Ευθανασία – Διαχρονικός προβληματισμός
Ανάγκη ορθής προσέγγισης στο πρόβλημα
Από αρχαιοτάτων χρόνων το πρόβλημα της ευθανασίας απασχολεί την ανθρωπότητα. Μέχρι σήμερα δεν υπάρχουν σαφείς και καθολικά αποδεκτές απαντήσεις στα καίρια ερωτήματα που αφορούν την αντίληψη, την ερμηνεία και φυσικά την εφαρμογή της.
Το πρόβλημα της ευθανασίας είναι πολύπλοκο, με πολλές πτυχές και προεκτάσεις και δικαιωματικά ασχολήθηκαν και ασχολούνται μαζί του η ιατρική, η θρησκεία, η νομική, η φιλοσοφία, η κοινωνιολογία και η κρατούσα ηθική.
Τον τελευταίο καιρό αυξάνονται οι δημοσιεύσεις για μεμονωμένα περιστατικά εφαρμογής της σε διάφορες προηγμένες κυρίως χώρες. Αναβαθμίζεται έτσι το ενδιαφέρον όλων των φορέων που ασχολήθηκαν κατά καιρούς με το πρόβλημα και σίγουρα αυξάνεται και το ενδιαφέρον και του απλού ανθρώπου.
Πριν από αρκετά χρόνια είχα ασχοληθεί με το πρόβλημα της εφαρμογής της ευθανασίας και διάφορα περιοδικά και εφημερίδες δημοσίευσαν απόψεις μου.
Σεβόμενος πάντοτε τη θέση και την αντίθεση και εκτιμώντας κάθε άποψη, επανέρχομαι με κάποια νέα δεδομένα, με περισσότερο προβληματισμό, όχι όμως πολύ πιο πολλές γνώσεις και σίγουρα δυστυχώς χωρίς ακόμη σαφείς απαντήσεις και ριζικές λύσεις. Θεωρώ όμως ότι ο υγιής και ελεύθερος προβληματισμός ακόμη και εκεί που δεν οδηγεί στη λύση είναι απόλυτα θεμιτός στην αναζήτησή της και θεμελιώδες στοιχείο της ελεύθερης σκέψης. Για να γίνω όσο το δυνατόν πιο κατανοητός στον απλό άνθρωπο, που είναι ο σίγουρα ο κύριος στόχος, θεωρώ πολύ βοηθητικό να ασχοληθούμε με την ανάλυση και επεξήγηση των όρων θάνατος και ευθανασία, να αναφερθούμε σε ορισμένα ιστορικά γεγονότα, να αγγίξουμε το πρόβλημα απ’ όλες τις πλευρές του και να προσεγγίσουμε την ουσία με αντικειμενικότητα, ευελιξία, νηφαλιότητα και διαλογική διάθεση. Στο τέλος θα αναφερθούμε στα επιχειρήματα των πολέμιων από τη μια και των υποστηρικτών της από την άλλη και θα αφήσουμε ελεύθερο τον αναγνώστη, δίνοντας φυσικά τις κατευθυντήριες γραμμές στον να βγάλει τα δικά του συμπεράσματα.
Ο εκσυγχρονισμός της κοινωνίας έχει την αφετηρία του στον εκσυγχρονισμό της σκέψης. Η λογική συζήτηση και η ανταλλαγή απόψεων και κυρίως ο σεβασμός της διαφορετικής άποψης είναι ιστορικά αναγκαία.
Ο διάλογος είναι απαραίτητος σε κάθε επίπεδο, είτε επιστημονικό είτε πολιτικό είτε κοινωνικό είτε οικογενειακό, για ν’ αποφευχθεί η βία και η αντιπαράθεση που μόνο ζημιά και οπισθοδρόμηση μπορεί να φέρει.
Ναι στη συζήτηση, ναι στον προβληματισμό, ναι στον δημοκρατικό διάλογο, που θα δημιουργήσουν τον νέο, ελεύθερα σκεπτόμενο άνθρωπο.
Όχι στην αντιπαράθεση, την αντιδικία, στους διαπληκτισμούς και χαρακτηρισμούς των εναπομεινάντων μονολιθικών δογματιστών της παλιάς γενεάς. Όχι στα δόγματα, είτε αυτά είναι πολιτικά είτε κοινωνικά είτε θρησκευτικά. Η πεισματική προσήλωση σε δογματικές θέσεις και απόψεις οδηγεί σε λανθασμένες εκτιμήσεις και σίγουρα λάθη. Η άρνηση να αντικρίσουμε την αλήθεια και να κοιτάξουμε στα μάτια την πραγματικότητα δεν πρόκειται ποτέ να νικήσει και να σταματήσει την πρόοδο και την εξέλιξη. Το μόνο που μπορεί να κάνει είναι να προκαλέσει αχρείαστη και ζημιογόνο καθυστέρηση. Απλώς θα καθυστερήσει τη φυσιολογική νομοτελειακή εξέλιξη των πραγμάτων, όπως έγινε στο παρελθόν με αποτυχημένα καταπιεστικά πολιτικο-οικονομικά μοντέλα.
