«Το ανύπαρκτο “κεκτημένο των συνομιλιών”: πολιτική φράση και όχι νομική δέσμευση»
Από της εκλογής του ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας επαναλαμβάνει ότι οι επερχόμενες συνομιλίες για το Κυπριακό πρέπει να βασιστούν στο «κεκτημένο των συνομιλιών». Ο όρος παραπέμπει σε συνέχεια, σε κάτι που δεν πρέπει να χαλάσουμε. Μόνο που στο διεθνές δίκαιο κάτι τέτοιο δεν υπάρχει με τη μορφή που παρουσιάζεται,
Ο λόγος είναι απλός. Όλες οι φάσεις των διακοινοτικών διαπραγματεύσεων, από τη δεκαετία του 1990 μέχρι το Κραν Μοντανά (2017) και μέχρι τις σημερινές προσπάθειες επανέναρξης υπό την αποστολή καλών υπηρεσιών του ΓΓ, στηρίχθηκαν ρητά στον κανόνα που το ίδιο το Συμβούλιο Ασφαλείας κατέγραψε: «όλα τα ζητήματα θα διαπραγματευθούν αλληλοεξαρτώμενα και τίποτα δεν θα συμφωνηθεί αν δεν συμφωνηθούν όλα». Βλ. την αναφορά στο S/2017/814 της 28.9.2017, όπου ο ΓΓ καταγράφει ακριβώς αυτή τη μεθοδολογία.
Αν λοιπόν ο ίδιος ο μηχανισμός των συνομιλιών θέτει ως όρο μηδενικής δεσμευτικότητας τα επιμέρους σημεία, τότε η εκ των υστέρων αναγόρευση των «συγκλίσεων» σε «κεκτημένο» αντιστρέφει τη λογική της διαδικασίας. Πρόκειται για πολιτική επιλογή, όχι για νομική πραγματικότητα.
Τι λέει το Διεθνές Δίκαιο:
Η Σύμβαση της Βιέννης για το Δίκαιο των Συνθηκών (1969) είναι απολύτως σαφής: διεθνής συμφωνία είναι έγγραφο μεταξύ κρατών που διέπεται από το διεθνές δίκαιο (άρθρο 2) και δεσμεύει μόνο όταν υπάρχει ρητή συναίνεση με έναν από τους προβλεπόμενους τρόπους (άρθρα 11–15). Το δε άρθρο 26 (pacta sunt servanda, οι συμφωνίες πρέπει να τηρούνται) ενεργοποιείται μόνο όταν υπάρχει συμφωνία. Στο Κυπριακό δεν έχουμε συνολική υπογεγραμμένη συμφωνία. Άρα δεν έχουμε νομικό «κεκτημένο». Το άρθρο 18, που υποχρεώνει τα μέρη να μην ματαιώνουν τον σκοπό μιας υπογεγραμμένης συνθήκης, επίσης δεν εφαρμόζεται, γιατί δεν υπάρχει τέτοια συνθήκη.
Το Διεθνές Δικαστήριο έχει δεχθεί ότι κάποια πρακτικά μπορούν να παράγουν δεσμευτικό αποτέλεσμα, αλλά μόνο όταν τα μέρη εκδηλώνουν σαφή βούληση να δεσμευτούν (υπόθεση Qatar v. Bahrain, 2001). Στις δικές μας συνομιλίες υπάρχει το ακριβώς αντίθετο: ρητή διατύπωση μη δεσμευτικότητας. Αν ήθελαν οι ηγέτες να κλειδώσουν τις συγκλίσεις, θα είχαν πει «συμφωνήσαμε αυτό». Είπαν «δεν συμφωνείται τίποτα». Τέλος.
Υπάρχει βέβαια ένα πραγματικό «κεκτημένο», αλλά δεν είναι αυτό που περιγράφει ο πρόεδρος. Είναι το πλαίσιο του Συμβουλίου Ασφαλείας: λύση δικοινοτικής, διζωνικής ομοσπονδίας με πολιτική ισότητα, όπως επαναβεβαιώνεται από το 541, το 550, το 1251 (1999) και πολύ πρόσφατα από το 2771 (31.1.2025), όπου το ΣΑ «επαναβεβαιώνει όλα τα σχετικά ψηφίσματα» και παρατείνει την UNFICYP μέχρι 31.1.2026. Αυτό είναι προϊόν της αυτόνομης αρμοδιότητας του ΣΑ κατά το Κεφάλαιο VI του Χάρτη και όχι προϊόν των τεχνικών σημειώσεων Χριστόφια–Ταλάτ ή Αναστασιάδη–Ακιντζί. Με άλλα λόγια, το μόνο που όντως «στέκει» διεθνώς είναι το πλαίσιο του ΟΗΕ, όχι οι λεπτομέρειες που μας παρουσιάζουν τάχα ως κεκτημένο των συνομιλιών.
Γιατί όμως το λέει ο πρόεδρος; Τρεις είναι οι πιθανές εξηγήσεις:
Πρώτον, για να δείξει προς τον ΟΗΕ και την ΕΕ ότι η Λευκωσία δεν ζητά επαναδιαπραγμάτευση «εκ του μηδενός», άρα είναι «η καλή πλευρά» που σέβεται τη συνέχεια. Αυτό το βλέπουμε και στις δηλώσεις του εκπροσώπου του για «επάνοδο στο συμφωνημένο πλαίσιο».
