Αναλύσεις

20 Ιουλίου 1974: Ο τουρκικός Αττίλας πλήττει την Κύπρο

Μαύρη επέτειος της εισβολής

Συμπληρώθηκαν 52 ολόκληρα χρόνια από την αποφράδα μέρα της εισβολής του τουρκικού Αττίλα στο μαρτυρικό ελληνικό νησί μας. Πενήντα δύο χρόνια πόνου, αγωνίας, καρτερίας με άγνωστο ακόμα το μέλλον. Οι ισχυροί της Γης αντιμετωπίζουν το δράμα του Κυπριακού Ελληνισμού με απάθεια. Τα πολιτικά και γεωστρατηγικά τους συμφέροντα δεν τους επιτρέπουν να το δουν στις πραγματικές του διαστάσεις. Αποφεύγουν να καταδικάσουν ανοιχτά το τουρκικό έγκλημα. Δεν τόλμησαν ακόμη να αναγνωρίσουν ότι, στην Κύπρο, εδώ και 52 χρόνια συνεχίζεται το τουρκικό τερατούργημα της εισβολής και κατοχής, από τον τουρκικό Αττίλα. Τα Ηνωμένα Έθνη περιορίζονται να εκδίδουν ψηφίσματα, δίκην ευχολογίων, για εξεύρεση ειρηνικής και μόνιμης λύσης στο Κυπριακό. Μας θυμίζουν τους στίχους του Αριστοτέλη Βαλαωρίτη, από το ποίημά του που διάβασε στα αποκαλυπτήρια του Ανδριάντα του Πατριάρχη Γρηγορίου του Ε’....

«Όταν πατέρα μου άκαρδοι, γονατισμένοι οι ξένοι,

το αίμα σου έγλυφαν κρυφά στα νύχια του φονιά σου...».

Επιβεβαιώνουν επίσης τον αείμνηστο Θεμιστοκλή Δέρβη, που είχε χαρακτηρίσει τον ΟΗΕ «Λέσχη Διεθνών Απατεώνων». Και αυτή ακόμα η Ευρωπαϊκή Ένωση, της οποίας πλήρες μέλος είναι η Κυπριακή Δημοκρατία, όχι μόνο ανέχεται τη συνέχιση του τουρκικού εγκλήματος, αλλά ερωτοτροπεί απροκάλυπτα με τη δολοφόνο Τουρκία και δεν διστάζει να κάνει τα θελήματά της.

Η τουρκική εισβολή στην Κύπρο και η κατοχή που συνεχίζεται αποτελεί για τον Ελληνισμό του νησιού μας εθνική τραγωδία και για σύμπαντα τον Ελληνισμό το φοβερότερο πλήγμα που δέχθηκε στη σύγχρονη ιστορία του. Ήταν μια δεύτερη Μικρασιατική Kαταστροφή. Οι πληγές που άνοιξε ο τουρκικός Αττίλας στο σώμα της Κύπρου δεν έχουν ακόμα επουλωθεί. Το 38% του εδάφους της εξακολουθεί να κρατείται με τη βία των τουρκικών όπλων και η Άγκυρα, με την ανοχή των Ηνωμένων Εθνών και της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δημιουργεί κάθε τόσο νέα τετελεσμένα, καθιστώντας τα κατεχόμενα κυπριακά εδάφη τουρκική επαρχία. Η Κύπρος πληρώνει τα λάθη των δικών της ηγεσιών και των ηγεσιών της Ελλάδας. Ουδέποτε χάραξαν ενιαία γραμμή στο εθνικό θέμα, ουδέποτε υπολόγισαν με τη δέουσα σοβαρότητα τον τουρκικό παράγοντα. Αντίθετα, Αθήνα και Λευκωσία μια συμφωνούσαν και μια διαφωνούσαν για τη λύση του Κυπριακού. Από το 1964 μέχρι το 1967, με την παρουσία της Ελληνικής Μεραρχίας η Ένωση είχε σχεδόν συντελεστεί, αλλά Λευκωσία και Αθήνα με τα επεισόδια της Κοφίνου την ματαίωσαν. Οδήγησαν στην ανάκληση της Μεραρχίας και η Κύπρος απογυμνώθηκε αμυντικά. Μπροστά στα νέα δεδομένα, αντί Αθήνα και Λευκωσία να συνεργαστούν και να συμπλεύσουν, έκαναν το αντίθετο. Διαφωνούσαν ριζικά στον χειρισμό του Κυπριακού. Και τον Ιούλιο του 1974 εκδήλωσαν πλήρη διαφωνία, που οδήγησε τη Χούντα στο άφρον πραξικόπημα και την ανατροπή του Μακάριου. Η αναπάντεχη αυτή εξέλιξη έδωσε αφορμή στον τουρκικό Αττίλα να εισβάλει στο ανοχύρωτο νησί μας, που σπαρασσόταν από τον εμφύλιο πόλεμο μεταξύ Μακαριακών και Γριβικών - ανεξαρτησιακών και ενωτικών.