Το ίδιο ισχύει και στην περίπτωση που η Εκκλησία συγκρούστηκε με την Επιστήμη. Ποτέ δε δικαιώθηκε σε κατά μέτωπο σύγκρουσή της με την Επιστήμη. Αντίθετα ωφελήθηκε και ενισχύθηκε, όταν συνεργάστηκε και αποδέχθηκε τα επιστημονικά τεκμηριωμένα συμπεράσματα και μελέτες της. Οτιδήποτε αντιστρατεύεται τη φύση, βρίσκεται σε αντιπαράθεση με τους φυσικούς και βιολογικούς κανόνες, έχει ημερομηνία λήξης.
Ο νομοθέτης, ο ηγέτης, ο μορφωμένος, ο πεφωτισμένος και χαρισματικός άνθρωπος έχει το καθήκον και την υποχρέωση έναντι των απλών ανθρώπων να σηματοδοτεί, να παραδειγματίζει, να καθοδηγεί.
Ο σωστός και σύγχρονος ηγέτης έχει την υποχρέωση να χαράζει τον δρόμο και να κατευθύνει, έχει την υποχρέωση να είναι παράδειγμα προς μίμηση. Και πάνω απ’ όλα ο σωστός ηγέτης είναι εκείνος που διαβλέπει και πραγματοποιεί μέσα σε δύσκολες συνθήκες και αντίξοες καταστάσεις το εφικτό, πείθοντας φίλους και αντιπάλους για την πιο συμφέρουσα φόρμουλα. Ύψιστο δε καθήκον του είναι η αποφυγή των συγκρούσεων κάθε μορφής και αιτιολογίας και κυρίως η αποφυγή της μεγαλύτερης κατάρας της ανθρωπότητας, του πολέμου. Βαρύς ο ρόλος του εκπαιδευτικού, του γιατρού, του ιερωμένου, του πολιτικού, του φύλακα του νόμου και της τάξης, του νομοθέτη. Κάτω από αυτόν τον οπτικό φακό πρέπει να δούμε για να κατανοήσουμε τη διατύπωση του νομοθέτη στην αιτιολογική έκθεση του ελληνικού ποινικού Δικαίου.
Παρατηρούμε, δηλαδή, ότι δεν απορρίπτει την ευθανασία για λόγους μεταφυσικούς και υπαρξιακούς, όπως μερίδα της Επιστήμης. Την απορρίπτει για να μην γίνονται καταχρήσεις, ανάλογα με τα συμφέροντα και τα ενδιαφέροντα των συγγενών και κληρονόμων του θνήσκοντος.
Αυτό σημαίνει ότι:
- O νομοθέτης εξ αντιδιαστολής δεν θεωρεί την ευθανασία σαν πράξη που αντίκειται στην ηθική που είναι αντίθετη με τον Θείο Λόγο.
- Θα την έκανε αποδεκτή, αν δεν υπήρχε ο κίνδυνος των καταχρήσεων.
Υπό ποιες συνθήκες
Για την ικανοποίηση μιας ανάγκης καθημερινής και της κρατούσης ηθικής και λογικής, την ικανοποίηση της εξέλιξης και της προόδου, πρέπει κάποτε να βρεθεί αποδεκτός τρόπος της περιορισμένης και ελεγχόμενης εφαρμογής της ευθανασίας.
Παράλληλα πρέπει να γίνουν οι απαραίτητες διευθετήσεις, για να αποκλειστεί και η παραμικρή πιθανότητα κατάχρησης ή αλόγιστης, ή παράνομης χρήσης.
Πρέπει να γίνει όσον πιο σαφές γίνεται σε ποιες περιπτώσεις είναι σε θέση να αντιλαμβάνεται ο θνήσκων τι ζητά και στην περίπτωση που δεν είναι σε θέση να αποφασίζει, πρέπει να τεθούν αυστηρά κριτήρια που να αποκλείουν την πιθανότητα να ζητείται η εφαρμογή της ευθανασίας από συγγενικά πρόσωπα για άλλους λόγους.
Πρέπει να διασφαλιστεί ότι η εφαρμογή της δε θα είναι σε καμιά περίπτωση εύκολη υπόθεση.
Δεν θα πρέπει είναι αποτέλεσμα απόφασης ομάδας γιατρών και πολύ περισσότερο ενός γιατρού. Πρέπει να συσταθούν ειδικές προς τούτο επιτροπές που να έχουν συνεχή αυτοέλεγχο και εξωτερικό έλεγχο. Η σύσταση των επιτροπών αυτών πρέπει να είναι ανάλογη με την κρατούσα ηθική και το επίπεδο της κάθε χώρας. Το επίπεδο το επιστημονικό, το πολιτικό, το πολιτιστικό, το οικονομικό, το κοινωνικό.
Εκεί που δεν θα πληρούνται οι προϋποθέσεις δεν πρέπει να γίνει αποδεκτή η εφαρμογή της.
