Στηρίξτε την ποιοτική δημοσιογραφία

Το αεράκι που ξαναφύσηξε στο Αιγαίο και το «Ούρουτς Ρέις» που ακόμα στρίβει

Η νέα μείζων πρόκληση της Άγκυρας εντός της ελληνικής υφαλοκρηπίδας και το επικοινωνιακό Βατερλώ της Αθήνας, η αγωνία της οποίας δεν είναι η ανάσχεση της τουρκικής απειλής, αλλά η εδραίωση του εθισμού της ελληνικής γνώμης στη λογική των συνεχών υποχωρήσεων

Το 1996 ένας… αέρας απομάκρυνε την ελληνική σημαία από τα Ίμια, το 2020 ένας άλλος… αέρας ανάγκασε το τουρκικό ερευνητικό σκάφος «Ούρουτς Ρέις» να εισέλθει εντός των ελληνικών χωρικών υδάτων.

Η ιλαροτραγωδία των δύο αυτών φαιδρών αφηγημάτων της τότε και της νυν ελλαδικής πολιτικής ηγεσίας, πέρα από γέλωτα, πρέπει να προκαλεί και σοβαρή ανησυχία με τον τρόπο που κάποιοι οι οποίοι ευρίσκονται στις πιο υπεύθυνες θέσεις για την ασφάλεια της χώρας και τη διαμόρφωση της εξωτερικής της πολιτικής αντιμετωπίζουν και χειρίζονται μείζονος σημασίας εθνικά θέματα.

Το τουρκικό σκάφος εισήλθε στην ελληνική υφαλοκρηπίδα το πρωί της Παρασκευής, 31/1/2020, και παρέμεινε εντός της έως αργά το απόγευμα, γεγονός που δεν… δικαιολογείται από καμιά θαλασσοταραχή, ενώ ο διοικητής του, όταν του υποβλήθηκε, επανειλημμένως, από την ελληνική φρεγάτα Νικηφόρος Φωκάς ότι ευρίσκεται παρανόμως και χωρίς άδεια για διεξαγωγή έρευνας εντός των ελληνικών χωρικών υδάτων, στη μία και μοναδική απάντηση που έδωσε, υποστήριξε ότι βρίσκεται εντός της τουρκικής ΑΟΖ. Γνώριζε, με άλλα λόγια, πού πάει, τι κάνει και πού βρίσκεται.

Σύμφωνα, εξάλλου, με τις φωτογραφίες που τράβηξε το F16 της ελληνικής πολεμικής αεροπορίας που έσπευσε σχεδόν αμέσως στην περιοχή, οι καιρικές συνθήκες που αντιμετώπιζε το τουρκικό ερευνητικό σκάφος δεν ήταν ούτε θυελλώδεις, ούτε τρικυμιώδεις, ενώ είναι εμφανές ότι είχε ρίξει τρία καλώδια στη θάλασσα.

Συναφής ήταν και η ξεκάθαρη δήλωση του επίτιμου Αρχηγού Α/ΓΕΝ, Ναυάρχου Αντώνη Αντωνιάδη, ότι μόνον ένα… ακυβέρνητο σκάφος μπορούσε να παρασυρθεί από τα κύματα, πόσω μάλλον ένα ερευνητικό σκάφος του όγκου του «Ούρουτς Ρέις», ενώ ανάλογο πρόβλημα δεν αντιμετώπισαν τα πλοία συνοδείας του τουρκικού σκάφους που το ακολουθούσαν από κάποιαν απόσταση, παρά τις διαδιδόμενες πληροφορίες από ελληνικής πλευράς ότι αυτό έπλεε ασυνόδευτο.

Το πηδάλιο δεν… στρίβει

Ο Ναύαρχος Αντωνιάδης απέρριψε ως γελοίες και τις αιτιάσεις που εκπορεύθηκαν από κύκλους του ελληνικού ΥΠΑΜ, όπως αποκάλυψαν Ελλαδίτες δημοσιογράφοι που κάλυπταν το σχετικό ρεπορτάζ, σύμφωνα με τις οποίες το Ρέις παρέμεινε τόση ώρα εντός της ελληνικής υφαλοκρηπίδας, γιατί χρειάζεται… 4-5 ώρες για να στρίψει και να αλλάξει κατεύθυνση, διευκρινίζοντας ότι, γι’ αυτήν την αλλαγή πλεύσης, αρκούν μόλις 10-15 λεπτά!

