Αναλύσεις

Στον κυκλώνα των fake news και της παραπληροφόρησης

Η ελευθερία του λόγου υπήρξε ανέκαθεν το υπέρτατο αγαθό των Δυτικών δημοκρατιών. Σύμφωνα με το Άρθρο 19 της Οικουμενικής Διακήρυξης των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, ο «καθένας έχει το δικαίωμα της ελευθερίας της γνώμης και της έκφρασης, που σημαίνει το δικαίωμα να μην υφίσταται δυσμενείς συνέπειες για τις γνώμες του, και το δικαίωμα να αναζητεί, να παίρνει και να διαδίδει πληροφορίες και ιδέες, με οποιοδήποτε μέσο έκφρασης, και απ’ όλον τον κόσμο». Η ελευθερία του λόγου είναι το δικαίωμα που διασφαλίζει ότι κάθε φωνή, ανεξαρτήτως περιεχομένου, έχει τη θέση της στον δημόσιο διάλογο. Θα περίμενε κανείς ότι, σε μια δημοκρατία του 21ου αιώνα, όπου οι κυβερνώντες διατείνονται όσο ποτέ τη στήριξη στην πολυφωνία και τα ανθρώπινα δικαιώματα, η ελευθερία της έκφρασης δεν θα διέτρεχε κίνδυνο. Οι πρόσφατες εξελίξεις αποδεικνύουν πως η πραγματικότητα είναι πολύ διαφορετική.

Πολίτες πλέον συλλαμβάνονται και ανακρίνονται από την Αστυνομία για αναρτήσεις και σχόλια στο διαδίκτυο, ενώ με νομοσχέδια επιχειρείται η ενδυνάμωση των νομικών εργαλείων της εξουσίας να ασκεί δίωξη και λογοκρισία εκεί και όπου το θεωρεί αναγκαίο. Τα φαινόμενα αυτά έχουν ήδη εμφανιστεί στην Κύπρο τού σήμερα, με πιο πρόσφατα παραδείγματα τις συλλήψεις πολιτών για διαδικτυακά σχόλια που αφορούν το μεταναστευτικό και τις υπό συζήτηση τροποποιήσεις νομοσχεδίων για ποινικοποίηση της διασποράς «ψευδούς περιεχομένου». Υπάρχουν φυσικά περιπτώσεις όπου ισχύουν περιορισμοί στην ελευθερία του λόγου, ούτως ώστε να μην καταπατούνται τα δικαιώματα άλλων ανθρώπων. Τέτοιοι περιορισμοί ισχύουν, για παράδειγμα, με τους νόμους που αφορούν τη συκοφαντική δυσφήμιση. Ο κίνδυνος ωστόσο βρίσκεται εκεί όπου το ίδιο το κράτος, ως ο παραπονούμενος, μέσω δημοσίων φορέων επιχειρεί να θέσει περιορισμούς και να λογοκρίνει αυτό που θεωρεί ως «παραπληροφόρηση», «ψευδή ενημέρωση» ή ακόμα και «ρητορική μίσους».

Υπάρχουν πολλά επιχειρήματα εναντίον του λανθασμένου τρόπου της ποινικοποίησης για την «παραπληροφόρηση». Πρώτον, η άποψη προς καταστολή από τις Αρχές ενδεχομένως να είναι και αληθής. Αυτοί που επιχειρούν να την καταστείλουν φυσικά αρνούνται την αλήθεια της, αλλά ποιος μπορεί να πει ότι οι ίδιοι είναι αλάθητοι; Πόσο σωστό είναι να έχουν την εξουσία να αποφασίζουν για το σύνολο των πολιτών αποκλείοντας την κρίση των υπολοίπων; Διότι η καταστολή της ελευθερίας της έκφρασης είναι διπλή αδικία, η οποία παραβιάζει τόσο το δικαίωμα του ομιλητή/γράφοντος όσο και του ακροατή/αναγνώστη. Ωστόσο, ο γράφων θα πρέπει να μάθει, όταν γράφει να σέβεται και τον εαυτό του και τους συμπολίτες του και την Κυβέρνηση. Για να κατηγορηθεί κάποιος για παραπληροφόρηση, δηλαδή για σκόπιμη διασπορά ειδήσεων ψευδούς ή ανακριβούς περιεχομένου, πρέπει πρώτα να καθοριστεί τι εννοούμε επί τούτου. Αλλιώς δεν υπάρχει αδίκημα. Ένας νοήμων άνθρωπος θα αντιλαμβάνεται ότι η αλήθεια αναδύεται μέσα από τον διάλογο και τη σύγκρουση αντίθετων απόψεων. Χωρίς αυτό να είναι απόλυτο. Διότι ακόμη και από τον διάλογο μπορεί να προκύπτει παραπληροφόρηση. Από αυτήν την οπτική, ακόμη και οι απόψεις που δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα μπορούν να εξυπηρετήσουν θετικό σκοπό μέσω της ώθησης των άλλων να αναπτύξουν και να διευκρινίσουν τις δικές τους εμπεριστατωμένες απόψεις και να αποκαλύψουν τι είναι αληθές και τι είναι ψευδές.

