Αναλύσεις

Ενεργειακό αδιέξοδο: Σε τροχιά βραχυκυκλώματος

Η Κύπρος διαθέτει έναν από τους υψηλότερους δείκτες εγκατεστημένων φωτοβολταϊκών ανά κάτοικο στην Ευρώπη, αλλά μεγάλο ποσοστό της παραγόμενης πράσινης ενέργειας χάνεται.

Η συζήτηση για τον ενεργειακό τομέα της Κύπρου έχει πάρει φωτιά. Όχι τυχαία, αφού οι ενδείξεις συνηγορούν στο ότι ολόκληρο το σύστημα έχει σε μεγάλο βαθμό βραχυκυκλώσει. Από τις καθυστερήσεις στη λειτουργία της ελεύθερης αγοράς ηλεκτρισμού μέχρι τη σπατάλη ανανεώσιμης ενέργειας, και με έλλειψη προοπτικής γρήγορης προόδου. Η εικόνα γίνεται ακόμη πιο περίπλοκη με τις εκκρεμότητες και αμφιταλαντεύσεις σε έργα διασύνδεσης, και την αβεβαιότητα γύρω από την αξιοποίηση του φυσικού αερίου.

Το αποτέλεσμα είναι μια χώρα με τεράστιες δυνατότητες, που όμως αδυνατεί να τις μετουσιώσει σε πράξη. Η Κύπρος διαθέτει έναν από τους υψηλότερους δείκτες εγκατεστημένων φωτοβολταϊκών ανά κάτοικο στην Ευρώπη, αλλά μεγάλο ποσοστό της παραγόμενης πράσινης ενέργειας χάνεται. Το πρώτο εξάμηνο του 2025, η αποκοπή ηλεκτρικής παραγωγής από ΑΠΕ έφθασε σε ιστορικά επίπεδα. Ενέργεια που θα μπορούσε να μειώσει το ενεργειακό κόστος και τις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου πετάχτηκε κυριολεκτικά στον κάλαθο των αχρήστων, επειδή το σύστημα δεν μπορούσε να την απορροφήσει. Η αντίφαση είναι κραυγαλέα. Την ώρα που οι πολίτες πληρώνουν ακριβά για ηλεκτρισμό, τα φωτοβολταϊκά τους μένουν «κομμένα» ώρες ολόκληρες. Οι επενδυτές αποθαρρύνονται, ενώ οι μεγάλες εταιρείες ΑΠΕ χάνουν κίνητρα να επεκτείνουν τη δραστηριότητά τους. Η ενεργειακή μετάβαση μετατρέπεται σε γρίφο, με τη χώρα να δείχνει αδύναμη ν’ αξιοποιήσει τις ίδιες της τις δυνατότητες.

Η κατάσταση επιβαρύνεται από τις αμφιταλαντεύσεις, επιπλοκές και καθυστερήσεις στα μεγάλα έργα διασύνδεσης. Η ηλεκτική διασύνδεση EuroAsia Interconnector, που είχε προβληθεί ως εμβληματικό έργο σύνδεσης της Κύπρου με την Ελλάδα και το Ισραήλ, παραμένει στον αέρα. Οι αμφιβολίες για τη βιωσιμότητα και τις χρηματοδοτήσεις, καθώς και οι έρευνες που βρίσκονται σε εξέλιξη για τη διαχείριση του έργου, σκιάζουν την προοπτική υλοποίησης. Αν το έργο δεν προχωρήσει, η Κύπρος θα συνεχίσει να είναι ενεργειακά απομονωμένη, εγκλωβισμένη σ’ ένα μικρό, ευάλωτο και δύσκολα διαχειρίσιμο δίκτυο.

Στον αντίποδα, το φυσικό αέριο θα μπορούσε ν’ αποτελέσει σανίδα σωτηρίας. Τα κοιτάσματα στο Αφροδίτη και το Κρόνος ανανεώνουν τις ελπίδες για μείωση της ενεργειακής εξάρτησης. Οι νέες συμφωνίες με την κοινοπραξία της Chevron και η προοπτική εξαγωγής αερίου μέσω Αιγύπτου συνιστούν βήματα προς τα εμπρός. Όμως η απόσταση από την υπογραφή των συμφωνιών μέχρι την εμπορική αξιοποίηση παραμένει μεγάλη. Χρειάζονται σταθερά χρονοδιαγράμματα, αξιόπιστη εποπτεία και σαφείς εγγυήσεις ότι η παραγωγή δεν θα χαθεί μέσα σε νέες καθυστερήσεις.

