Αναλύσεις

Πώς η νέα αμερικανική στρατηγική επαναφέρει το Ενιαίο Αμυντικό Δόγμα

Η Ουάσιγκτον μετακινεί το βάρος από την προστασία των συμμάχων στην απαίτηση να παράγουν οι ίδιοι ισχύ, ανοίγοντας ξανά για Κύπρο και Ελλάδα τη συζήτηση για αποτροπή, αμυντική αυτάρκεια και Ενιαίο Αμυντικό Δόγμα.

Η ιδιαίτερης βαρύτητας πολυαναμενόμενη συνάντηση Τραμπ – Σι Τζινπίνγκ πραγματοποιήθηκε σε μια περίοδο αλλαγής ισορροπιών στο παγκόσμιο γεωπολιτικό περιβάλλον. Ο πόλεμος ΗΠΑ/Ισραήλ με το Ιράν, η παρατεταμένη σύγκρουση στην Ουκρανία μετά τη ρωσική εισβολή του 2022, η αυξανόμενη στρατιωτική ισχύς της Κίνας και η στροφή της Ευρώπης προς μεγαλύτερες αμυντικές δαπάνες αποτελούν διαφορετικές εκφάνσεις της ίδιας γεωπολιτικής μετάβασης. Εδώ αποκτά ιδιαίτερη σημασία η ανάλυση της Εθνικής Αμυντικής Στρατηγικής των Ηνωμένων Πολιτειών για το 2026, καθώς σε αυτήν αποτυπώνεται ο τρόπος με τον οποίο η Ουάσιγκτον αντιλαμβάνεται πλέον τις διεθνείς ισορροπίες, θέτει προτεραιότητες και ορίζει τους κανόνες του παιχνιδιού με τους εταίρους της.

Στο επίκεντρο των συνομιλιών βρέθηκαν η Ταϊβάν, η ασφάλεια στον Ινδο-Ειρηνικό, οι περιορισμοί στην τεχνολογία και οι εξελίξεις στη Μέση Ανατολή. Πίσω όμως από τα επιμέρους ζητήματα, το ουσιαστικό διακύβευμα είναι αν οι δύο χώρες, ΗΠΑ και Κίνα, μπορούν να διαχειριστούν τον στρατηγικό τους ανταγωνισμό χωρίς να οδηγηθούν σε μιαν ανεξέλεγκτη σύγκρουση, επικίνδυνη για την ανθρωπότητα. Η στρατηγική των ΗΠΑ όπως εκφράζεται στο έγγραφο επιχειρεί να επανακαθορίσει συνολικά τη θέση των Ηνωμένων Πολιτειών μέσα στο νέο διεθνές περιβάλλον, εισάγοντας τη λογική τού “homeland first”, που σε αντίθεση με το μήνυμα που εκπέμπει δεν αφορά μόνο την προστασία της αμερικανικής επικράτειας, αλλά συνδέει άμεσα την εσωτερική ασφάλεια, τη βιομηχανική ισχύ, τον έλεγχο των συνόρων και την οικονομική ανθεκτικότητα με την ικανότητα των ΗΠΑ ν’ ανταγωνιστούν τις μεγάλες δυνάμεις του διεθνούς συστήματος, κυρίως την Κίνα.

Η Κίνα στο επίκεντρο της αμερικανικής Εθνικής Αμυντικής Στρατηγικής

Το έγγραφο αντιμετωπίζει το Πεκίνο ως τη σημαντικότερη μακροπρόθεσμη πρόκληση για τις Ηνωμένες Πολιτείες, όχι μόνο στρατιωτικά, αλλά και στους τομείς της οικονομίας, της τεχνολογίας και της βιομηχανίας. Οι ΗΠΑ θεωρούν τον Ινδο-Ειρηνικό ως το νέο «κέντρο βάρους» της παγκόσμιας οικονομίας και πως, στην περίπτωση που η Κίνα αποκτήσει τον πρώτο λόγο στην περιοχή, τότε θα μπορεί να ασκεί έλεγχο στην προσβασιμότητα των ΗΠΑ στις παγκόσμιες αγορές, περιορίζοντας την αμερικανική οικονομική επιρροή.

