Η ωραιοποιημένη “θετική ατζέντα” και το τυφλό σημείο του κ. Νεοφύτου

Η εκλογή του Τουφάν Ερχιουρμάν στα κατεχόμενα παρουσιάστηκε από τον κ. Αβέρωφ Νεοφύτου ως ιστορική ευκαιρία επανεκκίνησης της προσπάθειας λύσης. Η ανάγνωση ακούγεται ελκυστική, ιδιαίτερα για όσους ζητούν επειγόντως μια «θετική αφήγηση» μετά από χρόνια στασιμότητας. Είναι όμως πολιτικά και στρατηγικά επαρκής για τα συμφέροντα της Ελληνικής Κοινότητας και της Κυπριακής Δημοκρατίας;

Κατ’ αρχάς, η ανάδειξη Ερχιουρμάν με περίπου 63% των ψήφων καταγράφει πράγματι την αποδοκιμασία του δόγματος των «δύο κρατών» του κ. Τατάρ και των χειρότερων εκδοχών της πλήρους ευθυγράμμισης με την Άγκυρα. Αυτό είναι ένα δεδομένο που δεν πρέπει να υποτιμηθεί. Όμως δεν επιτρέπεται να αποσυνδέεται από την πραγματικότητα στην οποία διεξάχθηκαν αυτές οι εκλογές, δηλ. σε ένα μη αναγνωρισμένο μόρφωμα, υπό την παρουσία σαράντα χιλιάδων Τούρκων στρατιωτών και με ένα εκλογικό σώμα το οποίο, εδώ και δεκαετίες, περιλαμβάνει σημαντικό αριθμό εποίκων και πολιτογραφήσεων. Η επίκληση της «καθαρής βούλησης των Τουρκοκυπρίων» χωρίς αυτές τις παραμέτρους δεν είναι ένδειξη πολιτικού ρεαλισμού, αλλά επιλεκτικής τύφλωσης.

Ο κ. Νεοφύτου επιχειρεί να οικοδομήσει πάνω σε αυτό το αποτέλεσμα μια ευρύτερη στρατηγική: τη σύζευξη της λύσης του Κυπριακού με τη «θετική ατζέντα» ΕΕ - Τουρκίας, με αιχμή το πρόγραμμα SAFE και την αναβάθμιση της Τελωνειακής Ένωσης. Προτείνει, ουσιαστικά, μια νέα εκδοχή του γνωστού αφηγήματος. Αν βοηθήσουμε τη Δύση να «κλειδώσει» την Τουρκία σε ένα πλαίσιο συνεργασίας, τότε θα διευκολυνθεί και η λύση του Κυπριακού, προς όφελος όλων.

Η προσέγγιση αυτή όμως πάσχει σε τρία κρίσιμα σημεία:

Πρώτον, υποτιμά την πάγια στρατηγική στόχευση της Άγκυρας. Για μισό αιώνα, η Τουρκία αντιμετωπίζει την Κύπρο όχι ως χώρο διαπραγμάτευσης αμοιβαίων διευθετήσεων, αλλά ως κεντρικό γεωστρατηγικό έρεισμα και πεδίο άσκησης κυριαρχίας. Οι επανειλημμένες δηλώσεις περί «τουρκικής Κύπρου», οι απειλές προσάρτησης, η συστηματική αλλοίωση του δημογραφικού και η μονιμοποίηση της στρατιωτικής παρουσίας δεν είναι διαπραγματευτικά πυροτεχνήματα, αλλά στοιχεία συνεκτικής πολιτικής. Όποιος σχεδιάζει στρατηγική αγνοώντας αυτά τα δεδομένα, στην πράξη ζητά από την Ελληνική Κοινότητα να επενδύσει την ασφάλεια και την επιβίωσή της σε μια υπόθεση καλής πίστης της Τουρκίας που δεν επιβεβαιώνεται από την ιστορία.

