Η κατάρρευση της εξωτερικής πολιτικής Ελλάδας και Κύπρου και οι συνέπειες για την κυριαρχία τους

Τα τελευταία χρόνια, η εξωτερική πολιτική της Ελλάδας υπό τον Κυριάκο Μητσοτάκη και της Κυπριακής Δημοκρατίας υπό τον Νίκο Χριστοδουλίδη, έχει αποτύχει να διασφαλίσει τα εθνικά συμφέροντα και να ενισχύσει τη νομική θέση των δύο χωρών στο πλαίσιο του διεθνούς συστήματος. Οι επιλογές τους έχουν οδηγήσει σε στρατηγικά αδιέξοδα με σοβαρές συνέπειες για την εθνική κυριαρχία, την περιφερειακή ισορροπία και τη μακροπρόθεσμη διαπραγματευτική ισχύ της Ελλάδας και της Κύπρου.

Η παθητικότητα απέναντι στην τουρκική αναθεωρητική πολιτική, η μετατροπή της Ελλάδας σε προκεχωρημένο φυλάκιο του ΝΑΤΟ χωρίς ουσιαστικά ανταλλάγματα και η απώλεια επιρροής στην Ανατολική Μεσόγειο συνιστούν κρίσιμες αποτυχίες. Η ελληνική και κυπριακή εξωτερική πολιτική δείχνουν να λειτουργούν περισσότερο ως διαχειριστές παρακμής παρά ως φορείς εθνικής στρατηγικής.

Η υπογραφή της νέας Ελληνοαμερικανικής Συμφωνίας Αμυντικής Συνεργασίας (MDCA), με παραχώρηση βάσεων χωρίς χρονικό όριο, επιβεβαίωσε μια μονοδιάστατη εξάρτηση από τις ΗΠΑ, χωρίς ουσιαστικά ανταλλάγματα.

Το άρθρο 51 του Χάρτη του ΟΗΕ (δικαίωμα νόμιμης άμυνας) δεν μπορεί να υποκατασταθεί από συμφωνίες υποτέλειας χωρίς εγγυήσεις κυριαρχίας.

Η Ελλάδα προσφέρει εθνικό έδαφος χωρίς να λαμβάνει εγγυήσεις για την προστασία της κυριαρχίας της, ούτε για την αποτροπή τουρκικών ενεργειών στο Αιγαίο ή στην Κύπρο. Η "εμπιστοσύνη" στις ΗΠΑ αποδείχθηκε στρατηγική αφέλεια. Η ψευδαίσθηση ότι η Ουάσιγκτον θα ανακόψει την Τουρκία – όταν η τελευταία είναι πιο χρήσιμη γεωπολιτικά – παραμένει ανεξέταστη.

Οι συνεχείς παραβιάσεις του FIR Αθηνών, οι υπερπτήσεις πάνω από ελληνικά νησιά, και η παρουσία τουρκικών ερευνητικών εντός ελληνικής και κυπριακής υφαλοκρηπίδας έμειναν αναπάντητες. Η Ελλάδα, αντί να ενεργοποιήσει διεθνείς θεσμούς (Διεθνές Δικαστήριο Δικαιοσύνης, ΔΣΑΘ, UNCLOS) περιορίστηκε σε “ρηματικές διαμαρτυρίες” — μια εξωτερική πολιτική συμβολικής σημειολογίας και όχι στρατηγικής δράσης.

Ο Πρόεδρος Χριστοδουλίδης φαίνεται να ακολουθεί την πολιτική της προηγούμενης κυβέρνησης Αναστασιάδη: μη απάντηση σε τουρκικές προκλήσεις, υποβάθμιση του Κυπριακού σε τεχνικό πρόβλημα και αποδοχή της πραγματικότητας της διχοτόμησης de facto. Παρά τη ρητορική περί “επαναπροσέγγισης”, καμία νομική ή θεσμική πρωτοβουλία δεν αναλήφθηκε για την ενεργοποίηση του κεφαλαίου του διεθνούς δικαίου περί κατοχής.

Εθιμικό διεθνές δίκαιο (ICJ, Advisory Opinion 2004, Wall in Occupied Palestinian Territory): Η αποδοχή των ενεργειών του κατακτητή οδηγεί σε de facto αποδυνάμωση των δικαιωμάτων του κατακτημένου.