Oι επιτροπές αυτές πρέπει να αποτελούνται από επιστήμονες γιατρούς, ψυχολόγους, κοινωνιολόγους, νομικούς, εκπροσώπους της Εκκλησίας, των Γραμμάτων και των Τεχνών. Εκτός από τα πιο πάνω πρέπει πάνω απ’ όλα να είναι όλοι τους ακέραιοι χαρακτήρες και υποδειγματικοί πολίτες ανοικτοί και έτοιμοι για κάθε έλεγχο και κριτική. Οι επιτροπές αυτές πρέπει να επιλαμβάνονται μετά την εκπλήρωση των ειδικών προϋποθέσεων και την ικανοποίηση των γενικών και προκαθορισμένων κριτηρίων, της κάθε περίπτωσης ξεχωριστά και μετά από επίμονο και εξαντλητικό έλεγχο για αποκλεισμό κάθε περίπτωσης λάθους, να προχωρούν σε έκδοση άδειας εφαρμογής της ευθανασίας.
Ανεξάρτητα όμως με αυτά που σωστά μάς απασχολούν και προβληματίζουν, πρέπει να γίνει κατανοητό, αποδεκτό και σεβαστό απ’ όλους ότι στο παρόν στάδιο δεν έχει κανένας γιατρός το δικαίωμα της εφαρμογής του "εσπευσμένου" θανάτου, της σύντμησης της ανθρώπινης ζωής, όταν το δικαίωμα αυτό δεν παρέχεται από τον νόμο.
Έχει όμως το δικαίωμα να εκφράζει την άποψή του με θάρρος, ειλικρίνεια, διαφάνεια, χωρίς εμπάθεια και εγωιστική εμμονή στις ιδέες του, χωρίς ποτέ να διεκδικεί το αλάθητο.
Οφείλει να σκέφτεται με μοναδικό κριτήριο την αγάπη και την αφοσίωσή του στον πάσχοντα και το θνήσκοντα. Ας μη ξεχνούμε ότι ο γιατρός έχει το τραγικό προνόμιο να ζει το δράμα και τον θάνατο του συνανθρώπου του και εφόσον ο ψυχικός του κόσμος αντιστέκεται στην "επαγγελματική ψυχρότητα και ακαμψία", το προνόμιο αυτό είναι επώδυνο και βασανιστικό.
Συμπέρασμα
Συνοψίζοντας τα πιο πάνω, καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι η εφαρμογή της ευθανασίας στο παρόν στάδιο και με βάση τα σημερινά δεδομένα, αποτελεί εγκληματική πράξη και συνιστά φόνο εκ προμελέτης και φυσικά τιμωρείται.
Οφείλουμε όμως να διαπιστώσουμε την σχεδόν διάχυτη επιθυμία και την καθολική αποδοχή, ότι υπάρχει η ανάγκη για ελεύθερη συζήτηση και βασανιστικό προβληματισμό.
Είναι επιτακτική η ανάγκη της μελέτης και της αναζήτησης που γεννά τον διάλογο και την πρόοδο, που με τη σειρά τους σπάζουν τα ταμπού και διαλύουν τους μύθους και τις προκαταλήψεις.
Όταν η ιατρική επιστήμη καθορίσει με περισσότερη ακρίβεια τη διάγνωση και την πρόγνωση και δώσει ακριβή και σαφή ερμηνεία στους όρους "επιθανάτια αγωνία και κώμα", "κλινικός θάνατος", "εγκεφαλικός θάνατος", "συνείδηση του θνήσκοντος", τότε ο νομοθέτης θα είναι πιο ελαστικός.
Αν η ευθανασία γίνει αποδεκτή από φιλοσοφικής και ανθρωπιστικής άποψης, τότε πρέπει να σπεύσουμε βραδέως να βρούμε τους τρόπους να κατοχυρωθεί και νομικά.
Θα κληθούν να σηκώσουν το βάρος οι νέοι άνθρωποι με νέο τρόπο σκέψης, με διαφορετική νοοτροπία, απαλλαγμένοι από συμπλέγματα και λάθη του παρελθόντος.
Σύμφωνα με την άποψή μου, η οποία σχηματίστηκε από την πείρα την οποία αποκόμισα ασχολούμενος για πολλά χρόνια με το πολύ θεμελιώδες και ενδιαφέρον διαχρονικό πρόβλημα της ευθανασίας, καταλήγω στο συμπέρασμα, χωρίς φυσικά να αποκλείω ότι μπορεί να έχω λάθος, ότι η κυπριακή κοινωνία δεν είναι έτοιμη ούτε τώρα ούτε τα επόμενα 20-30 χρόνια να ασχοληθεί σοβαρά με το πρόβλημα της ευθανασίας και πολύ περισσότερο να καταλήξει και θεσμοθετήσει όπως έκαναν άλλες ευρωπαϊκές και άλλες πολιτισμένες χώρες.
Και αυτό διότι διοικούν τα φθοροποιά κόμματα και κυρίως διότι δεν είμαστε κοσμικό κράτος!