Ανοικτή επιστολή προς τον Πρόεδρο της Κυπριακής Δημοκρατίας

Η απουσία διεκδίκησης και η σιωπή απέναντι στα δίκαια της ελληνικής κοινότητας της Κύπρου

Προς τον Εξοχότατο Πρόεδρο της Κυπριακής Δημοκρατίας
κ. Νίκο Χριστοδουλίδη

Εξοχότατε,

Η ελληνική κοινότητα της Κύπρου, η ραχοκοκαλιά της ύπαρξης του νησιού ως ανεξάρτητου κράτους, διαπιστώνει με βαθιά ανησυχία ότι δεν εκπροσωπείτε πλέον επαρκώς. Δεν είναι μόνο η απουσία θεσμικού εκπροσώπου, αλλά η αδράνεια, η σιωπή και η σταδιακή εγκατάλειψη των βασικών, διεθνώς κατοχυρωμένων δικαιωμάτων της που δημιουργούν αίσθημα εγκατάλειψης και αγανάκτησης.

Το αναφαίρετο δικαίωμα των προσφύγων να επιστρέψουν στα σπίτια τους και να απολαύουν την περιουσία τους κατοχυρώνεται ρητά στο άρθρο 13 της Οικουμενικής Διακήρυξης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Η απουσία πολιτικής για διαφύλαξη των ελληνικών περιουσιών στα κατεχόμενα, και η αδιαφορία για την τουρκική συγκυριαρχία μέσω εξαγορών από Τουρκία, ισοδυναμεί με παραίτηση από θεμελιώδεις ευθύνες. Γιατί δεν επιλέγετε να δημιουργηθεί θεσμικός μηχανισμός εξαγοράς και προστασίας των περιουσιών αυτών ώστε να παραμείνουν σε ελληνικά χέρια;

Η μη άσκηση συνεχούς και τεκμηριωμένης πίεσης προς την Τουρκία για το άνοιγμα των στρατιωτικών αρχείων, προκειμένου να εντοπιστούν οι αγνοούμενοι, παραβιάζει το διεθνές ανθρωπιστικό δίκαιο και τις Συμβάσεις της Γενεύης (IV, άρθρα 129-131). Η αδράνεια σε ένα ζήτημα τόσο ανθρωπιστικό, δεν συγχωρείται. Γιατί δεν προχωρείτε σε επίσημες, επαναλαμβανόμενες νομικές και διπλωματικές καταγγελίες;

Η πλήρης ακινησία της κυβέρνησης ως προς τη νομική ανάσχεση της κατοχής, είτε μέσω του Διεθνούς Δικαστηρίου είτε μέσω άλλων οργάνων του ΟΗΕ, δείχνει πολιτική βούληση που φθίνει ή απουσιάζει. Το άρθρο 34 του Καταστατικού Χάρτη του Διεθνούς Δικαστηρίου και το άρθρο 1 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα παρέχουν τα απαραίτητα μέσα. Δεν χρησιμοποιούνται. Τι εμποδίζει την ελληνική κοινότητα – μέσω του κράτους της – να τα επικαλεστεί;

Εξοχότατε,

Δηλώσατε δημοσίως ότι η λύση δεν θα είναι δίκαιη για εμάς. Με αυτή τη δήλωση, μας λέτε ότι δεν σκοπεύετε να επιδιώξετε τη δικαιοσύνη – ούτε καν να τη διεκδικήσετε; Και όμως, το διεθνές δίκαιο απαιτεί δικαιοσύνη. Η λύση δεν μπορεί παρά να στηρίζεται στις αρχές της αυτοδιάθεσης, της αποκατάστασης και του σεβασμού της εδαφικής ακεραιότητας, όπως ορίζεται ρητά στο Άρθρο 1 του ICCPR και στην Απόφαση 361 του ΟΗΕ (1975).