Ενώ, επιχειρησιακά, η όλη διαχείριση του θέματος από ελληνικής πλευράς κρίθηκε ως νουνεχής και λελογισμένη (με συνεχή παρουσία των ΕΔ στην περιοχή), αφού απέφυγε να «τσιμπήσει» το δόλωμα μιας ενδεχόμενης κλιμάκωσης, την οποία, ενδεχομένως, σχεδίαζαν οι Τούρκοι (παρότι η Νικηφόρος μπορούσε να παρεμποδίσει το «Ούρουτς Ρέις» να εισέλθει εντός της θαλάσσιας ζώνης ελληνικής κυριαρχίας, όπως έγινε στο πρόσφατο παρελθόν με τον Πορθητή), στο επικοινωνιακό κομμάτι τα έκαμε… μαντάρα, προκαλώντας αρκετές απορίες και ερωτήματα.

Ακολούθησε, δε, και μια οργανωμένη προσπάθεια υποβάθμισης του γεγονότος, με τον Έλληνα ΥΠΕΞ, Νίκο Δένδια, να επιχειρεί να ρίξει τους τόνους, λέγοντας πως καλό είναι να κλείσει αυτή η σελίδα, αφού «υπήρξε, ίσως, μια δυσαναλογία του μεγέθους της ενασχόλησης της δικής μας κοινής γνώμης με το συμβάν», για να προσθέσει: «Εγώ είμαι πάντα της άποψης να μη δίνουμε στην άλλη πλευρά την εντύπωση ότι μπορεί κατά το δοκούν να ανεβάζει το θερμόμετρό μας. Αυτό δεν σημαίνει ότι οι αντιδράσεις μας δεν πρέπει πάντοτε να υπάρχουν και να είναι αυτές που πρέπει να είναι».

Διερωτάται κανείς, εάν η κατάφωρη παραβίαση και η προσβολή της εθνικής κυριαρχίας ενός κράτους από έναν θρασέως αυτοπροβαλλόμενο επιβουλέα αποτελεί ζήτημα υπερτίμησης εκ μέρους της κοινής γνώμης ή θέμα που πρέπει τα ΜΜΕ να υποβαθμίσουν, μη παρουσιάζοντάς το στις πραγματικές του διαστάσεις.

Παρακολουθούσα εκείνη τη μέρα επισταμένως τη δημοσιογραφική κάλυψη της «εξέλιξης» του γεγονότος από τα ελληνικά ΜΜΕ, αφού δεν μπορούσε να προβλέψει κανείς ποια τροπή θα έπαιρνε – ειρήσθω εν παρόδω, η τουρκική πρόκληση έλαβεν χώραν στην επέτειο ακριβώς της τραγωδίας στα Ίμια και έληξε, σύμφωνα με κάποιες ελλαδικές ιστοσελίδες, όταν οι Τούρκοι έλαβαν τη διαβεβαίωση από ελληνικής πλευράς ότι δεν θα ριχνόταν στεφάνι στις δύο βραχονησίδες, εις μνήμην των τριών αδικοχαμένων ηρώων του ελληνικού ναυτικού που έπεσαν το βράδυ της 31ης Ιανουαρίου 1996 με την πτώση του ελικοπτέρου τους, κάτι που, ουσιαστικά, επιβεβαίωσε την περασμένη Τετάρτη ο ίδιος ο Ρ. Τ. Ερντογάν μιλώντας περί «συνεννόησης αποχής» από τα Ίμια – και είναι αλήθεια ότι, στον μεγαλύτερο βαθμό, ήταν η ενδεδειγμένη, παρά τη δυσκολία εξασφάλισης των ακριβών πληροφοριών από τις αρμόδιες πηγές.