Η απουσία αγωγών κατά της Τουρκίας για παραβίαση του άρθρου 49 της Συνθήκης της Γενεύης (απαγόρευση μεταφοράς πληθυσμού), της Διεθνούς Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ECHR), και η μη απαίτηση κυρώσεων από την Ε.Ε., μετάτρεψε την Κύπρο σε passive object του διεθνούς συστήματος.

Η Τουρκία επιχειρεί μέσω διπλωματικής σταθερότητας (blue homeland doctrine, ενεργειακή διπλωματία, στρατιωτικά συμφωνητικά με Λιβύη και Κατάρ) να επιβάλει de facto κυριαρχία στη Μεσόγειο. Η συμφωνία Τουρκίας-Λιβύης για θαλάσσιες ζώνες (2019) παραμένει ανενεργά καταγγελμένη από Ελλάδα και Κύπρο, παρόλο που καταπατά την αρχή της μέσης γραμμής (UNCLOS, άρθρο 15).

Η Άγκυρα εκμεταλλεύεται τη σιωπή της Αθήνας και της Λευκωσίας για να παγιώσει τα τετελεσμένα. Στην πράξη, η Ελλάδα και η Κύπρος συναινούν στη σταδιακή μετατόπιση του status quo και βοηθούν (εσκεμμένα;) ώστε η Τουρκία να κερδίζει συνεχώς έδαφος.

Η Αίγυπτος, που μέχρι πρόσφατα ήταν στρατηγικός εταίρος (τριμερείς Ελλάδας-Κύπρου-Αιγύπτου), αρχίζει να μετατοπίζεται. Οι σχέσεις Καΐρου–Άγκυρας αποκαθίστανται ταχύτατα με ανταλλαγή πρεσβευτών και κοινά ενεργειακά projects. Η ελληνοαιγυπτιακή συμφωνία ΑΟΖ δεν υποστηρίχθηκε από την Αίγυπτο στον ΟΗΕ, ούτε κατατέθηκε με επιμονή στα αρμόδια όργανα.

Η απουσία μακροχρόνιου πλάνου επηρεάζει αρνητικά τη βιωσιμότητα όλων των τριμερών και τετραμερών σχημάτων που κάποτε μάς προβλήθηκαν ως “απάντηση στην τουρκική επεκτατικότητα”.

Η μηδενική παρουσία της Ελλάδας και της Κύπρου στο λιβυκό μέτωπο μετά την ανατροπή Καντάφι άφησε το έδαφος ελεύθερο για την Τουρκία, η οποία πέτυχε

- Στρατιωτική παρουσία με βάση,

- Συμφωνίες για γεωτρήσεις,

- Και ουσιαστική proxy domination στην κυβέρνηση της Τρίπολης.

Το ελληνικό ΥΠΕΞ δεν ζήτησε ούτε μία φορά κυρώσεις για την τουρκολιβυκή συμφωνία από την Ε.Ε. και δεν υπέβαλε καμία υπόθεση στη Διεθνή Διαιτησία.

Η συνεχής απουσία ενεργητικής διεκδίκησης των δικαιωμάτων οδηγεί στην αποεθνοποίηση των διεκδικήσεων. Όπως στο ζήτημα του “Estoppel” στο διεθνές δίκαιο, η μη διαμαρτυρία μπορεί να ερμηνευθεί ως αποδοχή των τετελεσμένων (ICJ, Temple of Preah Vihear, 1962). (εξήγηση στο τέλος).

Η μη ενεργοποίηση διεθνών και ευρωπαϊκών μηχανισμών (π.χ. Κομισιόν, Συμβούλιο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, Συμβούλιο Ασφαλείας) εδραιώνει ένα de facto πλαίσιο συνενοχής.

Η κυριαρχία, τόσο στη νομική όσο και την πολιτική της διάσταση, αποδυναμώνεται. Ο Χάρτης των Ηνωμένων Εθνών στο άρθρο 2(1) και το άρθρο 1 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα (ICCPR) προβλέπουν το δικαίωμα των λαών στην αυτοδιάθεση και κυριαρχία επί των φυσικών τους πόρων. Η Κύπρος και η Ελλάδα ενεργούν σαν να μην ισχύει αυτό το δικαίωμα.