Η Χούντα γνώριζε...

Eνδείξεις για τις προθέσεις της Τουρκίας να εισβάλει στο νησί υπήρξαν αρκετές κατά τα τελευταία χρόνια. Iδιαίτερα πριν από το πραξικόπημα πληθύνονταν συνεχώς και είχαν κορυφωθεί την άνοιξη του 1974. Ο αόρατος δικτάτορας Δημήτρης Ιωαννίδης, που ήταν γνωστός φανατικός αντιμακαριακός, καθώς και η λοιπή ηγεσία της Χούντας, γνώριζαν τις τουρκικές πολεμικές προπαρασκευές, όταν έπαιρναν την απόφαση για την ανατροπή του Μακαρίου με πραξικόπημα. Γνώριζαν τη συγκέντρωση τουρκικών στρατευμάτων στη νότια Μικρά Ασία, αλλά δεν πήραν κανένα αποτρεπτικό μέτρο για την άμυνα της Κύπρου, προτού προχωρήσουν στο άφρον πραξικόπημα. Καταπελτικές για τη Χούντα είναι οι μαρτυρίες του ε.α. συνταγματάρχη Σημαιοφορίδη, υπολοχαγού τότε, υπεύθυνου του κλιμακίου της ΚΥΠ στην Κερύνεια. Όπως κατέθεσε στην Επιτροπή της Βουλής των Ελλήνων για τον Φάκελο της Κύπρου, επανειλημμένα είχε κρούσει τον κώδωνα του κινδύνου στην ηγεσία της Χούντας με συγκεκριμένες πληροφορίες για τη δραστηριότητα της 39ης Μεραρχίας του τουρκικού στρατού, που ήταν αποδεσμευμένη από το ΝΑΤΟ. Επανειλημμένα, στην κατάθεσή του ο Σημαιοφορίδης αποκαλύπτει ότι η 39η Τουρκική Μεραρχία, που ήταν επιφορτισμένη με την εισβολή στην Κύπρο, παρακολουθείτο από τις Ελληνικές Μυστικές Υπηρεσίες τα τελευταία 5 χρόνια, αλλά αποτρεπτικά μέτρα δεν έπαιρναν. Περιορίζονταν να παρακολουθούν απαθώς τις τουρκικές πολεμικές προετοιμασίες.

Γνώριζαν οι ηγέτες της Χούντας ότι η 39η Τουρκική Μεραρχία, που είχε σύνθεση τριών συνταγμάτων, από τον Απρίλη μέχρι τον Ιούνιο του 1974 διεξήγε ασκήσεις σε μέγα τμήμα της νοτιοανατολικής Μικράς Ασίας, που κάλυπταν την περιοχή από τη Μερσίνα μέχρι την Αντιόχεια. Στην άσκηση συμμετείχαν και αεροπλάνα με πιλότους ανώτερους αξιωματικούς, ενώ συνήθως οι πτήσεις αυτές γίνονταν από μικρούς αξιωματικούς για εκπαίδευση. Όταν έληξε η άσκηση στις 15 Ιουνίου, ανακλήθηκαν οι άδειες όλων των απλών στρατιωτών και των αξιωματικών μέχρι τον βαθμό του στρατηγού. Όλες οι πληροφορίες διαβιβάζονταν και στον Αρχηγό Ενόπλων Δυνάμεων, Στρατηγό Γρηγόρη Μπονάνο, που είχε διατελέσει Επιτελάρχης της Εθνικής Φρουράς, όταν η Ελληνική Μεραρχία βρισκόταν στην Κύπρο.

