Η Κύπρος μας δεν κομματιάζεται: Μια αλήθεια που ξεχάσαμε

Όσοι προσπαθούν να μας πείσουν ότι η αντίσταση είναι φανατισμός, ότι η αξιοπρέπεια είναι ακρότητα, απλώς δείχνουν τη δειλία τους. Φοβούνται τη δύναμη της μνήμης

Κάποτε, ήμασταν πολλοί που πιστεύαμε ότι το Κυπριακό ήταν μια ανοιχτή πληγή που έπρεπε να κλείσει με δικαιοσύνη, επιστροφή και ελευθερία. Σήμερα, όσοι συνεχίζουμε να το πιστεύουμε, θεωρούμαστε ακραίοι και πολεμοχαρείς.

Οι πρόσφυγες σιώπησαν, δεν τολμούν καν να δηλώσουν ότι υπάρχουν, όχι επειδή σταμάτησαν να ελπίζουν, αλλά ζουν την εγκατάλειψη από το πολιτικό σύστημα, το οποίο αποτελείται από ανθρώπους που δεν ξεριζώθηκαν ποτέ, να μας υποδεικνύουν, έμμεσα και άμεσα, ότι το ζήτημα έχει τελειώσει. Η επιστροφή μας θεωρείται ουτοπία, μέχρι και ξεδιαντροπιά.

Μόνο προεκλογικά θυμούνται την επιστροφή. Η διεκδίκηση του τόπου μας ενοχλεί, σχεδόν απαγορεύεται.

Ούτε εμείς ρωτηθήκαμε, ούτε οι άλλοι. Οι πολιτικοί το έκριναν. Όπως έκριναν, για παράδειγμα, ότι είναι λογικό να δίνεται η εκ περιτροπής προεδρία στον κατοχικό ηγέτη, χωρίς κανένα αντάλλαγμα. Όπως έκριναν ότι η απόρριψη του Σχεδίου Ανάν από το 76% του λαού δεν ήταν αρκετή για να σταματήσουν να το επαναφέρνουν ξανά και ξανά. Όπως έκριναν πως μπορούν να μιλούν για «δύο κράτη» πίσω από κλειστές πόρτες και να μας ζητούν κι από πάνω να συμφωνούμε με «ρεαλιστικές» υποχωρήσεις. Ρώτησε ποτέ κανείς τον κόσμο γιατί ψήφισε "όχι"; Κανένας.

Αντιθέτως, κατασκευάστηκε το αφήγημα ότι «ο λαός απέρριψε το σχέδιο, όχι τη ΔΔΟ». Ένα επιχείρημα χωρίς καμία αληθινή βάση, γιατί κανείς δεν μας έδωσε ποτέ την ευκαιρία να πούμε τι είδους λύση θέλουμε. Τόσες δημοσκοπήσεις, αλλά κανείς δεν ρωτά με ποια λύση θα συμφωνούσαμε. Τυχαίο; Όταν μιλάμε για επιστροφή, για εθνική κυριαρχία, μας απαντούν με τρομοκρατία: «Θέλεις πόλεμο; Θέλεις να τα χάσουμε και αυτά που έχουμε;».

Στην πραγματικότητα, αυτό που οι ηγέτες μας αποκαλούν «λύση» δεν είναι τίποτα άλλο παρά η αποδοχή της ήττας. Και για να περάσει αυτή η πολιτική, έπρεπε να καλλιεργηθεί η παραίτηση στον λαό. Έπρεπε ο πρόσφυγας να αισθανθεί ότι η διεκδίκηση τον καθιστά ακραίο και επικίνδυνο. Έπρεπε ο πολίτης που δεν είναι πρόσφυγας, αλλά βρίσκεται σε παρόμοια οικονομική ή κοινωνική απόγνωση, να στραφεί εναντίον μας. Έπρεπε να μας χωρίσουν, να συντηρήσουν τη διχόνοια, να κάνουν τους μη πρόσφυγες να πιστέψουν ότι «οι πρόσφυγες παίρνουν ακόμα τα πάντα, μετά από 51 σχεδόν χρόνια», ενώ αυτοί υποφέρουν εγκαταλελειμμένοι, χωρίς ενδιαφέρον από κανέναν.

