Αναλύσεις

Η σπουδαιότητα της ιθαγένειας, ο νόμος και τα παιδιά των μεικτών γάμων στα κατεχόμενα

Ο όρος της ιθαγένειας, ο οποίος συναντάται συχνά και ως «υπηκοότητα», συζητήθηκε έντονα τελευταίως, εξ αφορμής του ερωτήματος που απηύθυνε ο ευρωβουλευτής του ΑΚΕΛ, Νιαζί Κιζίλγιουρεκ, προς την Ευρωπαϊκή Επιτροπή

Η έννοια της ιθαγένειας ανέκαθεν είχε βαρυσήμαντο χαρακτήρα, ενώ ταυτόχρονα αποτελεί σπουδαίο δείγμα φιλελεύθερης και δημοκρατικής πολιτείας. Στα νομικά, το δίκαιο της ιθαγένειας παίζει τεράστιο ρόλο, καθώς ουσιαστικά προσδίδει σε κάποιο πρόσωπο ταυτότητα και παράλληλα το μετατρέπει σε κοινωνό του δικαίου. Σε μία ευρωπαϊκή Κύπρο, στην οποία οι πολίτες της, εκτός από την κυπριακή ιθαγένεια, διατηρούν και την συμπληρωματικού χαρακτήρα ευρωπαϊκή τέτοια, η κυπριακή ταυτότητα γίνεται ακόμα πιο ισχυρή και σίγουρα περιζήτητη για κάποιους, καθώς γεννά πληθώρα δικαιωμάτων. Ο όρος αυτός, ο οποίος συναντάται συχνά και ως «υπηκοότητα» (φιλολογικά διαφέρουν μεταξύ τους ως προς την προέλευσή τους, ωστόσο νομικά έχουν την ίδια ακριβώς σημασία), συζητήθηκε έντονα τελευταίως, εξ αφορμής του ερωτήματος που απηύθυνε ο ευρωβουλευτής του ΑΚΕΛ, κ. Νιαζί Κιζίλγιουρεκ, προς την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Το ερώτημα αφορούσε στα μέτρα που προτίθεται να λάβει η Κομισιόν, για τα παιδιά των μεικτών γάμων στα κατεχόμενα που στερούνται, όπως σημειώνει, της κυπριακής υπηκοότητας.

Η ιθαγένεια και η δύναμή της

Ως ιθαγένεια, νοείται ο δημοσίου δικαίου δεσμός ενός ατόμου προς την πολιτεία στην οποία ανήκει (Παπασιώπη - Πασιά Ζωή, Δίκαιο Ιθαγένειας, 2003). Πρόκειται για έναν δεσμό, ο οποίος καθιστά τον πολίτη φορέα δικαιωμάτων και υποχρεώσεων και του προσδίδει νομική υπόσταση και ύπαρξη. Στην Κύπρο, πρόσωπο το οποίο κατέχει την κυπριακή υπηκοότητα είναι ημεδαπός, ενώ πρόσωπο το οποίο κατέχει μιαν άλλη, είναι αλλοδαπός. Στην περίπτωση που πρόσωπο κατέχει πέραν της μίας ιθαγένειας, θεωρείται πολυιθαγενής, ενώ κάποιος ο οποίος δεν κατέχει καμία τέτοια, θεωρείται ανιθαγενής. Πέρα από τη νομική προσέγγιση, αδιαμφισβήτητα η υπό συζήτηση έννοια διατηρεί και δογματική τέτοια. Ο έχων την υπηκοότητα πολίτης καθίσταται μέρος ενός συνόλου, όπου μαζί με τους συμπολίτες του συμμετέχει στα κοινά, εργάζεται για να βγάλει το ψωμί του, πληρώνει Κοινωνικές Ασφαλίσεις, προσφέρει στα δημόσια οικονομικά, ψηφίζει τους αιρετούς άρχοντες κ.λπ. Οι συμμετέχοντες σε τέτοιες διαδικασίες αποτελούν τον λαό, ο οποίος βρίσκεται κάτω από την ομπρέλα μιας πατρίδας, ενώ παράλληλα δημιουργείται και ένας έντονος συναισθηματικός δεσμός μεταξύ της συγκεκριμένης γεωγραφικής επικράτειας και των προσώπων που την απαρτίζουν. Βέβαια, η έννοια της ιθαγένειας είναι αυστηρά νομική. Ο υπήκοος, ως κοινωνός της πολιτείας, μπορεί να κατέχει πληθώρα υποχρεώσεων, ωστόσο το κράτος, ως μηχανισμός προστασίας, του προσφέρει και μία σωρεία δικαιωμάτων, τα οποία πάση θυσία οφείλει να τα διασφαλίσει. Συνεπώς, το να κατέχει κάποιος υπηκοότητα δεν είναι κάτι τυχαίο, ούτε αμελητέο.