Ο Αρχηγός του Ναυτικού, αντιναύαρχος Πέτρος Αραπάκης, που είχε υπηρετήσει κι αυτός στην Κύπρο τον καιρό της Ελληνικής Μεραρχίας, ως Διοικητής Ναυτικού, στην κατάθεσή του, στην ίδια Επιτροπή, δήλωσε ότι στις 17 Ιουλίου 1974, δηλαδή τρεις μέρες πριν από την εισβολή, σε δεξίωση που παρέθεσε ο πρέσβης της Δυτικής Γερμανίας στη Λευκωσία στην πρεσβεία του, αναφερόμενος στην κατάσταση που επικρατούσε στην Κύπρο μετά το πραξικόπημα, του είπε ότι «δεν είμαι βέβαιος αν τα πράγματα θα είναι καλά και αύριο». Την πληροφορία αυτή, όπως κατέθεσε, την διαβίβασε αμέσως στον Αρχηγό Ενόπλων Δυνάμεων, Στρατηγό Γρηγόριο Μπονάνο. Άλλες ψεύτικες, όπως αποδείχθηκε αργότερα, πληροφορίες από τον Αρχηγό της ΚΥΠ, Στρατηγό Λάμπρο Σταθόπουλο, που είχε υπηρετήσει και αυτός στο νησί μας τον καιρό της Μεραρχίας, ως διευθυντής του 2ου Επιτελικού Γραφείου, διαβιβάστηκαν επίσης στον Μπονάνο. Τον ισχυρισμό αυτό του Σταθόπουλου διαψεύδει ο Αραπάκης, καταθέτοντας ότι ο Αρχηγός της ΚΥΠ δεν διαβίβασε τέτοιες πληροφορίες στο Αρχηγό Ενόπλων Δυνάμεων. Οι ψεύτικες αυτές πληροφορίες στόχευαν στον εκφοβισμό του Ελληνικού Στρατού και στη μείωση του ηθικού του, καθώς και στην πρόκληση σύγχυσης στη στρατιωτική και πολιτική ηγεσία, η οποία δεν πήρε κανένα μέτρο για την ενίσχυση της Εθνικής Φρουράς, με άντρες και άλλα πολεμικά μέσα.