Οι πρόσφυγες πήραν επιδόματα εξαθλίωσης, όχι λύσεις. Πήραν υποσχέσεις και κοροϊδία, όχι πολιτική στήριξη. Οι στρατιώτες που πολέμησαν το 1974 πήραν τιμητικά επιδόματα που προσβάλλουν και την έννοια της τιμής και της θυσίας. Οι οικογένειες των αγνοουμένων ζουν με τον τρόμο της λήθης, και κανείς δεν μιλά για τους αδήλωτους αιχμαλώτους. Τους ξεχάσαμε. Κάνουν πως δεν υπήρξαν ποτέ.

Προσωπικά, μεγάλωσα σε μια κοινωνία που μου έμαθε ότι πρέπει να σιωπώ για να μη γίνω ενοχλητικός. Ότι δεν πρέπει να μιλάω για τον τόπο μου, για το Βαρώσι, γιατί «είναι εθνικιστικό». Ακόμα και σήμερα, όταν αναφέρω τη λέξη «επιστροφή», βλέπω ανθρώπους να δυσανασχετούν ή να με κατηγορούν σχεδόν εκνευρισμένοι γιατί είμαι πολεμοχαρής. Το πρόβλημα δεν είναι οι ξένοι. Το πρόβλημα είναι ότι οι δικοί μας, οι ηγέτες μας, προετοιμάζουν εδώ και 51 χρόνια την κοινωνία για τη συνθηκολόγηση, όχι για τη δικαίωση.

Πόσοι πολιτικοί μίλησαν ποτέ με πρόσφυγες χωρίς κάμερες; Πόσοι ενδιαφέρθηκαν για τους τόπους που αφήσαμε; Πόσοι μίλησαν με οικογένειες αγνοουμένων χωρίς να φοβούνται το πολιτικό κόστος; Ποιοι τόλμησαν να ακούσουν τις πληροφορίες για αδήλωτους αιχμαλώτους από τις ελληνικές μυστικές υπηρεσίες, και να τις διερευνήσουν;

Όχι. Αντί να διεκδικήσουν, έκαναν σημαία την υποχώρηση. Και μας ζητούν να τους ακολουθήσουμε.

Μα δεν μπορούμε. Δεν μπορούμε, γιατί θυμόμαστε. Δεν μπορούμε, γιατί νιώθουμε. Δεν μπορούμε, γιατί είμαστε ακόμα ζωντανοί. Και όσο ζούμε, η μνήμη δεν διαπραγματεύεται. Αρνούμαστε να δεχθούμε το κομμάτιασμα της πατρίδας μας.

Δεν τα θέλουμε «όλα ή τίποτα». Θέλουμε το δίκιο μας. Θέλουμε ν’ ακουστούμε χωρίς να μας λένε «εθνικιστές». Θέλουμε να πούμε στα παιδιά μας ότι δεν τα προδώσαμε. Ότι δεν γίναμε συνεργοί στο ξεπούλημα.

Όσοι προσπαθούν να μας πείσουν ότι η αντίσταση είναι φανατισμός, ότι η αξιοπρέπεια είναι ακρότητα, απλώς δείχνουν τη δειλία τους. Φοβούνται τη δύναμη της μνήμης. Και ξέρουν ότι, όσο υπάρχουν άνθρωποι που θυμούνται, το έγκλημα δεν θα το ολοκληρώσουν.

Είμαστε ακόμα εδώ. Και δεν ζητούμε την άδεια κανενός για να συνεχίσουμε να υπάρχουμε και να απαιτούμε δικαιοσύνη.

Γιατί χωρίς δικαιοσύνη, ούτε ειρήνη υπάρχει ούτε πατρίδα.

*Απόφοιτος Πολιτικών Επιστημών, Ψυχολογίας και Κοινωνιολογίας από τη Γερμανία.