Εν μέσω διλημμάτων αποφασίζουν ΔΗΠΑ και Οικολόγοι
Η ΔΗΠΑ «κλειδώνει» τον υποψήφιό της το ερχόμενο Σάββατο (15/10), ενώ οι Οικολόγοι την Κυριακή, 23 Οκτωβρίου
Στην τελική ευθεία, εν μέσω θολών και αντικρουόμενων απόψεων, βρίσκονται ΔΗΠΑ και Κίνημα Οικολόγων, για την οριστική απόφασή τους για τις προεδρικές εκλογές. Η ΔΗΠΑ «κλειδώνει» τον υποψήφιό της το ερχόμενο Σάββατο (15/10), ενώ οι Οικολόγοι την Κυριακή (23/10). Αν και τα δύο κόμματα αποφάσισαν να λάβουν την απόφασή τους με σχετική καθυστέρηση σε σχέση με τους υπόλοιπους, αφενός γιατί ήθελαν να ξεκαθαρίσει το προεδρικό τοπίο και, αφετέρου, γιατί δεν ήθελαν να εμπλακούν από νωρίς στα δύσκολα και πολωμένα μονοπάτια του προεκλογικού, εντούτοις, δεν φαίνεται αυτός ο χρόνος να οδήγησε σε αντίστοιχο ξεκάθαρο εσωκομματικό σκηνικό.
Αυτή η συνθήκη δεν είναι άσχετη με τις διαφοροποιήσεις που υπάρχουν εντός των κομμάτων. Σε ό,τι αφορά τους Οικολόγους, η δυσκολία για μια συλλογική απόφαση αντανακλά και στην ιδεολογική απροσδιοριστία που διέπει το κόμμα και, ως εκ τούτου, στη συνύπαρξη πολλών ετερόκλητων στοιχείων, με διαφορετικές ιδεολογικές παρακαταθήκες. Αυτό όμως υπερπηδάται σχεδόν αναίμακτα, καθώς υπάρχουν ισχυρές εσωκομματικές διαδικασίες στη βάση δημοκρατικών κριτηρίων, αλλά και στο ότι προτεραιοποιείται το οικολογικό σε επίπεδο πολιτικού ακτιβισμού και όχι ως μια συνεκτική συλλογική ταυτότητα, που έχει ως αφετηρία ένα οικολογικό πρόταγμα, το οποίο διέπει όλες τις πτυχές του πολιτικού βίου. Στη ΔΗΠΑ, πέραν των μικρών ιδεολογικοπολιτικών διαφορών, οι οποίες «κρύβονται» στην ευελιξία κινήσεων που δίδει ο κεντρώος χώρος και στην πρόταξη μιας διαλλακτικής ασάφειας, ως πολιτικής νοοτροπίας, παρατηρούνται κυρίως διαφορές σε ζητήματα τακτικής. Τα οποία έχουν τόσο ιστορικό υπόβαθρο (βλ. γένεση ΔΗΠΑ από τα σπλάχνα του ΔΗΚΟ), όσο και πολιτικό, όπως το πώς και με ποιους προσεγγίζεται η συμμετοχή στις δομές της εξουσίας.
Αναμοχλεύει υπαρξιακά θέματα ο διάλογος στη ΔΗΠΑ
Με στόχο να οδηγηθεί με μια εισήγηση στην Κεντρική Επιτροπή, προχωρεί η ΔΗΠΑ. Αυτήν την εβδομάδα θα συνέλθει τόσο η Γραμματεία, όσο και το Πολιτικό Γραφείο, για τις τελευταίες αποφάσεις. Όπως πληροφορείται η «Σημερινή», τις τελευταίες ημέρες πραγματοποιήθηκαν και συνεδρίες των διευρυμένων επαρχιακών επιτροπών, στις οποίες τα στελέχη κλήθηκαν να εξηγήσουν το σκεπτικό τους. Όπως είναι ήδη γνωστό, τα δύο ονόματα είναι αυτά του Αβέρωφ Νεοφύτου και του Νίκου Χριστοδουλίδη. Αν και ο δεύτερος φαίνεται να έχει μεγαλύτερη απήχηση στα στελέχη και στη βάση, εντούτοις, υπάρχει παράλληλα και ένας δυνατός πυρήνας, με σημαίνοντα μάλιστα στελέχη, που προκρίνουν τον Πρόεδρο του ΔΗΣΥ.
Αυτό που διαφαίνεται είναι πως αυτό το δίλημμα φέρνει στην επιφάνεια θέματα που άπτονται της υπαρξιακής φύσεως του νεοσύστατου κόμματος. Κι αυτό αφορά στο αν το κόμμα φέρει ως δομικό του συστατικό, ως πυρήνα δηλαδή της ύπαρξής του, την αντιπαραθετική θέση απέναντι στο ΔΗΚΟ και το «κονκλάβιό του», όπως χαρακτηριστικά ανέφεραν τα στελέχη της ΔΗΠΑ. Ως εκ τούτου, το ερώτημα που τίθεται είναι αν η στήριξη στον Νίκο Χριστοδουλίδη και η συνεργασία με το ΔΗΚΟ, αυτομάτως αναιρεί την αξιοπιστία του ή ακόμη και την ανάγκη ύπαρξής του.