Εκείνο που, ωστόσο, με εξέπληξε, και δεν γνωρίζω αν πρόκειται για τυχαίο γεγονός, είναι η σχεδόν πλήρης αποσιώπησή του από το Κρατικό Ραδιοτηλεοπτικό Ίδρυμα της Κύπρου, το οποίο, κυριολεκτικώς, το εξαφάνισε από την ειδησεογραφία της μέρας. Άγνωστο για ποιο λόγο το κρατικό κανάλι μας έπραξε έτσι. Έστω και δίκην υπόθεσης, ωστόσο, δεν μπορεί να μην συστοιχίσει κανείς τη συγκεκριμένη στάση με όσα διαμήνυσε την επαύριον ο κ. Δένδιας, τα οποία δηλούν μιαν άβολη, το λιγότερο, στάση των πολιτικών ηγεσιών σε Ελλάδα και Κύπρο όσον αφορά την επιθετικότητα της Τουρκίας και τον χειρισμό «γεγονότων κρίσης».

Εθισμός στην υποχωρητικότητα

Εδώ και δεκαετίες, στην Ελλάδα έχουν εγκλωβιστεί σ’ ένα είδος εθισμού όσον αφορά τις συνεχείς και σχεδόν καθημερινές παραβιάσεις του ελληνικού εναέριου χώρου από την Τουρκία, οι οποίες, ούτε λίγο ούτε πολύ, αντιμετωπίζονται, περίπου, ως «φυσικό φαινόμενο». Βεβαίως, ο… αέρας δεν είναι ούτε γη, ούτε θάλασσα, οπόταν, σημειολογικά, θα μπορούσε, πολύ πιο εύκολα, να περάσει στην κοινή γνώμη ένα είδος διαχειριστικής απαξίωσης του φαινομένου, ως ελάσσονος σημασίας.

Εσχάτως, ωστόσο, και υπό το φως του δόγματος της «Γαλάζιας Πατρίδας» - με όλες τις αναθεωρητικές αμφισβητήσεις που αυτή συνεπάγεται - και των επιδιωκόμενων στοχεύσεων της Άγκυρας για απόκτηση αεροναυτικής κυριαρχίας όχι μόνο στο Αιγαίο, αλλά σε ολόκληρη την Ανατολική Μεσόγειο και ευρύτερα, οι Τούρκοι έχουν πυκνώσει και τις προκλήσεις στη θάλασσα, με αποκορύφωμα την υπογραφή του παράνομου μνημονίου για τις θαλάσσιες ζώνες με την Τρίπολη και την ευθεία αμφισβήτηση της ελληνικής κυριότητας σε σειρά νήσων και βραχονησίδων του Αιγαίου Πελάγους.

Παρά την δήλωση τού, προφανώς εν… συγχύσει ευρισκομένου, τέως Πρωθυπουργού της Ελλάδας, Αλέξη Τσίπρα, ότι δεν υπάρχουν θαλάσσια σύνορα, αυτά, σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο, υπάρχουν και, μάλιστα, η θάλασσα περιβάλλει ουκ ευάριθμες λωρίδες γης, που αποτελούν έδαφος εθνικής κυριαρχίας (νήσοι, βραχονησίδες κ.λπ.). Στα περισσότερα, δε, από αυτά ζουν άνθρωποι και στο χώμα και στην πέτρα τους είναι χαραγμένα τα ζωντανά ίχνη μιας μακραίωνης ιστορίας.

Μπορεί, βεβαίως, κάποιος να φανταστεί ότι, με τις άγρυπνες «παρακολουθήσεις» από το ελληνικό πολεμικό ναυτικό και την ελληνική ακτοφυλακή των συνεχών παραβιάσεων της θαλάσσιας εθνικής κυριαρχίας εκ μέρους των Τούρκων, σιγά-σιγά θα δημιουργηθεί ένας άλλος εθισμός στις προσβολές και τις αμφισβητήσεις του εθνικού χώρου αυτήν τη φορά και στη θάλασσα, όπως στον αέρα.

Απομείωση εθνικής κυριαρχίας

Οικοδομείται, με άλλα λόγια, ένα επικοινωνιακό σκηνικό αποδοχής της τουρκικής επεκτατικότητας και των εκπτώσεων στα εθνικά θέματα, υπό το πρόσχημα της αποφυγής του πολέμου, άρρηκτα συνυφασμένο με το κυρίαρχο δόγμα των εγχώριων πολιτικών ελίτ. Ακόμη κι αν αυτό που διακυβεύεται είναι η ίδια η εθνική κυριαρχία, δηλαδή η αυθυπαρξία και η αυθυπόσταση του ελληνικού κράτους. Γιατί, επί της ουσίας, η Τουρκία, με τις διακηρυγμένες αξιώσεις της, τις οποίες έχει βαφτίσει «ελληνοτουρκικές διαφορές», αυτό ακριβώς επιδιώκει: την απομείωση και συρρίκνωση της ελληνικής κρατικής κυριαρχίας και την πλήρη εξουδετέρωση της Ελλάδας ως γεωπολιτικού μεγέθους.