Απόπλους του Αττίλα και εισβολή

Η διαταγή για τον απόπλουν της 39ης Τουρκικής Μεραρχίας δόθηκε στις 4.30 π.μ. της 19ης Ιουλίου 1974 από τον σωματάρχη του Τουρκικού Στρατού, αντιστράτηγο Ερσίν, που είχε έδρα τα Άδανα. Μια ώρα ακριβώς αργότερα, 5.30 π.μ., ο ραδιοσταθμός του Λονδίνου και η βρετανική τηλεόραση μετέδιδαν τον απόπλουν του τουρκικού αποβατικού στόλου από το λιμάνι της Μερσίνας. Στις 4.30 π.μ. της 20ής Ιουλίου κάνει την εμφάνισή της η τουρκική αρμάδα στ’ ανοιχτά της Κερύνειας. Την ώρα αυτή διακρίνονται να πλησιάζουν τα πρώτα αποβατικά σκάφη στην ακτή Πέντε Μίλι. Και η τρομαλέα ηγεσία της Εθνικής Φρουράς παρέπαιε, εντελώς αμήχανη και αδύναμη ν’ αντιδράσει μέχρι τις 5.00 π.μ., εντελώς ανίκανη να διαχειριστεί την κατάσταση που δημιουργείτο από την απρόκλητη τουρκική ενέργεια σε βάρος της Κύπρου. Περίμενε εντολές από τον Αρχηγό των Ενόπλων Δυνάμεων της Ελλάδας, πώς να ενεργήσει, ενώ οι Τούρκοι έπλητταν με επίγειες και αεροπορικές δυνάμεις τα παράλια της Κύπρου, την Κερύνεια, την Εθνική Φρουρά. Ειδικά οι χώροι της Κερύνειας και της Λευκωσίας δεν ήταν προβλεπόμενοι από το Σχέδιο Άμυνας με τον κωδικό «Κ». Οι περισσότερες από τις μονάδες των δυο αυτών χώρων είχαν εμπλακεί στο πραξικόπημα και ήταν διασπαρμένες ακόμη σε διάφορα μέρη της νήσου, μέχρι και τη μακρινή Πάφο. Τραγική ήταν η κατάσταση, όπως την κατέθεσαν στον Φάκελο της Κύπρου Κύπριοι και Ελλαδίτες αξιωματικοί, που συμμετείχαν στις επιχειρήσεις κατά του Αττίλα τόσο στην πρώτη, όσο και στη δεύτερη φάση της εισβολής. Χαρακτηριστικό της κατάστασης είναι το γεγονός ότι, σε καμιά κατάθεση αξιωματικών για τον Φάκελο της Κύπρου, τόσο στην Ελλάδα όσο και στην Κύπρο, δεν αναφέρεται ότι το ΓΕΕΦ διέταξε πυρά κατά των εισβολέων, όταν αυτοί, εν είδει περιπάτου, αποβιβάζονταν στα ιερά χώματα της ιδιαίτερης πατρίδας μας. Αντίθετα, από πολλές καταθέσεις και μαρτυρίες αξιωματικών και ανδρών που πολέμησαν, προκύπτει ότι: Το ΓΕΕΦ συνιστούσε αυτοσυγκράτηση, παραμένοντας ανενεργό. Καθυστερημένα, σύμφωνα με τις τηλεφωνικές οδηγίες που έπαιρνε από το Αρχηγείο Ενόπλων Δυνάμεων μέχρι τις 8.40 π.μ., δηλαδή τρεις ώρες και 20 λεπτά μετά την έναρξη της εισβολής, εδέησε να ενεργήσει εκδίδοντας διαταγές. Και το χειρότερο ήταν ότι οι διαταγές του ΓΕΕΦ για την εκτέλεση του Σχεδίου Αμύνης δεν άρχισαν να υλοποιούνται αμέσως. Στις ελάχιστες περιπτώσεις έγινε αυτό με πρωτοβουλία των διοικητών των μονάδων.

Μονάδες Καταδρομών και Πεζικού που έπρεπε να βρίσκονταν στον Πενταδάκτυλο και νότια της Κερύνειας βρέθηκαν στη Λευκωσία, εκτός από έναν λόχο που βρέθηκε στη θέση του. Πέρα από τις προβλεπόμενες 2 Μοίρες Πυροβολικού, βρέθηκαν στην περιοχή Λευκωσίας και δύο Πυροβολαρχίες Ορειβατικού Πυροβολικού. Εκτός της περιοχής βρέθηκαν μόνο δύο Πυροβολαρχίες, που είχαν ήδη κινηθεί προς την Κερύνεια.