Προτάσεις για Διπλωματική Αντεπίθεση

  • Επανενεργοποίηση θεσμικών μηχανισμών: Καταγγελία Τουρκίας σε ICJ, PCA, και ECtHR.
  • Αγωγές για παραβιάσεις εθιμικού δικαίου και κατοχής.
  • Κατάθεση όλων των διμερών συμφωνιών με Αίγυπτο–Ισραήλ στον ΟΗΕ με ενεργή κοινοποίηση.

Πολιτική Επιθετική Δημόσια Διπλωματία

  • Εκστρατείες στα Ηνωμένα Έθνη και στην Ε.Ε. που να εστιάζουν στη στρατηγική κατοχή της Κύπρου και την αποσταθεροποίηση της Μεσογείου από την Τουρκία.
  • Διαμόρφωση πολιτικών ομάδων φιλίας σε κοινοβούλια-κλειδιά (Γερμανία, Γαλλία, ΗΠΑ).

Πολιτική Κυρώσεων και Ανταποδοτικότητας

  • Σύνδεση οποιασδήποτε ευρωπαϊκήςεπέκτασης στην τελωνειακή ένωση Ε.Ε.-Τουρκίας με άρση της κατοχής.
  • Στρατηγική αποτροπής, όχι μόνο άμυνας.

Η αποτυχία της εξωτερικής πολιτικής Μητσοτάκη και Χριστοδουλίδη δεν είναι μόνο στρατηγική: είναι υπαρξιακή. Χωρίς επαναφορά του σεβασμού προς το διεθνές δίκαιο, χωρίς θεσμική αντεπίθεση και χωρίς στρατηγικό σχέδιο, ο ελληνισμός της Ανατολικής Μεσογείου οδεύει προς συρρίκνωση και υποβάθμιση. Η Ιστορία δεν συγχωρεί τους απρόθυμους. Και ο διεθνής νόμος προστατεύει εκείνους που τον επικαλούνται και τον υπερασπίζονται, όχι εκείνους που τον αγνοούν και έτσι αποδέχονται την de facto ανομία.

Estoppel: Τι σημαίνει πρακτικά στο διεθνές δίκαιο:

Εάν ένα κράτος δεν αντιδρά σε μια παράνομη ενέργεια (π.χ. παραβίαση εδαφικής κυριαρχίας, κατοχή, αυθαίρετες αξιώσεις), και αυτή η σιωπή παραμένει συνεπής και επαναλαμβανόμενη, τότε μπορεί να θεωρηθεί ότι:

Το κράτος έχει αποδεχθεί σιωπηρά το νέο καθεστώς και χάνει το δικαίωμα να το αμφισβητήσει στο μέλλον.

Παράδειγμα εφαρμογής: Υπόθεση Temple of Preah Vihear (ICJ, 1962)

Η Ταϊλάνδη σιώπησε για χρόνια σχετικά με την κυριαρχία της Καμπότζης πάνω σε ναό. Το Διεθνές Δικαστήριο έκρινε ότι η σιωπή της συνιστά estoppel — δεν μπορούσε πλέον να αμφισβητεί την κυριαρχία

Σημασία για την Κύπρο και την Ελλάδα:

Εάν:

  • Η Κυπριακή Δημοκρατία δεν καταγγέλλει σταθερά και επίμονα την κατοχή και τις τουρκικές παραβιάσεις, και
  • Η Ελλάδα δεν διαμαρτύρεται με συνέπεια για υπερπτήσεις, NAVTEX, τουρκολιβυκές συμφωνίες,

τότε η Τουρκία μπορεί να ισχυριστεί ότι υπάρχει de facto αποδοχή της κατάστασης από τα εμπλεκόμενα κράτη.

Αυτό αποδυναμώνει τη δυνατότητα να στραφούν σε διεθνή όργανα και νομιμοποιεί έμμεσα τις παράνομες ενέργειες, όχι επειδή έγιναν νόμιμες, αλλά επειδή δεν αμφισβητήθηκαν με συνέπεια.

Συμπέρασμα:

Το estoppel λειτουργεί ως τιμωρία της απραξίας. Είναι εργαλείο στα χέρια του αντιπάλου και νομικό προηγούμενο εναντίον εκείνου που σιώπησε.

Η σιωπή σκοτώνει τη νομική υπόσταση του δίκαιου.

*Απόφοιτος Πολιτικών Επιστημών, Ψυχολογίας και Κοινωνιολογίας από τη Γερμανία