Παράλληλα, όπως είναι σε θέση να γνωρίζει η «Σημερινή», οι αντιπαραθέσεις αφορούν και θέματα στρατηγικής, αλλά και φιλοσοφίας. Από τη μια, το σκεπτικό είναι πως «κόμμα που δεν επιδιώκει να κυβερνήσει δεν επιτελεί τον ρόλο του και είναι τουλάχιστον αφελές». Από την άλλη, κάποιοι θεωρούν πως μια στρατηγική συνεργασία με τον ΔΗΣΥ, αν και χωρίς ισχυρές πιθανότητες εκλογής, θα επιφέρει μακροπρόθεσμα περισσότερα οφέλη παρά μια στήριξη στον Χριστοδουλίδη, η οποία εμπεριέχει επίσης κινδύνους που αφορούν τον πυρήνα της ύπαρξης των κομμάτων. Γιατί διαφαίνεται πως η θέση Χριστοδουλίδη για συμμετοχή στην εξουσία τεχνοκρατών και μη κομματικών, έρχεται σε αντιδιαστολή με την αντίληψη που υπάρχει στη ΔΗΠΑ για τον ρόλο των κομμάτων και των κομματικών στελεχών στη νομή της εξουσίας. Από την άλλη, όπως αναφέρουν άλλα στελέχη της ΔΗΠΑ, κυριαρχεί και επιβιώνει σε μεγάλο βαθμό η πολεμική που δέχθηκε το κόμμα από τον ΔΗΣΥ και δη από τον ίδιο τον Αβέρωφ Νεοφύτου. Πέραν κάποιων βασικών πολιτικών διαφωνιών, που αφορούν τις ιδιωτικοποιήσεις, με την έμφαση να δίνεται στις ιδεολογικές διαφορές ενός νεοφιλελεύθερου δεξιού κόμματος και ενός φιλελεύθερου κεντροδεξιού.
Οικολόγοι: Απομένει η διαχείριση της κατά βούλησιν ψήφου;
Με πιθανότερη επιλογή την απόφαση για κατά βούλησιν ψήφο, οδεύουν οι Οικολόγοι στην Εκλογική Συνδιάσκεψη του κινήματος, η οποία αποτελείται από περίπου 70 εκλεγμένα μέλη. Το καταστατικό προβλέπει η όποια απόφαση ληφθεί να έχει πλειοψηφία πέραν του 60% (μυστική ψήφος), κάτι που καθιστά δύσκολη τη στήριξη σε έναν υποψήφιο. Μάλιστα, φαίνεται πως ο στόχος για να παρουσιαστούν στη συνδιάσκεψη μία ή δύο τελικές υποψηφιότητες δεν έχει επιτευχθεί, με τα μέλη να καλούνται να ψηφίσουν από τον διευρυμένο κατάλογο των έξι υποψηφιοτήτων, όπως συνέβη και στη δημοσκόπηση που προηγήθηκε. Ενδεικτικό του γεγονότος πως δεν υπάρχει ισχυρή τάση προς έναν υποψήφιο, είναι το ότι, στη βάση των αποτελεσμάτων της εσωτερικής δημοσκόπησης, δεν έγινε κατορθωτό να προτεραιοποιηθούν ένα ή δύο πρόσωπα και, ως εκ τούτου, δεν δόθηκε η εντολή από την Κ.Ε., για νέες, πιο λεπτομερείς επαφές με υποψηφίους. Ωστόσο, κομματικές πηγές αναφέρουν πως παρά το ότι η εσωκομματική δημοσκόπηση δεν έδειξε συγκεκριμένη επιλογή, τώρα θα γίνουν οι ζυμώσεις και οι συζητήσεις μεταξύ των μελών σε επίσημο επίπεδο και τώρα θα δοθεί ο λόγος στα μέλη της Κεντρικής Επιτροπής να εξηγήσουν το σκεπτικό τους. Κάτι που δύναται να αλλάξει σε κάποιο βαθμό τα πράγματα, γέρνοντάς τα προς μια κατεύθυνση.
Εάν δεν επιτευχθεί η «καθαρή» πλειοψηφία, τότε, όπως πληροφορείται η «Σημερινή», θα υπάρξει νέα συζήτηση και νέα ψηφοφορία, με το ερώτημα να είναι «αυτόνομη κάθοδος ή κατά βούληση στήριξη;», όπου και πάλι θα ισχύσει το μέτρο του 60%. Στην ισχυρή περίπτωση να αποφασιστεί η κατά βούλησιν ψήφος, το κόμμα θα πρέπει να διέλθει μιας νέας διελκυστίνδας, καθώς θα πρέπει να καταγραφούν οι όροι εμπλοκής των μελών στα διάφορα επιτελεία, με σκοπό να διαφυλαχθεί η ενότητα του κινήματος και να αποφευχθούν αντιπαραθέσεις στο πεδίο. «Φανταστήκατε να συμμετέχουν σε πάνελ ως εκπρόσωποι διαφορετικών επιτελείων, δύο μέλη του Κινήματος;», ήταν η χαρακτηριστική επεξηγηματική ερώτηση ανώτερου στελέχους του Κινήματος.