Υγεία

Το ΓεΣΥ και η πρόταξη της αυτονόμησης των δημόσιων νοσοκομεί

Κάθε φορά που ξεκινά μια σοβαρή προσπάθεια για αλλαγή, οργανωμένα σύνολα, που έχουν άμεση ή έμμεση σχέση με την παροχή υπηρεσιών υγείας, αντιδρούν επικαλούμενοι τη δήθεν ανάγκη για νέες οικονομικές μελέτες ή για εκ βάθρων αλλαγή της δομής και της μορφής του ΓεΣΥ
Παρακολουθώντας κανείς την πρόσφατη όξυνση των αντιπαραθέσεων για το ζήτημα της αυτονόμησης των δημόσιων νοσοκομείων, δεν μπορεί παρά να αισθάνεται απογοήτευση για την κατάσταση αδιεξόδου στην οποία οδηγήθηκε η εισαγωγή του ΓεΣΥ. Μεγαλύτερη γίνεται η απογοήτευση, όταν οι δημόσιες συζητήσεις σε επίπεδο ηγετικών στελεχών κομμάτων αναλώνονται στην αλληλοεπίρριψη ευθυνών και σε γενικόλογα, αντί σε προτάσεις επί της ουσίας.


Η ολοκληρωμένη και αναλυτική πληροφόρηση για τα αίτια που οδήγησαν στην αποτελμάτωση της μεταρρύθμισης του άναρχου και άδικου συστήματος υγείας, που διατηρούμε αναλλοίωτο για δεκαετίες, απουσιάζει εντελώς και από αυτούς ακόμη που εμφανίζονται ως ειδήμονες και εκφραστές πολιτικής κομμάτων και οργανώσεων. Παράδειγμα της άγνοιάς τους είναι το αναμάσημα του μεγάλου μύθου, ότι οι δημόσιες υπηρεσίες υγείας προσφέρουν ιατρική φροντίδα στο 75%-80% του πληθυσμού, κάτι που διαψεύδεται από μια απλή ανάγνωση των επίσημων στατιστικών υγείας.


Η αυτονόμηση των δημόσιων νοσοκομείων ως προαπαιτούμενο για την εφαρμογή του ΓεΣΥ προβλήθηκε συστηματικά τη τελευταία δεκαετία, κυρίως ως πρόσχημα για τη συνέχιση του status quo στο σύστημα υγείας. Παρ' όλο που δεν υπάρχει κοινή αντίληψη ως προς το περιεχόμενό της, παρουσιάζεται ως η πανάκεια για όλα τα κακώς έχοντα στις δημόσιες υπηρεσίες υγείας και έχει διαπεράσει ως συμβατική σοφία, το σύνολο του πολιτικού κόσμου, τις οργανώσεις των επαγγελματιών υγείας, των εργαζομένων και των εργοδοτών, η οποία υπαγορεύει ότι δεν πρέπει να προχωρήσουμε στην εισαγωγή εθνικού συστήματος υγείας χωρίς την αυτονόμηση. Καθημερινά παρελαύνουν από τα κανάλια προφήτες των πληγών που αναμένουν το ΓεΣΥ, αν αυτό εφαρμοστεί χωρίς να προηγηθεί η αυτονόμηση. Το μέσο έγινε τελικά αυτοσκοπός.


Το 1998 το Nuffield Institute for Health του Πανεπιστημίου του Leeds μελέτησε το καθεστώς διοίκησης των κρατικών νοσοκομείων και υπέβαλε εισηγήσεις για ένα σύγχρονο σύστημα διεύθυνσης, στο πλαίσιο του οποίου θα χορηγούνταν προοδευτικά αυξημένες εξουσίες διοίκησης και οικονομικής διαχείρισης σε αναβαθμισμένες ομάδες διεύθυνσης των νοσοκομείων. Το σύστημα αυτό θα αξιολογείτο μετά τη συμπλήρωση πέντε χρόνων λειτουργίας και ανάλογα με τα συμπεράσματα, θα αποφασιζόταν η αυτονόμηση ή μη των νοσοκομείων.


Η μελέτη αυτή αποτελούσε συνέχεια ευρύτερης μελέτης για την αναδιοργάνωση των υπηρεσιών του Υπουργείου Υγείας, η οποία εκπονήθηκε το 1993 από το Nuffield Institute. Τα περισσότερα προβλήματα στη λειτουργία των νοσοκομείων αποτελούν προέκταση της κατάτμησης της οργανωτικής δομής του Υπουργείου, με τη δημιουργία ανεξάρτητων διευθύνσεων, που συστάθηκαν στη δεκαετία του 1980, με αποτέλεσμα τον αποσυντονισμό των υπηρεσιών και την αποδόμηση των εξουσιών των διευθυντών των νοσοκομείων, ιδιαίτερα σ’ ό,τι αφορά την εποπτεία και τον έλεγχο του προσωπικού, όπου επικρατεί πολυαρχία.


