Η Κυπριακή Δημοκρατία ως Εγγύηση Επιβίωσης του Κυπριακού Ελληνισμού

Για τον Κυπριακό Ελληνισμό, η Κυπριακή Δημοκρατία δεν είναι απλώς μια διοικητική αρχή, είναι το θεμέλιο της φυσικής και εθνικής του επιβίωσης στον τόπο αυτό. Από το 1960 μέχρι σήμερα, παρά τις δυσκολίες, το κράτος αυτό υπήρξε η ασπίδα που απέτρεψε την πλήρη τουρκοποίηση της Κύπρου. Αν δεν υπήρχε η Κυπριακή Δημοκρατία να αναγνωρίζεται διεθνώς ως ο νόμιμος φορέας κυριαρχίας, τότε μετά το 1974 το βόρειο τμήμα θα είχε πιθανώς ήδη προσαρτηθεί ή αναγνωριστεί (όχι de jure) ως τουρκικό κράτος, και οι Ελληνες της Κύπρου δεν θα είχαν καμία ελπίδα δικαίωσης. Κάθε συζήτηση περί «ισότιμων κρατών» ουσιαστικά ισοδυναμεί με αποδοχή ότι τα κατεχόμενα δεν αποτελούν πλέον κυπριακό έδαφος, άρα ότι η εκδίωξη περίπου 170.000 ανθρώπων από τις εστίες τους το 1974 οριστικοποιείται. Πρόκειται για εγκατάλειψη του αιτήματος της επιστροφής και της αποκατάστασης των δικαιωμάτων προσφύγων. Δεν είναι τυχαίο ότι πάγια τουρκική στόχευση είναι η εδραίωση των αποτελεσμάτων της εθνοκάθαρσης του 1974.

Στο πλαίσιο αυτό, η Κυπριακή Δημοκρατία είναι ο μοναδικός εγγυητής ότι οι πρόσφυγες και οι απόγονοί τους διατηρούν το δικαίωμα και την ελπίδα της επιστροφής.

Υπό την ομπρέλα της ΚΔ, η οποία ποτέ δεν παραιτήθηκε νομικά από τα κατεχόμενα εδάφη, παραμένει ζωντανή η απαίτηση για αποκατάσταση της δικαιοσύνης. Αντίθετα, μια «λύση» δύο κρατών θα σήμαινε ότι η ίδια η Ελληνική κοινότητα συμφώνησε να χαρίσει τα κατεχόμενα οριστικά. Άρα κανένας διεθνής μηχανισμός δεν θα θεωρούσε πια τους εκτοπισμένους ως δικαιούχους επιστροφής. Θα είχαν μετατραπεί σε διαπαντός «ακτήμονες» απέναντι σε ένα ξένο, εχθρικό κράτος. Αυτό το γνωρίζουν καλά όσοι έχασαν τα σπίτια και τις περιουσίες τους: ο λόγος που μπορούν ακόμη να προσφεύγουν σε διεθνή δικαστήρια ή να ελπίζουν σε μια δίκαιη λύση, είναι γιατί η Κυπριακή Δημοκρατία εξακολουθεί να αξιώνει ότι εκείνα τα εδάφη είναι δικά της, έστω κι αν προσωρινά δεν τα ελέγχει.

Επιπλέον, το κράτος μας αποτελεί την πλατφόρμα μέσω της οποίας ο κυπριακός Ελληνισμός έχει φωνή και δύναμη στη διεθνή σκηνή.