Δεύτερον, για να δεσμεύσει εσωτερικά όλους τους επόμενους κύκλους διαπραγμάτευσης και να μην ανοίξει εκ νέου ζητήματα όπως η εκ περιτροπής προεδρία ή η έννοια της «πολιτικής ισότητας».
Τρίτον, για να φανεί ότι το «κεκτημένο» είναι αντίβαρο στη σημερινή τουρκοκυπριακή ηγεσία, η οποία μιλά καθαρά για «κυριαρχική ισότητα» και διευρυμένη τουρκικές εγγυήσεις. Μόνο που εδώ υπάρχει πρόβλημα πραγματικότητας: ούτε ο Τατάρ ούτε ο Έρχιουρμαν αναγνωρίζουν τέτοιο κεκτημένο. Το επαναλαμβάνει μόνο ο πρόεδρός μας.
Σε άλλες ειρηνευτικές διαδικασίες, όπως Ισραήλ–Παλαιστίνη (μετά το Όσλο) ή ΕΕ–ΗΒ για το Brexit, η ρήτρα «nothing is agreed until everything is agreed» σήμαινε ακριβώς ότι ενδιάμεσες τεχνικές συγκλίσεις δεν αναγορεύονταν σε νομικά τετελεσμένα. Στο Brexit μάλιστα καταγράφτηκε ρητά για να μην μπορεί καμία πλευρά να πάει στο κοινοβούλιό της και να πει «έχουμε κεκτημένο». Αν δεν έγινε εκεί, με τεράστιο θεσμικό βάρος, δεν μπορεί να γίνει σε μια ad hoc διαδικασία όπως του Κυπριακού;
Το μόνο σοβαρό αντεπιχείρημα που έχει η Προεδρία είναι ότι ο ΓΓ του ΟΗΕ, στις εκθέσεις του προς το ΣΑ (π.χ. S/2025/7, S/2025/448), ζητά από τα μέρη να «διαφυλάξουν την πρόοδο» για να μην ξεκινούν από το μηδέν. Αυτό όμως είναι έκκληση πολιτικής συνέχειας, όχι πιστοποίηση νομικής δέσμευσης. Το ΣΑ, στο 2771 (2025), επαναβεβαιώνει το πλαίσιο αλλά δεν λέει πουθενά ότι «όλες οι προηγούμενες συγκλίσεις είναι δεσμευτικές για την Κυπριακή Δημοκρατία». Αν το έλεγε, θα το βλέπαμε στο προοίμιο ή στις επιχειρησιακές παραγράφους. Όμως δεν το λέει.
Όταν η προεδρία αποδέχεται ως «κεκτημένο» άτυπες συγκλίσεις, τότε στην πράξη κάνει δύο πράγματα και μάλιστα εις βάρος της Ελληνικής κοινότητας.
- Παραιτείται από το δικαίωμα επαναδιαπραγμάτευσης σημείων που αποδείχθηκαν προβληματικά ή ασύμμετρα. Γιατί;
- Μετατρέπει μια πολιτική ευκολία σε εσωτερικό νομικοπολιτικό προαπαιτούμενο, στο οποίο μετά θα παραπέμπουν και οι διεθνείς εταίροι («μα εσείς το είπατε αυτό»).
Εν τω μεταξύ, η άλλη πλευρά διεκδικεί ανοιχτά δύο κράτη, αναβαθμίζει τα κατεχόμενα, και η Άγκυρα εκδίδει ανακοινώσεις όπου «λαμβάνει γνώση» των αποφάσεων του ΣΑ, χωρίς να αποδέχεται το ομοσπονδιακό πλαίσιο. Άρα, το «κεκτημένο» είναι μονόδρομος μόνο για την Ελληνική κοινότητα.
Αν θέλει ο πρόεδρός μας έντιμη διαπραγμάτευση, η Κυπριακή Δημοκρατία οφείλει να πει το προφανές:
- Το μόνο δεσμευτικό πλαίσιο είναι τα ψηφίσματα του ΣΑ και ο Χάρτης του ΟΗΕ.
- Όλες οι προηγούμενες συγκλίσεις είναι πολιτικό υλικό εργασίας, όχι νομική υποχρέωση.
- Καμία πλευρά δεν μπορεί να παρουσιάζει ως «κεκτημένο» κάτι που διαμορφώθηκε υπό ρήτρα μη δεσμευτικότητας.
- Αν η τουρκοκυπριακή/τουρκική πλευρά επιμένει σε νέες απαιτήσεις (κυριαρχική ισότητα, δύο κράτη), τότε και η Ελληνική Κυπριακή πλευρά δικαιούται να επανεκτιμήσει σημεία που δεν εξυπηρετούν πλέον την κοινότητά της.
Αυτό δεν σημαίνει «μηδενισμός». Σημαίνει επιστροφή στην αρχή του διεθνούς δικαίου που λέει ότι υποχρέωση χωρίς ρητή συναίνεση δεν υπάρχει. Αν η Προεδρία επιθυμεί να διατηρήσει πολιτικά την έννοια του «κεκτημένου», μπορεί να το κάνει. Δεν μπορεί όμως να ζητά να το αντιμετωπίσουμε ως νομικό δεδομένο, διότι απλούστατα δεν είναι.
Και για να μην κοροϊδευόμαστε: όταν ο κ. πρόεδρος αυτοδεσμεύεται σε ανύπαρκτο νομικό κεκτημένο, τότε το μόνο πραγματικό κεκτημένο που μένει είναι η αδυναμία της της κυβέρνησης του.
*Απόφοιτος Πολιτικών Επιστημών, Ψυχολογίας και Κοινωνιολογίας από τη Γερμανία