Οι εισηγήσεις των μελετητών περιελάμβαναν αλλαγές στη διοικητική δομή του Υπουργείου Υγείας, με σκοπό να ενισχυθεί ο επιτελικός και ρυθμιστικός ρόλος του, και να αποκεντρωθούν οι επιχειρησιακές λειτουργίες του. Η προώθηση των προτάσεων του Nuffield Institute δεν προχώρησε πέραν της προκαταρκτικής ενημέρωσης των ενδιαφερομένων, γιατί, με τη διαπίστωση των πρώτων αντιδράσεων από αυτούς που θεώρησαν την αλλαγή ως απειλή για τα συμφέροντά τους, εξέλιπε και η αναγκαία πολιτική βούληση.


Αφού μεσολάβησαν μερικές πολύ ακριβοπληρωμένες μελέτες, με εισηγήσεις εν πολλοίς αδόκιμες για τα κυπριακά δεδομένα, το 2014 αποφασίστηκε η σύσταση πέντε οργανισμών δημοσίου δικαίου -ενός για κάθε επαρχία- με αρμοδιότητα τη διοίκηση του οικείου νοσοκομείου και των υπαγομένων σ’ αυτό κέντρων υγείας. Η διοικητική δομή πρόβλεπε, για κάθε αυτόνομο νοσηλευτήριο, ένα διοικητικό συμβούλιο (Board of Directors) και, κάτω από αυτό, ένα εκτελεστικό συμβούλιο (Executive Board).


Λαμβάνοντας κανείς υπ' όψιν τα μεγέθη των νοσοκομείων μας (κάτω από 500 κλίνες το μεγαλύτερο και 70 περίπου κλίνες το μικρότερο), μπορεί να κρίνει πόσο άσοφη ήταν η απόφαση για τέτοια υδροκέφαλη διοικητική δομή. Τώρα, η πρόταση είναι να δημιουργηθεί μόνο ένας οργανισμός, ο οποίος θα έχει την ευθύνη της διοίκησης όλων των δημόσιων νοσηλευτηρίων, που, κατά συνέπεια, θα αποτελούν τμήματα του οργανισμού αυτού, το καθένα με δική του διευθυντική ομάδα. Θεσμικά ο οργανισμός αυτός δεν αναμένεται να διαφέρει από έναν τυπικό κυπριακό (ημικρατικό) οργανισμό δημοσίου δικαίου, με ό,τι αυτό συνεπάγεται.


Αν στα 15 χρόνια που μεσολάβησαν από την ψήφιση του Νόμου για το ΓεΣΥ το 2001, οι πολιτικοί προϊστάμενοι και η διοίκηση του Υπουργείου Υγείας υιοθετούσαν την εισήγηση του Nuffield Institute, για μια εξελικτική πορεία προς την αυτονόμηση, οι πλείστες από τις αλλαγές που επαγγέλλεται η αυτονόμηση θα μπορούσαν να γίνουν στο πλαίσιο του υφιστάμενου καθεστώτος λειτουργίας των δημόσιων νοσηλευτηρίων, όπως η αποκέντρωση και ο εκσυγχρονισμός της διεύθυνσης, ο χωριστός περιεκτικός προϋπολογισμός για κάθε νοσοκομείο, προσωπικό υπόλογο στη διεύθυνση του νοσοκομείου στο οποίο υπηρετεί, κατάλληλα ωράρια λειτουργίας, μηχανογράφηση, έλεγχος και λογοδοσία. Το να αναμένουμε τώρα, ότι ένας ημικρατικός οργανισμός θα μεταμορφώσει αίφνης, ως μαγικό ραβδί, τα «κακά» νοσοκομεία σε τέλειους οργανισμούς παροχής νοσηλείας, δεν είναι καθόλου είναι ρεαλιστικό.


Η επικέντρωση της συζήτησης στο ζήτημα της αυτονόμησης των δημόσιων νοσοκομείων βολεύει αυτούς που κρύβουν κάτω από το χαλί ή υποτιμούν τις παθογένειες των ιδιωτικών υπηρεσιών υγείας. Παθογένειες που, αν δεν αντιμετωπιστούν, θα έχουν πολύ πιο σοβαρές επιπτώσεις για τη μετέπειτα πορεία του εθνικού συστήματος υγείας, παρά τα μη αυτονομημένα, αλλά νοικοκυρεμένα, κρατικά νοσηλευτήρια. Κανένας δεν μας λέει πόσα ιδιωτικά νοσοκομεία ή κλινικές λειτουργούν χωρίς να πληρούν τα προ πολλού θεσμοθετημένα πρότυπα. Η πλεονάζουσα προσφορά υπηρεσιών, που εκτρέφει την αχρείαστη χρήση τους και τη διαπλοκή, με τις συνακόλουθες οικονομικές επιπτώσεις και τους κινδύνους για την υγεία των ασθενών, ουδέποτε λήφθηκε υπ' όψιν στους σχεδιασμούς ανάπτυξης των υπηρεσιών υγείας.


