλα όμως τίθεται θέμα αξιακού συστήματος και αλλαγής νοοτροπίας.

Το ΔΗΚΟ, σε αντίθεση με τα άλλα κόμματα της αντιπολίτευσης, τα προηγούμενα χρόνια ψήφιζε υπέρ του προϋπολογισμού καθώς και των κυβερνητικών νομοσχεδίων με κάποιες τροποποιήσεις. Υπό την έννοια αυτή το ΔΗΚΟ στήριζε μια πολιτική την οποία θεωρούσε απαραίτητη υπό τις περιστάσεις, ανεξαρτήτως κόστους. Στην παρούσα συγκυρία ανέδειξε το θέμα της διαφθοράς ως μείζον ζήτημα και αποφάσισε να καταψηφίσει τον προϋπολογισμό για το 2021, επειδή η κυβέρνηση αρνήθηκε να δώσει στον Γενικό Ελεγκτή τους Φακέλους για τα Διαβατήρια. Ούτε και η κυβέρνηση αποδέχθηκε την πρόταση του τέως Γενικού Εισαγγελέα Κώστα Κληρίδη για να αρθεί η σύγκρουση και να εγκριθεί ο προϋπολογισμός. Ως εκ τούτου, ο προϋπολογισμός ήταν το θύμα της σύγκρουσης.

Σε ένα κοινοβουλευτικό σύστημα θα ήταν αναμενόμενο, μαζί με την καταψήφιση των προϋπολογισμών, να υπήρχε πρόταση μομφής για την κυβέρνηση. Εάν μαζί με την καταψήφιση των προϋπολογισμών εγκρίνετο και η πρόταση μομφής, η χώρα θα οδηγείτο σε εκλογές. Σε ένα σύστημα προεδρικής δημοκρατίας όμως τα δεδομένα είναι διαφορετικά. Με βάση το Σύνταγμα κανείς δεν μπορεί να υποχρεώσει τον Πρόεδρο της Κυπριακής Δημοκρατίας σε παραίτηση, ανεξάρτητα απ’ ό,τι του καταλογίζει η αντιπολίτευση. Υπάρχουν αρκετά τέτοια παραδείγματα, όπως το αίτημα για παραίτηση του Δ. Χριστόφια το 2011 μετά την τραγωδία στο Μαρί και του Σ. Κυπριανού το 1985, για τη στάση του σε σχέση με την πρωτοβουλία Γκουεγιάρ για το Κυπριακό.

Ο Πρόεδρος κρίνεται από τον λαό κάθε πενταετία. Το ίδιο και η κυβέρνησή του ως σύνολο. Διαπλοκή και διαφθορά υπήρχαν και πριν από τις προεδρικές εκλογές του 2018. Και οι δυνάμεις της αντιπολίτευσης, εάν το επιθυμούσαν, θα μπορούσαν να είχαν συγκροτήσει μέτωπο με κοινό υποψήφιο και να επιδοθούν σε αγώνα για πάταξή τους. Κάτι τέτοιο δεν έγινε. Το επιχείρημα της αντιπολίτευσης είναι ότι σήμερα η διαφθορά και η διαπλοκή έχουν ξεπεράσει κάθε προηγούμενο. Ως εκ τούτου το κατ’ ουσίαν πεδίο μάχης εναντίον της διαφθοράς και της διαπλοκής θα είναι οι προεδρικές εκλογές το 2023.

Ένα άλλο ερώτημα, που κάποια στιγμή θα πρέπει να μας απασχολήσει με αφορμή την καταψήφιση του προϋπολογισμού, είναι κατά πόσον είναι δυνατό να μιλούμε για ομοσπονδία στην απουσία συναινετικών προσεγγίσεων. Εάν μεταξύ μας ως Ελληνοκύπριοι, και ενώ είμαστε αντιμέτωποι με μια οικονομική και υγειονομική κρίση, δεν μπορούμε να συνεννοηθούμε επαρκώς ή έστω και στοιχειωδώς ώστε να αποφύγουμε την οικονομική παράλυση του κράτους, εύλογα εγείρεται το ερώτημα τι θα γίνεται για κάθε νομοσχέδιο ή/και τον ομοσπονδιακό προϋπολογισμό που θα χρειάζονται και τη θετική ψήφο των Τουρκοκυπρίων.

Καταλήγοντας, εκφράζω την πεποίθηση ότι, έστω και την ύστατη, θα επικρατήσει ένα κλίμα αυτοσυντήρησης και συναίνεσης. Είναι προφανές ότι τελικά η ψήφιση του προϋπολογισμού είναι μονόδρομος, ούτως ώστε το κράτος να λειτουργήσει απρόσκοπτα. Ασφαλώς η έγκρισή του δεν συνεπάγεται τον τερματισμό της προσπάθειας εναντίον της διαφθοράς. Αντίθετα, αυτά τα νοσηρά φαινόμενα, που κρατούν τη χώρα αιχμάλωτη, θα πρέπει να αντιμετωπισθούν αποφασιστικά ως μέρος της απαραίτητης προσπάθειας να καταστεί η Κύπρος ένα αξιόπιστο κράτος ευνομίας. Διαφορετικά η πορεία προς την καταστροφή θα είναι αναπόφευκτη.

*Πρόεδρος του Κυπριακού Κέντρου Ευρωπαϊκών και Διεθνών Υποθέσεων, καθώς και του Τμήματος Πολιτικών Επιστημών και Διακυβέρνησης του Πανεπιστημίου Λευκωσίας

Υποστηρίξτε τη