ΦΩΤΟ ΧΑΜΠΗΣ 2.png

Το Σχέδιο Άμυνας κατά της εισβολής

Το Σχέδιο Άμυνας της Κύπρου, με τον κωδικό «Κ», είχε καταρτισθεί από τον Ταξίαρχο και αργότερα Στρατηγό Παύλο Παπαδάκη, όταν ήταν Επιτελάρχης της Εθνικής Φρουράς, μετά την ανάκληση του Στρατηγού Γρίβα -Διγενή και της Ελληνικής Μεραρχίας τον Δεκέμβρη του 1967 και τον Γενάρη του 1968. Το νέο Σχέδιο ήταν βασισμένο στο Σχέδιο Άμυνας που είχε καταρτισθεί από τον Γρίβα και τους επιτελείς του με τα δεδομένα της παρουσίας της Ελληνικής Μεραρχίας. Ο Παπαδάκης προσάρμοσε το Σχέδιο στα νέα αμυντικά δεδομένα. Το νέο Σχέδιο προέβλεπε και στήριζε την άμυνα της Κύπρου στις δυνάμεις της Εθνικής Φρουράς και σε συγκεκριμένα τμήματα των Ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων, που θα εμπλέκονταν, όχι αμέσως μετά την εισβολή, αλλά μετά από εντολή του Αρχηγού των Ενόπλων Δυνάμεων. Τα τμήματα αυτά ήταν:

Α) Δυνάμεις Στρατού Ξηράς: Σύνταγμα ΕΛΔΥΚ (900 ανδρών).

Β) Δυνάμεις Ναυτικού: Ένα υποβρύχιο και μια τορπιλάκατος.

Γ) Δυνάμεις Αεροπορίας: Μια μοίρα αεροσκαφών Δ/Β με αεροσκάφη F-84 για επίθεση στον χώρο ανάπτυξης της τουρκικής ναυτικής δύναμης ή του προγεφυρώματος.

Οι δυνάμεις της Εθνοφρουράς, σύμφωνα με το σχέδιο «Κ», ενεργοποιούνταν αυτόματα με διαταγή του ΓΕΕΦ από τη στιγμή που η εχθρική ναυτική δύναμη έμπαινε στα χωρικά ύδατα της Κυπριακής Δημοκρατίας (12 ναυτικά μίλια).

Η έναρξη της εισβολής

Η βάρβαρη επίθεση των εισβολέων του τουρκικού στρατού, όπως προαναφέρθηκε, άρχισε στις 5.20 η ώρα ακριβώς της 20ής Ιουλίου, σύμφωνα με την κατάθεση του εκτελούντος χρέη Αρχηγού της Εθνικής Φρουράς, ταξίαρχου Μιχαήλ Γεωργίτση, με ταυτόχρονη ρίψη αλεξιπτωτιστών και απόβαση εχθρικών δυνάμεων στην περιοχή Πέντε Μίλι, ανατολικά της Κερύνειας. Μπροστά σ’ αυτήν την απρόκλητη, εγκληματική τουρκική ενέργεια, η ηγεσία της Εθνικής Φρουράς επέδειξε ασυγχώρητη απάθεια και ολιγωρία. Ο Διοικητής της, Ταξίαρχος Γεωργίτσης, δεν στάθηκε στο ύψος των ιστορικών περιστάσεων. Δεν έδωσε καμιά διαταγή για την εφαρμογή του Σχεδίου «Κ», αφήνοντας τους εισβολείς να πλήττουν ανενόχλητοι τις ακτές της Κερύνειας και να αποβιβάζουν άντρες και πολεμικό υλικό στο Πέντε Μίλι, ενώ τα πολεμικά τους σκάφη σφυροκοπούσαν με τα κανόνια τους τις ακτές της Κύπρου από την Κερύνεια μέχρι τα Πάναγρα και τον Κορμακίτη. Την ίδια ώρα τα τουρκικά μαχητικά βομβάρδιζαν ανενόχλητα στόχους της Εθνικής Φρουράς και την ΕΛΔΥΚ, ενώ τα εχθρικά μεταγωγικά, και αυτά ανενόχλητα, έριπταν αλεξιπτωτιστές στον θύλακα Μπογαζίου - Αγύρτας- Κιόνελι, ενισχύοντας τη νότια πλευρά του προγεφυρώματος, που είχε ήδη αρχίσει να δημιουργεί ο Αττίλας στις ακτές της Κερύνειας.