Η έλλειψη διαχρονικού, ρεαλιστικού και υλοποιήσιμου σχεδιασμού, με εφικτές τακτικές και δράσεις, και η διαρκής αβεβαιότητα και αναβλητικότητα λειτουργούν αποτρεπτικά. Οι πολίτες ακούουν υποσχέσεις για «ενεργειακή αυτάρκεια» εδώ και μια δεκαετία, αλλά στην πράξη συνεχίζουν να εξαρτώνται από πετρέλαιο και μαζούτ, πληρώνοντας από τις πιο ακριβές τιμές στην Ευρώπη, και επιπλέον πρόστιμα για ρύπους. Οι ξένοι επενδυτές βλέπουν μια χώρα όπου οι πολιτικές αλλάζουν συνεχώς, ενώ τα μεγάλα έργα συναντούν τείχη γραφειοκρατίας και καχυποψίας. Ακόμη και το ζήτημα της ελεύθερης αγοράς ηλεκτρισμού έχει μετατραπεί σε πεδίο πολιτικών αντιπαραθέσεων. Οι μεταρρυθμίσεις προχωρούν με αργούς ρυθμούς, ενώ η ανεξαρτησία του ρυθμιστή αμφισβητείται συχνά από παρεμβάσεις. Το μονοπώλιο της ΑΗΚ, ακόμη και τώρα σε συνθήκες θεωρητικής ελευθεροποίησης, παραμένει ισχυρό, και η αίσθηση είναι ότι η αγορά ανοίγει με τρόπο αποσπασματικό, χωρίς να δημιουργεί συνθήκες πραγματικού ανταγωνισμού. Όλα αυτά οδηγούν στο ίδιο συμπέρασμα, ότι δηλαδή ο τομέας έχει πράγματι βραχυκυκλώσει σε μεγάλο βαθμό. Η Κύπρος πετάει ενέργεια που παράγει, καθυστερεί σε έργα στρατηγικής σημασίας, παραμένει εξαρτημένη από ακριβά καύσιμα, δεν μπορεί ν’ αντιμετωπίσει τα μονοπώλια, και δεν μπορεί να δώσει ξεκάθαρο και αξιόπιστο μήνυμα στους επενδυτές. Εντούτοις, η εικόνα δεν είναι αναπότρεπτη, αλλά απαιτεί άμεση δράση και πολιτική αποφασιστικότητα και τόλμη.

Οι λύσεις βρίσκονται στο τραπέζι. Η πρώτη και πιο άμεση είναι η ανάπτυξη έργων αποθήκευσης μεγάλης κλίμακας. Μπαταρίες για το δίκτυο και άλλες τεχνολογίες μπορούν να δώσουν διέξοδο στο πρόβλημα της αποκοπής ΑΠΕ. Παράλληλα, η ενίσχυση του θεσμικού πλαισίου για μικροπαραγωγούς, με κίνητρα για οικιακές μπαταρίες και έξυπνα συστήματα, μπορεί να μειώσει τη σπατάλη και να ενισχύσει την εμπιστοσύνη των πολιτών.

Η δεύτερη αναγκαία κίνηση είναι η διαφάνεια και η επιτάχυνση στα έργα φυσικού αερίου. Η Κυβέρνηση οφείλει να παρουσιάσει χρονοδιάγραμμα με συγκεκριμένες εφικτές δράσεις και ορόσημα, δεσμευτικά για όλους τους εμπλεκομένους και γνωστά στην κοινωνία. Χωρίς σαφή και λεπτομερή στρατηγική, προγραμματισμό και ρεαλιστικά χρονοδιαγράμματα, οι εξαγγελίες μένουν κενό γράμμα.

Τρίτη προτεραιότητα είναι η αποκατάσταση αξιοπιστίας στα έργα διασύνδεσης. Το EuroAsia ή οποιοδήποτε άλλο καλώδιο προκριθεί πρέπει να προχωρήσει με αυστηρή εποπτεία, γεωπολιτική ασφάλεια, οικονομικές εγγυήσεις και χρηματοδοτήσεις, διασφάλιση ποιότητας και ανεξάρτητους ελέγχους. Η χώρα δεν αντέχει άλλη μια εικοσαετία ενεργειακής απομόνωσης.

Τέταρτη και κρίσιμη παράμετρος είναι οι θεσμικές αλλαγές. Το ξεκαθάρισμα των ρόλων στην αγορά ηλεκτρισμού, η πραγματική ελευθεροποίηση σε συνθήκες υγιούς ανταγωνισμού, η ενίσχυση της ΡΑΕΚ και η μονοπωλιακή αποσύνδεση της ΑΗΚ σε λειτουργικό επίπεδο, αποτελούν προϋποθέσεις για ν’ αποκτήσει η αγορά υγιή ανταγωνισμό. Χωρίς ισχυρή ρυθμιστική Αρχή, χωρίς την εγκατάλειψη των μονοπωλίων, κανένα σχέδιο δεν θα αποδώσει.

Τέλος, η ενεργειακή διπλωματία πρέπει ν’ αξιοποιηθεί στο έπακρον. Οι σχέσεις με το Ισραήλ και την Αίγυπτο μπορούν ν’ αποτελέσουν μοχλό για ασφαλείς εξαγωγές φυσικού αερίου και αποτελεσματικές συνεργασίες που θα ενισχύσουν την περιφερειακή θέση της Κύπρου. Η Λευκωσία μπορεί και πρέπει να διεκδικεί ενεργειακό ρόλο-κλειδί στην Ανατολική Μεσόγειο.

Συμπερασματικά, η σημερινή εικόνα μπορεί να φαντάζει ζοφερή, αλλά δεν είναι μοιραία. Η Κύπρος διαθέτει πλούτο φυσικών πόρων, τεράστιο δυναμικό ΑΠΕ και στρατηγική θέση που μπορεί να την αναδείξει σε ενεργειακό κόμβο. Το ζητούμενο είναι να υπάρξει πολιτική αποφασιστικότητα και βούληση, ν’ αναπτυχθεί ολοκληρωμένη, εφικτή και μετρήσιμα αποτελεσματική στρατηγική, και να ληφθούν δύσκολες αποφάσεις, μεθοδικά και με διαφάνεια. Διαφορετικά, η χώρα θα χάσει το τρένο της ενεργειακής μετάβασης, με βαρύ τίμημα για την οικονομία, το περιβάλλον και τη γεωπολιτική της θέση. Η λύση βρίσκεται σε άμεσες, ρεαλιστικές και αποτελεσματικές αποφάσεις και πράξεις.

*Καθηγητής - Ανθρωπολόγος στο Philips University, πρώην Πρύτανης.