Η ένταξη στην ΕΕ το 2004 θα ήταν αδιανόητη αν η ΚΔ δεν συνεχιζόταν. Η ίδια η ένταξη βασίστηκε στο οτι η de jure ισχύς του κοινοτικού κεκτημένου ισχύει σε όλο το νησί, αλλά υπάρχει η προσωρινή αναστολή του στις περιοχές εκτός κυβερνητικού ελέγχου». Αυτή η φόρμουλα επιβεβαιώνει ξανά ότι το μόνο κράτος στην Κύπρο είναι η Κυπριακή Δημοκρατία. Κατά συνέπεια, η επιμονή μας σε αυτό το καθεστώς δεν είναι εμμονή, αλλά υπαρξιακή αναγκαιότητα. Χάρις σε αυτό, οι Τουρκοκύπριοι συμπατριώτες μας είναι επίσης Ευρωπαίοι πολίτες και μπορούν, εφόσον το θελήσουν, να απολαμβάνουν τα αγαθά της ΚΔ (διαβατήριο, πρόνοια κλπ.). Η τουρκική λύση των «δύο κρατών» θα τους απομόνωνε κι αυτούς σε ένα κράτος-μαριονέτα της Άγκυρας, με περιορισμένα δικαιώματα και διεθνή ανυποληψία – όπως ήδη βιώνουν οι ίδιοι μέσω του μη αναγνωρισμένου καθεστώτος τους.

Ας μην έχουμε ψευδαισθήσεις: η Τουρκία ουδέποτε εγκατέλειψε τον στόχο του ολοκληρωτικού ελέγχου της Κύπρου. Εφόσον δεν τόλμησε το 1974 να πάρει ολόκληρο το νησί, εδραιώθηκε στον βορρά και προωθεί τη λύση δύο κρατών ως ενδιάμεσο βήμα. Η Άγκυρα γνωρίζει καλά ότι ένα διεθνώς αναγνωρισμένο «Τουρκοκυπριακό κράτος» θα της ανοίξει τον δρόμο να το απορροφήσει πλήρως (de jure ή de facto), ενώ παράλληλα θα της δώσει τεράστια γεωπολιτικά πλεονεκτήματα: έλεγχο στο μισό Αιγαίο/Ανατολική Μεσόγειο μέσω ΑΟΖ, στρατιωτική παρουσία στην καρδιά της Μεσογείου χωρίς νομικά κωλύματα, κ.ο.κ. Επιπλέον, θα αφήσει τις ελεύθερες περιοχές ευάλωτες, ένα μικρό κράτος υπό διαρκή τουρκική απειλή χωρίς στρατηγικό βάθος. Δεν είναι υπερβολή να πούμε ότι αν υλοποιηθεί η διχοτόμηση με τη δική μας συγκατάθεση, η μακροπρόθεσμη φυσική επιβίωση του Ελληνισμού στην Κύπρο τίθεται εν αμφιβόλω.

Η ιστορία διδάσκει πως μειονότητες που ζουν δίπλα σε έναν πολύ ισχυρότερους και επιθετικούς γείτονες (βλ. Τουρκία), δύσκολα επιβιώνουν χωρίς διεθνή στήριξη. Η Κυπριακή Δημοκρατία μάς δίνει τη δυνατότητα να καλούμε την ΕΕ, τον ΟΗΕ κ.α σε βοήθεια όταν απειλούμαστε. Εάν ποτέ γίνουμε δύο κράτη, ο βορράς θα είναι τουρκικός δορυφόρος και ο νότος μια μικρογραφία της Ελλάδας του 19ου αιώνα (πριν τις συμμαχίες) δηλαδή ένα προτεκτοράτο εν αναμονή.

Δεν πρέπει να διαφεύγει της προσοχής μας ότι στο τουρκικό αφήγημα οι Ελληνοκύπριοι παρουσιάζονται περίπου ως «καταπιεστές» που πρέπει να τιμωρηθούν με απώλεια εδαφών. Η σιωπή των εκάστοτε κυβερνήσεων το εδραιώνει.

Ο ίδιος ο Ερσίν Τατάρ διακηρύσσει πως στόχος του κ. Χριστοδουλίδη είναι να «φέρει τους Τουρκοκύπριους υπό ελληνική κυριαρχία», απορρίπτοντας έτσι κάθε ενιαίο κράτος. Αυτή η στρεβλή αφήγηση προσπαθεί να αντιστρέψει την πραγματικότητα της εισβολής και κατοχής.