Η λήψη κατάλληλων θέσεων από τις προβλεπόμενες δυνάμεις της Εθνικής Φρουράς και η προσβολή του εισβολέα με τον κατάλληλο οπλισμό, δεν έγινε. Επίσης, η εξουδετέρωση των τουρκοκυπριακών θυλάκων, που ήταν αναμφισβήτητα επιβαλλομένη ενέργεια, γιατί απέκλειε την ταχεία διεύρυνση του εχθρικού προγεφυρώματος και δημιουργούσε συγχρόνως ευνοϊκές προϋποθέσεις για επίθεση των φιλίων δυνάμεων, σε συνδυασμό με άλλες δυνάμεις κατά του προγεφυρώματος, καθυστέρησε αδικαιολόγητα. Η πλήρης ανικανότητα της Διοίκησης του ΓΕΕΦ ν’ ανταποκριθεί στις στοιχειώδεις ανάγκες της κρίσιμης στιγμής, αλλά και στην εκτέλεση του επιβαλλόμενου στρατιωτικού καθήκοντος, αποτέλεσε την κύρια αιτία της καθυστέρησης, η οποία επέτρεψε στους εισβολείς να αποβιβάζονται σχεδόν ανενόχλητοι.

Λόγοι αδράνειας του ΓΕΕΦ στην πιο κρίσιμη καμπή

Σύμφωνα με έγκυρους στρατιωτικούς αναλυτές, η αδράνεια του ΓΕΕΦ στην πιο κρίσιμη καμπή της έναρξης της εισβολής οφείλεται στους παρακάτω λόγους:

Α) Μη έκδοση συγκεκριμένων διαταγών.

Β) Αδυναμία - ανικανότητα αποτελεσματικού επιχειρησιακού ελέγχου από το ΓΕΕΦ.

Γ) Πλήρη σύγχυση για τις επιβαλλόμενες επιχειρησιακές ενέργειες.

Δ) Έλλειψη ηθικού σε όλα τα κλιμάκια Διοίκησης, όχι μόνο λόγω της εισβολής, αλλά και λόγω του προηγηθέντος πραξικοπήματος.

Ε) Μηδενική έως μέτρια επαγγελματική ικανότητα στελεχών, πλην ορισμένων εξαιρέσεων, ειδικότερα κατώτερων αξιωματικών.

ΣΤ) Πλήρη αποδιοργάνωση διατάξεων μάχης στο σύνολο των μονάδων της Εθνοφρουράς, που πήραν μέρος στο πραξικόπημα.

Η αποδιοργάνωση αυτή προκάλεσε την ανατροπή των σχεδίων της άμυνας της Νήσου. Ουσιαστικά υπήρξε πλήρης απουσία της ανώτατης διοίκησης, με αποτέλεσμα αρκετές δυνάμεις της Εθνικής Φρουράς να μη λάβουν μέρος σε καμιά σύγκρουση με τον εχθρό. Για την ανικανότητα της ηγεσίας της Εθνικής Φρουράς και την αποδιοργάνωση-ανατροπή των Σχεδίων Αμύνης, συνένοχη είναι και η ηγεσία των Ενόπλων Δυνάμεων της Ελλάδας. Όχι μόνο του Αρχηγού, στρατηγού Μπονάνου, αλλά και των Διοικητών Ναυτικού, αντιναύαρχου Πέτρου Αραπάκη και Αεροπορίας, αντιπτέραρχου Αλέξανδρου Παπανικολάου. Κοντά σ’ αυτούς και άλλοι υφιστάμενοί τους, ανώτατοι και ανώτεροι αξιωματικοί και διοικητές επιτελικών γραφείων, όπως οι υποστράτηγοι Χανιώτης και Πολίτης. Διότι σε επίμονες αιτήσεις-παρακλήσεις από την πλήρως συγχυσμένη ηγεσία του ΓΕΕΦ, πώς έπρεπε να ενεργήσει, απαντούσαν καθησυχαστικά, λέγοντας, μεταξύ άλλων, άκουσον- άκουσον, ότι πρόκειται για ασκήσεις των Τούρκων και συνιστούσαν «αυτοσυγκράτηση», έναν όρο άγνωστο μέχρι τότε στη στρατιωτική ορολογία.