Πρόσωπο που γεννήθηκε στην Κύπρο από γονείς οι οποίοι εισήλθαν ή διαμένουν παράνομα στην Κύπρο, δεν θεωρείται Κύπριος πολίτης

Η ευρωπαϊκή ιθαγένεια

Με τη Συνθήκη του Μάαστριχτ καθιερώθηκε η ευρωπαϊκή ιθαγένεια, στην οποία φορέας είναι κάθε πρόσωπο που έχει την υπηκοότητα ενός κράτους μέλους (α.20 παρ.1 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της ΕΕ). Όπως αναφέρθηκε και στην εισαγωγή, η ευρωπαϊκή ιθαγένεια έχει συμπληρωματικό - παρακολουθηματικό χαρακτήρα και δεν αναιρεί αυτήν του κράτους - μέλους και το αντίστροφο. Συνεπώς, ένας Κύπριος υπήκοος μπορεί να είναι ταυτόχρονα και πολίτης της Ένωσης. Σύμφωνα με την ίδια διάταξη, οι πολίτες της Ένωσης έχουν σωρεία δικαιωμάτων, με κυριότερο αυτό της ελεύθερης κυκλοφορίας και διαμονής στο έδαφος των κρατών - μελών. Ταυτόχρονα, ο Ευρωπαίος πολίτης έχει το δικαίωμα του εκλέγειν και εκλέγεσθαι στις εκλογές του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, ενώ ακόμη απολαύει στο έδαφος τρίτης χώρας διπλωματικής και προξενικής προστασίας. Επομένως, καθίσταται σαφές πως τα δικαιώματα αυτά προσδίδουν μεγαλύτερο κύρος στην ταυτότητα του πολίτη της Ένωσης.

Μια ματιά στον εθνικό νόμο

Σύμφωνα με τον περί Αρχείου Πληθυσμού Νόμο του 2002 (141(Ι)/2002) και συγκεκριμένα το άρθρο 109, παρ. 1, «πρόσωπο που γεννήθηκε στην Κύπρο κατά ή μετά τη 16η Αυγούστου 1960, είναι πολίτης της Δημοκρατίας, αν κατά τον χρόνο της γέννησής του ήταν πολίτης της Δημοκρατίας οποιοσδήποτε γονέας αυτού ή, σε περίπτωση κατά την οποία δεν ζούσε ο γονέας αυτός κατά τον χρόνο της γέννησης του εν λόγω προσώπου, ο γονέας αυτός θα εδικαιούτο, αν δεν είχε αποβιώσει, να καταστεί πολίτης της Δημοκρατίας». Για παράδειγμα, ένα πρόσωπο το οποίο γεννήθηκε το 1989 από γονείς οι οποίοι είναι Κύπριοι υπήκοοι, τότε τεκμαίρεται ότι είναι Κύπριος πολίτης. Η ίδια διάταξη, στο ίδιο άρθρο και το αμέσως επόμενο εδάφιο, εισάγει μία εξαίρεση, η οποία αφορά το υπό ανάλυση θέμα: «Νοείται ότι οι διατάξεις του εδαφίου αυτού δεν εφαρμόζονται, εκτός εάν το Υπουργικό Συμβούλιο διαφορετικά ήθελε διατάξει, σε περιπτώσεις όπου η είσοδος ή η παραμονή στην Κύπρο οποιουδήποτε των γονέων του εν λόγω προσώπου ήταν παράνομη». Έτσι, λοιπόν, ο νόμος ρητά ορίζει ότι, πρόσωπο του οποίου ο γονέας εισήλθε ή διαμένει παράνομα στην Κύπρο, δεν είναι δυνατόν να αποκτήσει πρωτογενώς την κυπριακή ιθαγένεια. Κλασικό παράδειγμα, η περίπτωση μεικτών γάμων στα κατεχόμενα εδάφη μας, όπου για παράδειγμα Κύπρια υπήκοος, η οποία ανήκει στην τουρκική κοινότητα, νυμφεύεται έποικο από την Τουρκία και αποκτούν μαζί ένα τέκνο. Ο νόμος προβλέπει ότι το παιδί δεν είναι πολίτης της Δημοκρατίας.