Εδώ εντάσσεται η αμερικανική προσέγγιση του “denial defense” κατά μήκος της γεωγραφικής αλυσίδας από την Ιαπωνία και την Ταϊβάν μέχρι τις Φιλιππίνες. Η στρατηγική στρατιωτικής και γεωπολιτικής αποτροπής, δηλαδή, που αποσκοπεί στο να εμποδίσει την Κίνα να επιτύχει περιφερειακή κυριαρχία, καθιστώντας το στρατιωτικό κόστος μιας τέτοιας κινεζικής ενέργειας υπερβολικά υψηλό σε σχέση με το πιθανό όφελος. Το ενδιαφέρον ωστόσο βρίσκεται στο γεγονός ότι το έγγραφο της αμερικανικής στρατηγικής χρησιμοποιεί ήπια ουδέτερη γλώσσα διατηρώντας κάποιαν ασάφεια και περνώντας το μήνυμα ότι η Ουάσιγκτον επιθυμεί να επιτύχει ειρηνικά τους στόχους της, ελαχιστοποιώντας τις όποιες πιθανότητες κλιμάκωσης. Γίνονται αναφορές σε απευθείας επικοινωνία μεταξύ αμερικανικού και κινεζικού στρατού για τη διαχείριση των επιχειρησιακών κινδύνων και αποφεύγονται ρητές αναφορές προς την Ταϊβάν.

Το πρόβλημα είναι ότι η προσέγγιση αυτή βασίζεται στην υπόθεση ότι και οι δύο πλευρές έχουν κοινό συμφέρον στην αποκλιμάκωση. Η πρόσφατη συμπεριφορά της Κίνας, όμως, με τις συνεχείς στρατιωτικές ασκήσεις γύρω από την Ταϊβάν και τις παρεμβολές σε πλοία των Φιλιππινών στη Νότια Σινική Θάλασσα, δείχνουν ότι το Πεκίνο μπορεί να θεωρεί το αυξημένο επιχειρησιακό ρίσκο ως εργαλείο πίεσης. Με άλλα λόγια, η Κίνα φαίνεται να επιδιώκει περισσότερο τον περιορισμό της αμερικανικής στρατιωτικής παρουσίας σε αυτό που βλέπει η ίδια ως την κινεζική σφαίρα επιρροής. Στην ίδια γραμμή βρίσκονται οι εκτιμήσεις των αμερικανικών υπηρεσιών πληροφοριών, σύμφωνα με τις οποίες η Κίνα αναπτύσσει πλήρες πυρηνικό φάσμα αποτροπής, πιο σύγχρονα υποβρύχια, βελτιωμένα βομβαρδιστικά και προηγμένο σύστημα τεχνητής νοημοσύνης.

Πώς βλέπουν οι ΗΠΑ την Ευρώπη και τη Ρωσία

Η Ρωσία αντιμετωπίζεται από τις ΗΠΑ ως μια διαχειρίσιμη απειλή και τολμώ να πω ότι σε ένα βαθμό φαίνεται να υποτιμάται η ικανότητά της έναντι των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η νέα αμερικανική στρατηγική αναγνωρίζει μεν ότι ο πόλεμος στην Ουκρανία απέδειξε πως η Μόσχα διαθέτει τη στρατιωτική και πολιτική αντοχή που απαιτεί ένας μακροχρόνιος πόλεμος φθοράς εναντίον μιας συμμαχίας δυνάμεων, ωστόσο το βασικό συμπέρασμα στο οποίο καταλήγει είναι ότι η Ευρώπη μπορεί μόνη της με την οικονομική και δημογραφική της υπεροχή να αντιμετωπίσει τη Ρωσία.

Επιδεικτικά οι Αμερικανοί παραθέτουν χαρακτηριστικό διάγραμμα που συγκρίνει το συνολικό ΑΕΠ του ΝΑΤΟ χωρίς τις ΗΠΑ (26 τρισ. δολάρια) με εκείνο της Ρωσίας (2 τρισ. δολάρια) για το 2024.

