Νέα Υόρκη: Εικονική διάσκεψη ή καμουφλαρισμένη διχοτόμηση;

Αυτές τις μέρες στη Νέα Υόρκη πραγματοποιήθηκε άλλη μία πενταμερής συνάντηση για το Κυπριακό με τη συμμετοχή Ελλήνων-Τουρκων Κυπρίων και των εγγυητριών. Επισήμως, στόχος είναι “η διερεύνηση δυνατοτήτων επανέναρξης των συνομιλιών για επίλυση του Κυπριακού”. Ομως, κάτω από την επιφάνεια κρύβονται σοβαροί κίνδυνοι για την ελληνική Κυπριακή πλευρά, με πιθανές συνέπειες τη μόνιμη εδραίωση μιας καμουφλαρισμένης διχοτόμησης.

Η τουρκική πλευρά, έχοντας ήδη μετακινηθεί από τη συμφωνημένη βάση λύσης της Διζωνικής Δικοινοτικής Ομοσπονδίας (ΔΔΟ), προωθεί πλέον ξεκάθαρα την ιδέα των δύο κρατών. Η ρητορική αυτή, όπως επισημαίνει το πρακτορείο Associated Press, αποτελεί επικίνδυνη απόκλιση από τη μέχρι σήμερα διεθνώς αποδεκτή διαπραγματευτική βάση. Η αποδοχή, έστω και έμμεση, μιας τέτοιας πρότασης από την ελληνκή πλευρα θα οδηγούσε σε νομιμοποίηση της κατοχής, καταστρατηγώντας τις αποφάσεις του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ (Ψηφίσματα 541, 550).

Δυστυχώς, ιστορικές εμπειρίες δείχνουν ότι οι διαπραγματεύσεις αυτές οδηγούν σε περαιτέρω αποδοχή των κατοχικών τετελεσμένων. Η τουρκική πλευρά χρησιμοποιεί σταθερά αυτές τις διαδικασίες για να προβάλλει τη διεθνή αναγνώριση της παρουσίας της, δημιουργώντας ένα επικίνδυνο προηγούμενο για τη νομιμοποίηση της εισβολής και της παράνομης κατοχής του βορείου τμήματος της Κύπρου.

Στην πραγματικότητα, αυτό που συμβαίνει στη Νέα Υόρκη είναι μια παρελκυστική τακτική της Τουρκίας με στόχο τη σταδιακή νομιμοποίηση των τετελεσμένων γεγονότων. Η Ελληνική Κυπριακή πλευρά βρίσκεται αντιμέτωπη με την πίεση να συμμετέχει σε έναν διάλογο όπου το πλαίσιο είναι ήδη προδιαγεγραμμένο από την Τουρκία, χωρίς να συζητούνται τα βασικά προβλήματα της κατοχής: αποχώρηση στρατευμάτων, εγγυήσεις, δικαιώματα περιουσίας. Σύμφωνα με το Real Instituto Elcano, τέτοιες διαδικασίες δημιουργούν έδαφος για μια διαπραγματευμένη διχοτόμηση που αντιτίθεται πλήρως στα συμφέροντα και τα νόμιμα δικαιώματα των Ελλήνων της Κύπρου.

Εκτός από τις στρατιωτικές και πολιτικές διαστάσεις, οι αρνητικές επιπτώσεις είναι τεράστιες και στο κοινωνικό και οικονομικό πεδίο. Η τουρκική πλευρά επιδιώκει να εδραιώσει τα οικονομικά συμφέροντα στην κατεχόμενη Κύπρο μέσω της προώθησης τουριστικών και εμπορικών δραστηριοτήτων, αξιοποιώντας παράνομα κατεχόμενες Ελληνικές περιουσίες. Αυτό επιφέρει όχι μόνο οικονομικές απώλειες αλλά και αλλοίωση της δημογραφικής σύνθεσης, δυσχεραίνοντας περαιτέρω την επίτευξη μιας δίκαιης λύσης στο Κυπριακό.

Η ελληνοκυπριακή πλευρά οφείλει προς το παρόν να παραμείνει σταθερή στη βάση λύσης που ορίζει το διεθνές δίκαιο και οι αποφάσεις των διεθνών δικαστηρίων, όπως το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΔΑΔ), το οποίο έχει επανειλημμένα δικαιώσει Ελληνες Κύπριους σε θέματα περιουσιών και δικαιωμάτων (Υπόθεση Λοϊζίδου vs Τουρκία, 1996). Επιπλέον, οι αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιοσύνης (ECJ) ενισχύουν τη νομική βάση της Κυπριακής Δημοκρατίας έναντι των τουρκικών ενεργειών, θέτοντας σημαντικά εμπόδια στην προσπάθεια νομιμοποίησης των κατοχικών δεδομένων.

Η «εικονική» διάσκεψη της Νέας Υόρκης, αντί να προωθεί την επίλυση, κινδυνεύει να μετατραπεί σε εργαλείο σταδιακής επίσημης αναγνώρισης των κατοχικών δεδομένων. Το διακύβευμα είναι η ίδια η επιβίωση της Κυπριακής Δημοκρατίας και κατ επέκτασην μακροπρόθεσμα, η φυσική επιβίωση του Κυπριακού Ελληνισμού.

*Απόφοιτος Πολιτικών Επιστημών, Ψυχολογίας και Κοινωνιολογίας από τη Γερμανία