Έγκλημα κατά της ανθρωπότητας ο εποικισμός – Διαιωνίζει έτι περαιτέρω το πρόβλημα της παράνομης εισβολής και κατοχής, η ενδεχόμενη παραχώρηση ιδιότητας του πολίτη της Δημοκρατίας σε τέκνα μεικτών γάμων στα κατεχόμενα

Το διεθνές δίκαιο

Σύμφωνα με το άρθρο 49, παρ. 6 της 4ης Συνθήκης της Γενεύης του 1949, απαγορεύεται η μεταφορά από την κατοχική δύναμη του δικού της πληθυσμού στην περιοχή που κατέχει, με δικαιολογητική βάση, την απαγόρευση της δημογραφικής χειραγώγησης. Επιπρόσθετα, το άρθρο 7, παρ. 1, περ. δ, ορίζει ως έγκλημα κατά της ανθρωπότητας τη «μετακίνηση των προσώπων για τα οποία πρόκειται με απέλαση ή άλλες πράξεις εξαναγκασμού από την περιοχή στην οποία νομίμως βρίσκονται, άνευ λόγων επιτρεπτών κατά το διεθνές δίκαιο». Ακόμη το άρθρο 8 (2) (β) (viii) του Καταστατικού της Ρώμης του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου ορίζει ότι «η μεταφορά άμεσα ή έμμεσα από την κατοχική δύναμη τμημάτων του άμαχου πληθυσμού της στο έδαφος που κατέχει, είναι έγκλημα πολέμου». Κατά συνέπειαν, τα πρόσωπα τα οποία έχουν εκδιωχθεί από τις εστίες τους και μεταφέρθηκαν διά της βίας στο κατεχόμενο κομμάτι του νησιού, σε καμία περίπτωση δεν μπορούν νομικά να δικαιολογήσουν την παρουσία τους, οπότε βρίσκονται στο νησί παράνομα.

Τα τέκνα των μεικτών γάμων ρίχνουν το γάντι. Εμείς πρέπει να το σηκώσουμε;

Από τα όσα ετέθησαν, καθίσταται σαφές πως η ιθαγένεια δεν είναι απλή υπόθεση. Από τη στιγμή που κάποιο πρόσωπο κατέχει την ταυτότητα ενός κράτους, αυτόματα σημαίνει πως αποδέχεται την ύπαρξη αυτής της νομικής οντότητας, σέβεται απόλυτα τους θεσμούς και δεν αναγνωρίζει οποιαδήποτε αποσχιστική πράξη που υποσκάπτει το νόμιμο καθεστώς. Η δικαιολογητική βάση του νόμου που ορίζει ότι τα τέκνα των εποίκων ή έστω των μεικτών γάμων δεν είναι πολίτες της Δημοκρατίας, είναι σαφής. Στηρίζεται στο ότι εάν η Κυπριακή Δημοκρατία παραχωρήσει υπηκοότητα σε αυτούς που την ζητούν, οι οποίοι όπως λέγεται είναι γύρω στα 30.000 πρόσωπα, θα διαιωνίσει ακόμα περισσότερο το πρόβλημα της παράνομης εισβολής και της συνεχιζόμενης κατοχής. Παράλληλα, σε μία τέτοια περίπτωση, θα έδινε συγχωροχάρτι στην Τουρκία για το έγκλημα πολέμου που διέπραξε και συνεχίζει ανηλεώς να διαπράττει. Συν τοις άλλοις, μια τέτοια πράξη θα αποτελούσε αποδοχή της κατοχής και προφανέστατα θα δημιουργούσε ανισότητες. Αυτό προκύπτει από το ότι θα εξίσωνε τον νόμιμο πολίτη, ο οποίος αναγνωρίζει την Κυπριακή Δημοκρατία, υπακούει σε νόμους και ακολουθεί μία σειρά υποχρεώσεων, με κάποιο πρόσωπο το οποίο δεν αναγνωρίζει το νόμιμο καθεστώς επί της νήσου, επιζητεί την κυπριακή ταυτότητα για να απολαμβάνει μόνο δικαιώματα, ενώ είναι θολό το τοπίο για το εάν έχει τη διάθεση να γίνει και φορέας υποχρεώσεων. Βέβαια, υπάρχουν περιπτώσεις όπου το Υπουργικό Συμβούλιο κατ’ εξαίρεσιν παραχώρησε υπηκοότητα σε τέκνα μεικτών γάμων, λαμβάνοντας πάντοτε υπόψη τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης και την ανάγκη που προέκυπτε. Άλλωστε, είναι και πάγια νομολογημένο, ότι το κυρίαρχο κράτος έχει το δικαίωμα να επιλέγει τους πολίτες του, ενώ εξετάζεται και το δημόσιο συμφέρον, ώστε να εξυπηρετούνται τα συμφέροντα της πολιτείας. Στη βάση αυτή στηρίζεται η πολιτεία, η οποία οφείλει να σκέφτεται διπλά και τριπλά, ποιο πρόσωπο θα ήθελε να «βαφτίσει» ως Κύπριο πολίτη και δη άτομα παρανόμως διαμένοντα στο νησί.