Η αυτονόμηση, ως προαπαιτούμενο, φαίνεται να οδηγεί σε ματαίωση ή επ’ αόριστον αναβολή της εισαγωγής του ΓεΣΥ. Γι’ αυτό υιοθετήθηκε και από τους αρνητές του, οι οποίοι έχουν κάθε λόγο να θέλουν να διατηρήσουν ένα κοινωνικά χρεοκοπημένο σύστημα, αφού έτσι εξυπηρετούνται καλύτερα τα συμφέροντά τους. Κάθε φορά που ξεκινά μια σοβαρή προσπάθεια για αλλαγή, οργανωμένα σύνολα που έχουν άμεση ή έμμεση σχέση με την παροχή υπηρεσιών υγείας αντιδρούν, επικαλούμενοι τη δήθεν ανάγκη για νέες οικονομικές μελέτες (ΠΙΣ) ή για εκ βάθρων αλλαγή της δομής και της μορφής του ΓεΣΥ (πολυασφαλιστικό).


Επενδύουν σ’ αυτήν την τακτική γιατί εκ των πραγμάτων θα επαναφέρει τη συζήτηση στην αφετηρία της και θα παραπέμψει την εισαγωγή του ΓεΣΥ στις ελληνικές καλένδες. Οι δέκτες των τηλεοράσεών μας πλημμυρίζουν πολύ συχνά τελευταία από τα μεγάλα λόγια εκπροσώπων των επαγγελματιών υγείας που δηλώνουν πίστη προς το ΓεΣΥ, πίσω, όμως, από την αμετροέπειά τους διακρίνει κανείς την πάγια θέση τους για προσαρμογή του στις δομές και πρακτικές του σημερινού συστήματος, γιατί έτσι δεν θα θιγούν τα συμφέροντά τους. Και δυστυχώς αυτό το έχουν επιτύχει σε μεγάλο βαθμό με ορισμένες αλλαγές που επιφέρει στον Νόμο του 2001 το Νομοσχέδιο που εκκρεμεί στη Βουλή.


Ο κύριος Παμπορίδης έχει δώσει δείγματα της αποφασιστικότητάς του για προώθηση του ΓεΣΥ. Δεν δίστασε να συγκρουστεί ανοικτά με το κατεστημένο των μεγάλων συμφερόντων, παρότι βαλλόμενος έσωθεν και έξωθεν. Όμως, πιστεύω ότι στο ζήτημα της αυτονόμησης έπρεπε να είχε από νωρίς απεγκλωβιστεί από τις «κόκκινες γραμμές» των αποτυχόντων προκατόχων του και να ακολουθήσει μια πιο δόκιμη πολιτική.


Η προσέγγιση του Nuffield Institute είναι υπό τις συνθήκες σοφότερη και επί της ουσίας δεν διαφέρει πολύ από τη λύση του ημικρατικού οργανισμού. Η αντίληψη, ότι οι ανταγωνιζόμενες μεταξύ τους συντεχνίες του προσωπικού του Υπουργείου Υγείας θα εγκαταλείψουν αμαχητί τα κεκτημένα τους, εν μέσω μάλιστα προεκλογικής περιόδου, είναι λανθασμένη. Και αν ακόμα υποθέσουμε το αντίθετο, αυτό θα γίνει με μεγάλο οικονομικό κόστος υπό μορφήν αποζημιώσεων.


Επίσης, μόνον αφελείς μπορεί να αναμένουν ότι οι εκάστοτε διοικούντες τον Οργανισμό Δημόσιων Νοσηλευτηρίων θα ενεργούν κατά δοκούν, δίκην ιδιοκτήτη οικογενειακής επιχείρησης, στα θέματα διοίκησης προσωπικού. Τελικά, ο Οργανισμός αυτός είναι πιθανόν να αποδειχθεί ως μια περιττή και δαπανηρή μορφή αναπαλαίωσης υφιστάμενων συστημάτων (όπως μας διδάσκει η πείρα), παρά ως μεταρρύθμιση.


Η εμπλοκή που φαίνεται να προκαλεί η πρόταξη της αυτονόμησης είναι δύσκολο να ξεπεραστεί. Το μόνο που θα μας μείνει να κάνουμε για το ΓεΣΥ είναι να επαναλαμβάνουμε εαυτούς, ανανεώνοντας τα χρονοδιαγράμματα και υποσχόμενοι κάθε φορά ότι θα τα τηρήσουμε. Στο εύλογο αίσθημα απογοήτευσης των πολιτών, θα αντιδρούμε με τη συνήθη ρητορεία κοινωνικής ευαισθησίας, ιδιαίτερα όταν βλέπουν το φως της δημοσιότητας περιστατικά που θίγουν βάναυσα την αξιοπρέπεια πασχόντων συνανθρώπων μας.