ΠΑΝΤΕΛΙΔΗΣ 2.png

Το έγγραφο αναφέρει χαρακτηριστικά:

«Υπό το πρίσμα αυτό, το Υπουργείο [Πολέμου] θα διασφαλίσει ότι οι αμερικανικές δυνάμεις είναι προετοιμασμένες ν’ αμυνθούν απέναντι στις ρωσικές απειλές κατά της αμερικανικής πατρίδας (U.S. Homeland). Το Υπουργείο θα συνεχίσει επίσης να διαδραματίζει ζωτικό ρόλο στο ίδιο το ΝΑΤΟ, ακόμη και καθώς προσαρμόζουμε τη στάση δυνάμεων και τις δραστηριότητες των ΗΠΑ στην ευρωπαϊκή σκηνή ώστε να λαμβάνονται καλύτερα υπόψη τόσο η ρωσική απειλή προς τα αμερικανικά συμφέροντα όσο και οι ίδιες οι δυνατότητες των συμμάχων μας. Η Μόσχα δεν βρίσκεται σε θέση να διεκδικήσει ευρωπαϊκή ηγεμονία. Το ευρωπαϊκό ΝΑΤΟ υπερέχει συντριπτικά της Ρωσίας σε οικονομικό μέγεθος, πληθυσμό και, κατά συνέπεια, σε λανθάνουσα στρατιωτική ισχύ. Ταυτόχρονα, παρότι η Ευρώπη παραμένει σημαντική, κατέχει μικρότερο και μειωμένο μερίδιο της παγκόσμιας οικονομικής ισχύος. Συνεπώς, αν και θα παραμείνουμε εμπλεκόμενοι στην Ευρώπη, πρέπει -και θα το κάνουμε- να δώσουμε προτεραιότητα στην άμυνα της αμερικανικής πατρίδας και στην αποτροπή της Κίνας».

Η Ουάσιγκτον λέει ξεκάθαρα ότι ο στόχος των αμερικανικών ενόπλων δυνάμεων δεν είναι η υπεράσπιση της Ευρώπης αλλά η υπεράσπιση του αμερικανικού εδάφους και η ανάσχεση της Κίνας. Για πρώτη φορά μεταψυχροπολεμικά η Ευρώπη αντιμετωπίζεται ως δευτερεύον μέτωπο, στο οποίο οι Ευρωπαίοι καλούνται ν’ αναλάβουν το κύριο βάρος.

Ποιοι είναι οι «σύμμαχοι πρότυπα»

Χωρίς αμφισβήτηση οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν επιθυμούν πλέον συμμάχους που απλώς φιλοξενούν αμερικανικές Βάσεις και εξαρτώνται από την αμερικανική ομπρέλα ασφαλείας, αλλά θέλουν συμμάχους που να μπορούν να παράγουν ισχύ, να αναλαμβάνουν κόστος και να μπορούν να υπερασπίζονται οι ίδιοι τον εαυτό τους. Το τελευταίο αποτελεί και την προϋπόθεση για αμερικανική υποστήριξη και ενίσχυση. Το έγγραφο της αμερικανικής Εθνικής Αμυντικής Στρατηγικής για το 2026 είναι σαφέστατο. Εισάγει ανοιχτά την έννοια των “model allies”, δηλαδή των συμμάχων που αποτελούν πρότυπα:

«Θα δώσουμε προτεραιότητα στη συνεργασία και στις σχέσεις με συμμάχους πρότυπα - εκείνους που δαπανούν όσα χρειάζεται και κάνουν εμφανώς περισσότερα απέναντι στις απειλές στις περιφέρειές τους, με κρίσιμη αλλά περιορισμένη υποστήριξη από τις ΗΠΑ - μεταξύ άλλων μέσω πωλήσεων όπλων, αμυντικής βιομηχανικής συνεργασίας, ανταλλαγής πληροφοριών και άλλων δραστηριοτήτων που καθιστούν τα κράτη μας ισχυρότερα».