Διότι, εάν γίνουν πραγματικότητα οι τουρκικοί σχεδιασμοί ή μέρος τους, με την απώλεια εθνικού χώρου ή εθνικών δικαιωμάτων είτε στο Αιγαίο και τη Θράκη είτε στην Κύπρο, η Ελλάδα θα καταστεί ένας μηδενικής σημασίας γεωπολιτικός τελεστής, με ό,τι αυτό συνεπάγεται.

Είναι αναντίλεκτο ότι η χώρα, υπό το βάρος μιας αλληλουχίας διαχρονικών υποχωρήσεων και ευκαμψίας έναντι της τουρκικής επιθετικότητας, έχει υπαγάγει την εθνική της στρατηγική και τη διαχείριση των εθνικών θεμάτων σε μια λογική συμψηφισμού της λιγότερο καταστροφικής απώλειας, ευρισκόμενη διαρκώς σε μια συνεχή θέση άμυνας και οπισθοχώρησης. Αντικρίζει, εν άλλοις λόγοις, τις ελληνοτουρκικές σχέσεις υπό το κράτος μιας αναπόδραστης ήττας, που ήδη συντελείται στο πεδίο των έμπρακτων τουρκικών διεκδικήσεων.

Είναι ηλίου φαεινότερον ότι οι επιπτώσεις της εν λόγω στάσης στο καθαρά ψυχολογικό και επικοινωνιακό επίπεδο είναι εξίσου ολέθριες, αφού εθνική κυριαρχία που δεν αναγνωρίζεται και δεν περιφρουρείται ως τέτοια επί του εδάφους, δεν μπορεί να αναγνωριστεί και να περιφρουρηθεί ούτε σε επίπεδο φρονήματος και συνείδησης.

Ήδη, σε ποικιλώνυμους πολιτικούς και δημοσιογραφικούς κύκλους γίνεται αντικείμενο συζήτησης το ενδεχόμενο απώλειας εθνικού εδάφους (ίδε, π.χ., Καστελόριζο) καθώς και οι επιπτώσεις του, προδίδοντας τη διάθεση να τεθεί στο τραπέζι ακόμη και το ενδεχόμενο εθνικού ακρωτηριασμού. Προκειμένου, όμως, να επιτευχθεί τι; Η ανάσχεση, μήπως, του τουρκικού επεκτατισμού; Ή, αντίθετα, με τη συνεπακόλουθη περαιτέρω αποδυνάμωση της ήδη απισχνασμένης, λόγω μνημονίων, ελληνικής ισχύος, οι τουρκικές ορέξεις και διεκδικήσεις θα επιταθούν, έως την πλήρη μετατροπή της χώρας σε τουρκικό προτεκτοράτο;

Η τουρκική απειλή δεν είναι απλώς ορατή, εφορμά και ήδη ευρίσκεται εντός των πυλών. Δεν μπορεί κανείς να την εξορκίσει αγκαλιάζοντας και θωπεύοντάς την. Ούτε, προφανώς, να την ανασχέσει, εγείροντας ενώπιόν της ένα «μέτωπο λογικής», κατά τα λεγόμενα του Έλληνα ΥΠΕΞ. Γιατί, αυτό το τελευταίο, αν δεν θεμελιώνεται πάνω σε μιαν αξιόπιστη δύναμη αποτροπής, την αποφασιστικότητα να προασπίσεις, με κάθε μέσο, την ιστορική αυθυπαρξία σου, αλλά και την ικανότητα να αντιμετωπίσεις κάθε παραλογισμό που θα βρεις μπροστά σου, δεν είναι τίποτε άλλο από ένας «πύργος από τραπουλόχαρτα». Άλλωστε, η ίδια η λογική, όπως λέει ο ποιητής, δεν είναι τίποτε άλλο παρά «η έμμονη ιδέα των ψυχιάτρων».

Υποστηρίξτε τη