Σε ένα τέτοιο πλαίσιο, οποιαδήποτε συγκατάβασή μας να εμφανίσουμε το κράτος μας ως «διοίκηση των Ελληνικής κοινότητας» (δηλαδή ως μια κοινότητα χωρίς κρατική υπόσταση) είναι βούτυρο στο ψωμί της τουρκικής προπαγάνδας. Υπονομεύει το ίδιο το δίκαιό μας, καθώς μας αφαιρεί το ηθικό πλεονέκτημα του νόμιμου και αμυνόμενου. Η Κυπριακή Δημοκρατία, με όλα της τα ελαττώματα, εξακολουθεί να είναι ο λόγος που ο κόσμος αναγνωρίζει τους Ελληνες της Κύπρου ως λαό με δικαιώματα και όχι ως μια μειονότητα που μπορεί να εξαφανιστεί ή να εκδιωχθεί.

Όπως πολύ σωστά σημειώνεται σε έρευνα, μια μειονότητα δεν έχει εγγυημένα δικαιώματα παρά μόνο με βάση την καλή θέληση της πλειοψηφίας. Στην προκειμένη περίπτωση χωρίς ισχυρό κράτος οι Έλληνες της Κύπρου θα εξαρτώνται από την καλή θέληση της Τουρκίας, κάτι ανύπαρκτο στην πράξη.

Εν κατακλείδι, καταλήγουμε στο ότι η υποβάθμιση της Κυπριακής Δημοκρατίας ισοδυναμεί με υπονόμευση της ίδιας της ύπαρξής μας σε αυτόν τον τόπο. Δεν πρόκειται για κάποιο θεωρητικό ζήτημα εγωισμού ή «τίτλων». Είναι θέμα φυσικής επιβίωσης, δικαιοσύνης και ιστορικής συνέχειας.

Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας οφείλει να βρει τρόπους προώθησης της λύσης που να μην διαβρώνουν τη διεθνή θέση του κράτους μας. Αντί να εμφανίζεται σε διασκέψεις ως «κοινοτάρχης», θα έπρεπε να επιμένει ότι οποιαδήποτε συνομιλία πρέπει να γίνεται εντός του πλαισίου των Ηνωμένων Εθνών και του διεθνούς δικαίου, που αναγνωρίζουν μία κυριαρχία στην Κύπρο. Ιδιαίτερα τα Ηνωμένα Έθνη οφείλουν να σέβονται τις ίδιες τις αποφάσεις τους. δεν μπορούν να θέλουν πρόοδο στο Κυπριακό επιτρέποντας πρακτικές που εξισώνουν το νόμιμο με το παράνομο.

Η Κυπριακή Δημοκρατία, ως κράτος δικαίου, έστω αυτό που είναι, είναι ό,τι πολυτιμότερο έχουμε. Είναι ο λόγος που στεκόμαστε όρθιοι μετά από τόσες δεκαετίες κατοχής. Κάθε πολίτης αυτού του κράτους, ανεξαρτήτως πολιτικής τοποθέτησης, αντιλαμβάνεται ότι χωρίς αυτό θα ήμασταν έρμαια των επεκτατικών βλέψεων της Άγκυρας. Καμία διαπραγμάτευση, λοιπόν, δεν πρέπει να θυσιάσει την κρατική μας υπόσταση στο βωμό μιας επίπλαστης «λύσης». Ο δρόμος για μια δίκαιη και βιώσιμη λύση περνά μέσα από τη μετεξέλιξη και ενδυνάμωση της Κυπριακής Δημοκρατίας – όχι από την υπονόμευσή της. Όπως εύστοχα έχει γραφτεί, το ψευδοκράτος στα κατεχόμενα παραμένει «προϊόν κραυγαλέας παρανομίας με απροκάλυπτο στόχο την απόσχιση, τον φυλετικό διαχωρισμό και την υπονόμευση της Κυπριακής Δημοκρατίας. Απέναντι σε αυτό τον στόχο, η απάντησή μας πρέπει να είναι η αδιαπραγμάτευτη προσήλωση στη διεθνή νομιμότητα και στην υπόσταση του κράτους μας. Μόνον έτσι θα διαφυλάξουμε την φυσική και εθνική μας επιβίωση στον τόπο μας.