Η στρατηγική αναφέρει επίσης:

«Στη Μέση Ανατολή, το Ισραήλ έδειξε ότι ήταν ικανό και πρόθυμο να υπερασπιστεί τον εαυτό του μετά τις βάρβαρες επιθέσεις της 7ης Οκτωβρίου - εν συντομία, ότι είναι ένας σύμμαχος πρότυπο».

Οι ευκαιρίες αλλά και οι κίνδυνοι για Κύπρο - Ελλάδα

Η διατύπωση αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία διότι ορίζει στην ουσία το «πρότυπο συμμάχου» ως αυτόν που μπορεί να λειτουργεί ως αυτόνομος πυλώνας στρατιωτικής ισχύος, να δρα σε πολλαπλά μέτωπα και να παράγει δηλαδή αποτροπή. Η εξέλιξη αυτή δημιουργεί ταυτόχρονα ευκαιρίες αλλά και σοβαρούς κινδύνους για την Ελλάδα και την Κύπρο. Και αυτό διότι η Τουρκία, ανεξαρτήτως των προβλημάτων που δημιουργεί στη Δύση, αναδύεται σταδιακά ως χώρα με αυξανόμενη στρατηγική αυτονομία στον τομέα της άμυνας. Η Άγκυρα επενδύει συστηματικά στην αμυντική της βιομηχανία, στην παραγωγή drones, πυραυλικών συστημάτων, τεχνολογιών ηλεκτρονικού πολέμου, ενώ ταυτόχρονα επιδιώκει ν’ αποδείξει ότι μπορεί να δρα στρατιωτικά σε πολλαπλά μέτωπα, από τη Συρία, τη Λιβύη και τη Σομαλία μέχρι τον Καύκασο και την Ανατολική Μεσόγειο.

Την ίδια στιγμή στην Κύπρο εξακολουθούν να υπάρχουν φωνές που αντιμετωπίζουν την άμυνα ως εμπόδιο για τη λύση του Κυπριακού και όχι ως προϋπόθεση επιβίωσης του κράτους της Κυπριακής Δημοκρατίας. Η λογική της αποστρατιωτικοποίησης, του κατευνασμού και της αντίληψης ότι το διεθνές δίκαιο από μόνο του ή αποκλειστικά οι καλές προθέσεις τρίτων κρατών μπορούν ν’ αποτελέσουν υποκατάστατο της ασφάλειας χωρίς επένδυση σε αξιόπιστη αποτροπή, έρχεται σε αντίθεση με τον ίδιο τον ρεαλισμό και την πραγματικότητα που διαμορφώνεται διεθνώς.

Η Ελλάδα με τις αμυντικές της επενδύσεις και την αναβάθμιση των ενόπλων δυνάμεων μπορεί να ενισχύσει περαιτέρω τον ρόλο της ως πυλώνα σταθερότητας στην Ανατολική Μεσόγειο. Η Κύπρος, επίσης, λόγω της γεωγραφικής της θέσης ανάμεσα στους θαλάσσιους διαδρόμους, μπορεί να μετατραπεί σε κρίσιμο κόμβο ασφαλείας. Η προοπτική αυτή θα μπορούσε να συνδεθεί με την επαναφορά του Ενιαίου Αμυντικού Δόγματος Ελλάδας – Κύπρου ως αναχώματος απέναντι στην τουρκική στρατηγική της «Γαλάζιας Πατρίδας», η οποία επιχειρεί να μετατρέψει τις παράνομες μονομερείς διεκδικήσεις της Άγκυρας σε γεωπολιτική πραγματικότητα, μέσω της δημιουργίας τετελεσμένων. Σήμερα, η αναβίωση του Ενιαίου Αμυντικού Δόγματος θα ενίσχυε σημαντικά τη γεωπολιτική βαρύτητα και των δύο κρατών του Ελληνισμού, μέσα σ’ ένα περιβάλλον όπου οι ΗΠΑ αξιολογούν τους συμμάχους τους με βάση όσα μπορούν να προσφέρουν στρατηγικά και όχι στη βάση πολιτικών δηλώσεων ή ρητορικών διακηρύξεων, που υπολείπονται αντίστοιχης δυνατότητας επιβολής ισχύος και αξιόπιστης αποτροπής.