Όταν μια κυβέρνηση κρίνει απαραίτητη την «προστασία» των πολιτών από αυτό που θεωρεί «ψευδές» ή «επικίνδυνο», ουσιαστικά υποστηρίζει ότι ο κόσμος είναι ανίκανος να ασκήσει ανεξάρτητη κρίση, ανοίγοντας δρόμο προς ολοκληρωτικές καταστάσεις. Δεν είναι οι ίδιες κυβερνήσεις των Δυτικών κρατών της Ευρώπης, που έδειχναν το δάκτυλο προς τον Πρωθυπουργό της Ουγγαρίας, Βίκτορ Όρμπαν, επικαλούμενες έλλειμμα δημοκρατίας με αφορμή την απαγόρευση με νόμο του «ΛΟΑΤΚΙ περιεχομένου» στα σχολεία ως επικίνδυνου για τους νέους; Ξαφνικά τα μέτρα του αυταρχικού Όρμπαν και οι πολιτικές φιλτραρίσματος των πληροφοριών που λαμβάνει ο πληθυσμός είναι καλές, φτάνει να προσαρμοστούν και να έρθουν στις «σωστές» γραμμές; Όλα τα ολοκληρωτικά καθεστώτα του παρελθόντος ασκούσαν λογοκρισία, επιτρέποντας μόνο την έκφραση των ιδεών που ευθυγραμμίζονταν με την ιδεολογία του καθεστώτος. Όλες οι άλλες ιδέες χαρακτηρίζονταν ως «ψευδείς». Άρα, είναι ένα πράγμα η νομοθεσία για την προστασία των ατομικών δικαιωμάτων, την αξιοπιστία και την αξιοπρέπεια και είναι άλλο πράγμα η εκδήλωση αυθαίρετων μέτρων που στρέφονται εναντίον της ελευθερίας του λόγου και της έκφρασης.

Επιπλέον, τι γίνεται με τις διατάξεις του νόμου που αφορούν τη «ρητορική μίσους»; Ένα από τα κύρια επιχειρήματα πίσω από τους νόμους κατά της «ρητορικής μίσους» είναι ο ισχυρισμός ότι η πράξη συνιστά μορφή βίας. Όπως οι φυσικές επιθέσεις προκαλούν σωματική βλάβη, έτσι και τα λόγια μπορούν να προκαλέσουν συναισθηματική και ψυχική βλάβη, που ενδέχεται να είναι βαθιά επιζήμια. Αν και υπάρχει βασική διαφορά μεταξύ της φυσικής και της ψυχολογικής βίας, η βία είναι βία. Το ζητούμενο είναι πώς ο νόμος τα περιγράφει και τα καθορίζει, αν γίνονται οι σχετικές διαδικασίες, προτού μια υπόθεση αποφασιστεί ότι θα τεθεί ενώπιον του δικαστηρίου και αν χρησιμοποιούνται αυτά ως μηχανισμός απειλών για καταστολή της άλλης άποψης. Σε αυτήν την περίπτωση η Πολιτεία χρησιμοποιεί τους μηχανισμούς της για να συμπεριφερθεί με τρόπο όπως αυτόν τον οποίο καταδικάζει. Σε αυτές τις περιπτώσεις η Κυβέρνηση όντως επιδιώκει να φιμώσει τους πολίτες κυρίως στο μεταναστευτικό και αλλού, επιστρατεύοντας τη λεγόμενη «ρητορική μίσους» ή της «παραπληροφόρησης».

Ποτέ δεν θα πρέπει να επιτρέψουμε ως πολίτες να αφεθούμε στο έλεος εκείνων που αποφασίζουν τι είναι και τι δεν είναι «παραπληροφόρηση», τι είναι και τι δεν είναι «ρητορική μίσους», κατά τρόπον αυθαίρετο. Για να αποτραπεί ο ολοκληρωτικός έλεγχος της σκέψης και της έκφρασης, περισσότεροι από εμάς πρέπει να ασκούν συστηματικά και με κάθε κόστος το δικαίωμα στην ελευθερία του λόγου, αλλιώς το κόστος θα το επωμιστούν οι επόμενες γενιές.