Όταν υποστηρίζετε με δημόσια στήριξη την υποψηφιότητα του Τούρκου διπλωμάτη Σινιρίογλου για τον ΟΑΣΕ – ενός ανθρώπου που συστηματικά στηρίζει την τουρκική πολιτική καταπίεσης – τότε η πράξη σας δεν είναι «διπλωματική», είναι προσβολή στα αισθήματα των προσφύγων και των θυμάτων της τουρκικής εισβολής. Δεν μας είπατε ακόμα ποιό κέρδος έχουμε από αυτό;

Η στάση σας στη συνάντηση έξω από την ΔΕΑ με τον Ερσίν Τατάρ ήταν ενδεικτική: ένα βλέμμα στραμμένο με προσήλωση, μια γλώσσα σώματος υποταγής, μια σιωπή που εκκωφαντικά απουσίαζε από κάθε εθνική αξιοπρέπεια. Δεν ήταν συνάντηση ισότιμων. Ήταν υπόκλιση. Τι μηνύματα στέλνετε διεθνώς όταν με τόσο υποτονική στάση συνομιλείτε με τον εκπρόσωπο ενός καθεστώτος κατοχής;

Εξοχότατε,

Δεν έχετε πλέον το ηθικό έρεισμα να διαπραγματεύεστε ως εκπρόσωπος της ελληνικής κοινότητας. Όταν παραδέχεστε ότι η λύση δεν θα είναι δίκαιη, όταν αδρανείτε σε κάθε νόμιμο μέσο προστασίας των δικαιωμάτων μας, όταν αποφεύγετε τη διεκδίκηση, τότε η ευθύνη σας είναι βαρύτατη.

Σας ζητούμε, με όση σοβαρότητα και αποφασιστικότητα επιβάλλει η επιβίωση του Ελληνισμού σε αυτό το νησί:

  • Να αλλάξετε πολιτική.
  • Να θέσετε ξανά τα δικαιώματα του λαού σας ως πρώτη προτεραιότητα.
  • Να αποδείξετε ότι οι δυσκολίες δεν σημαίνουν παραίτηση. Όταν οι τακτικές αποτυγχάνουν, αλλάζουμε τις τακτικές – όχι τον στόχο.

Η δικαιολογία του «οδυνηρού συμβιβασμού» δεν ισχύει. Το γνωρίζετε. Το γνωρίζουμε. Καιρός να δράσετε.

Περιμένουμε από εσάς πολιτική μεταστροφή σε ζητήματα επιστροφής των προσφύγων, δικαίωσης των αγνοουμένων, διεκδίκησης στο διεθνές δίκαιο, προστασίας της πολιτιστικής μας ταυτότητας και αξιοπρέπειας του λαού μας. Μπορείτε να μας εξηγήσετε γιατί, ενώ όλα αυτά θεμελιώνονται σε άρθρα του διεθνούς και ευρωπαϊκού δικαίου, δεν έχουν αποτελέσει ποτέ αντικείμενο επιθετικής, διεκδικητικής στρατηγικής; Τα περισσότερα δεν έγιναν από εσας αλλά εφόσων δεν έχετε αποκυρήξει τίποτα, είστε πολιτικα και ηθικά υπεύθυνος, για να μην αναφερθώ και σε ενδεχόμενες ποινικές ευθύνες.

Για ποιο λόγο η κυβέρνησή σας δεν υπερασπίζεται δημόσια, σταθερά και συστηματικά τα νομικά και ηθικά δικαιώματα της Ελληνικής κοινότητας; Ποιος είναι ο στόχος σας για την ελληνική κοινότητα; Πώς νομιμοποιείτε πολιτικά και ηθικά την αδράνειά σας;

Με εκτίμηση,

Παύλος Παύλου
εξ Αμμοχώστου


*Οι διατάξεις του διεθνούς δικαίου – από τα Άρθρα 12 και 17 της Οικουμενικής Διακήρυξης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου έως τα Άρθρα 49 και 147 της Τέταρτης Σύμβασης της Γενεύης, έως το Άρθρο 2, παράγραφος 4 του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών και το Άρθρο 4 της Σύμβασης για την Παγκόσμια Κληρονομιά της UNESCO – αποτελούν ένα ολοκληρωμένο νομικό πλαίσιο που προστατεύει τα δικαιώματα της ελληνοκυπριακής κοινότητας και θεσπίζει το καθήκον της κυβέρνησής της να υπερασπίζεται σθεναρά.