Δεύτερον, η προτεινόμενη «θετική ατζέντα» διακινδυνεύει να λειτουργήσει εις βάρος της Κυπριακής Δημοκρατίας αντί σαν εργαλείο πίεσης προς την Άγκυρα. Η σύνδεση της λύσης με την πρόσβαση της Τουρκίας σε κρίσιμα ευρωπαϊκά εργαλεία άμυνας και οικονομίας μπορεί, υπό προϋποθέσεις, να είχε νόημα. Στην πράξη, όμως, δημιουργεί ένα πολιτικό περιβάλλον στο οποίο όποια κυβέρνηση στη Λευκωσία επιμένει σε ουσιαστικές εγγυήσεις ασφάλειας, αποχώρηση στρατευμάτων, αντιμετώπιση του εποικισμού και πλήρη σεβασμό των δικαιωμάτων των προσφύγων, θα κινδυνεύει να στιγματίζεται ως εμπόδιο στην ευρωπαϊκή ασφάλεια. Ο καταλογισμός ευθύνης μετατοπίζεται από τον κατακτητή στο θύμα. Η ρητορική που παρουσιάζεται ως «έξυπνη διπλωματία» κινδυνεύει να εξελιχθεί σε μέθοδο ενοχοποίησης της Ελληνικής Κοινότητας για την τουρκική αδιαλλαξία.

Τρίτον, η οικονομική επιχειρηματολογία παρουσιάζεται σχεδόν σαν η λύτρωσή μας. Τα δισεκατομμύρια από αναπροσαρμογές εδαφών, ανάπτυξη Βαρωσιού, (είμαι από το Βαρώσι και δεν δέχομαι το τουρκ. Βαρώσια) αξιοποίηση υδρογονανθράκων, επενδύσεις, «μέρισμα ειρήνης». Ωστόσο, σιωπά για τα κρίσιμα ερωτήματα: Ποια ακριβώς δικαιώματα των προσφύγων θα διασφαλιστούν; Έχουν τα ανθρώπινα δικαιώματα ημερομηνία λήξεως; Πώς θα αντιμετωπιστεί νομικά και πρακτικά ο εποικισμός; Ποιες θα είναι οι συνταγματικές δομές της ενδεχόμενης λύσης και πόσο ανθεκτικές θα είναι σε μια μελλοντική εργαλειοποίηση από την Τουρκία; Χωρίς σαφείς απαντήσεις, οι αριθμοί λειτουργούν ως πονηρό πολιτικό δόλωμα και όχι ως σοβαρή ανάλυση κόστους - οφέλους.

Για τον εθνικά σκεπτόμενο πολίτη, η ουσία δεν είναι να απορρίψει συλλήβδην τη διαπραγμάτευση, ούτε να υποστηρίξει φαντασιώσεις «μαγικής λύσης» εκτός διεθνούς πλαισίου. Η ουσία είναι να μην αποδεχθεί ως «ρεαλιστική» μια προσέγγιση που:

  • νομιμοποιεί εμμέσως τον εποικισμό,
  • υποβαθμίζει τη σημασία της πλήρους αποστρατιωτικοποίησης,
  • μεταθέτει την ευθύνη στους Ελληνες Κυπρίους αν δεν συναινέσουν σε ρυθμίσεις που είναι ενάντια στην ασφάλεια και την κυριαρχία τους,
  • και θεωρεί δεδομένο ότι η Τουρκία θα σεβαστεί αύριο όσα συστηματικά παραβιάζει σήμερα.

Η εκλογή Ερχιουρμάν μπορεί(;) να αποτελέσει μια συγκυρία που οφείλουμε να αξιοποιήσουμε, αλλά μόνο στη βάση καθαρών αρχών: πλήρης σεβασμός της Κυπριακής Δημοκρατίας, πλήρης αποχώρηση κατοχικών στρατευμάτων, αποτελεσματική αντιμετώπιση του εποικισμού, διασφάλιση των δικαιωμάτων των προσφύγων σύμφωνα με το διεθνές και ευρωπαϊκό δίκαιο, και συνταγματική αρχιτεκτονική που δεν θα επιτρέπει σε τρίτα κράτη να κρατούν όμηρο την Ελληνική κοινότητα.

Η πολιτική συζήτηση που χρειαζόμαστε δεν είναι μεταξύ «προοδευτικών λύσεων» και «ακραίων απορριπτικών», αλλά μεταξύ όσων αντιμετωπίζουν την τουρκική στρατηγική με καθαρό μυαλό και όσων επιμένουν να την ωραιοποιούν. Η ευθύνη απέναντι στην Ελληνική Κοινότητα, αλλά και απέναντι σε μια πραγματικά ενωμένη και ασφαλή Κύπρο, επιβάλλει να αντιμετωπίζουμε την τουρκική απειλή με ψυχραιμία και θάρρος.

*Απόφοιτος Πολιτικών Επιστημών, Ψυχολογίας και Κοινωνιολογίας από τη Γερμανία