Η ΔΔΟ έχει καταρρεύσει – Η σιωπή της ηγεσίας είναι συνενοχή
Ο λόγος του προέδρου Χριστοδουλίδη στην Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ δεν ήταν τίποτα περισσότερο από μια παράθεση παραπόνων, κεκαλυμμένων με τη γνωστή διπλωματική ευγένεια που χρησιμοποιείται όταν δεν υπάρχει σχέδιο, ούτε πολιτική πυγμή. Ήταν ένας λόγος που περισσότερο έδειχνε αδυναμία, παρά διεκδίκηση. Η Κυπριακή Δημοκρατία, ένα πλήρες μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με το διεθνές δίκαιο απολύτως με το μέρος της, εμφανίστηκε πάλι να εκλιπαρεί την Τουρκία, αντί να απαιτεί την εφαρμογή του διεθνούς δικαίου. Ένας λαός που υπέστη εισβολή, κατοχή, εθνοκάθαρση και συστηματική παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων του, αντί να απαιτεί την αποκατάσταση της διεθνούς νομιμότητας, παρακαλά τον Ερντογάν να δεχθεί τη Διζωνική Δικοινοτική Ομοσπονδία – ένα πλαίσιο που ακόμη κι οι ίδιοι οι Τούρκοι εγκατέλειψαν.
Η στάση αυτή συνιστά όχι απλώς διπλωματική αποτυχία, αλλά πολιτικό και ιστορικό έγκλημα. Η ΔΔΟ, η οποία ήταν εξαρχής ένα εξαιρετικά προβληματικό μόρφωμα, που στην πράξη νομιμοποιούσε την τουρκική εισβολή και έδινε αναγνώριση στο ψευδοκράτος με νέο ένδυμα, έχει πια εγκαταλειφθεί από τους ίδιους τους εμπνευστές της στην Άγκυρα. Οι Τούρκοι πλέον ζητούν δύο κράτη. Και αντί η κυπριακή ηγεσία να χρησιμοποιήσει αυτή την ξεκάθαρη απόρριψη ως επιχείρημα διάλυσης του απατηλού πλαισίου της ΔΔΟ, συνεχίζει να εκλιπαρεί για την αναβίωσή της. Στην ουσία, ο Χριστοδουλίδης ζητά από την Τουρκία να επιστρέψει στο σχέδιο της – αυτό και μόνο δείχνει πόσο έχει αντιστραφεί η πραγματικότητα.
Ο Ταγίπ Ερντογάν στη δική του ομιλία ήταν, όπως πάντα, ωμός, ξεκάθαρος και επικοινωνιακά στοχευμένος. Δεν ζήτησε ούτε ένα «συγγνώμη» για την κατοχή, ούτε ένα «θα προσπαθήσουμε» για τα ανθρώπινα δικαιώματα. Μίλησε για αναγνώριση του ψευδοκράτους, για αποδοχή της νέας πραγματικότητας, και απέφυγε κάθε αναφορά σε ομοσπονδία ή λύση εντός των πλαισίων του ΟΗΕ, δλδ εντός των πλαισίων της νομιμότητας. Αντί για υποχώρηση, προβάλει απαιτήσεις. Αντί να απολογείται, επιτίθεται. Και κερδίζει. Διότι ο συνομιλητής του, δηλαδή ο εκάστοτε πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας, δεν τολμά να του ζητήσει τα αυτονόητα: απόσυρση των στρατευμάτων κατοχής, σεβασμό στα ψηφίσματα του ΟΗΕ, επιστροφή των προσφύγων, και κατοχύρωση των βασικών δικαιωμάτων του κυπριακού λαού. Δεν υπήρξε καν αναφορά στην επιβολή κυρώσεων για τη συνεχιζόμενη καταπάτηση. Ούτε καν νύξη για τα εγκλήματα πολέμου του 1974. Μόνο εκκλήσεις για «επαναπροσέγγιση».
Είναι πλέον σαφές ότι ο Χριστοδουλίδης ούτε θέλει, ούτε μπορεί να θέσει τις βάσεις για εθνική στρατηγική. Η πολιτική του γραμμή –αν υποθέσουμε πως υπάρχει μια τέτοια– είναι να πείσει τη διεθνή κοινότητα πως η Κυπριακή Δημοκρατία είναι ένας πρόθυμος συνομιλητής, έτοιμος να υπογράψει οποιοδήποτε σχέδιο του σερβίρουν οι «μεγάλοι». Με αυτόν τον τρόπο, δεν προασπίζεται ούτε την εδαφική ακεραιότητα του κράτους του, ούτε τα δικαιώματα των πολιτών του. Αντί να απαιτήσει την επιστροφή των περιουσιών στους πρόσφυγες, παρακάμπτει το θέμα εντελώς. Αντί να υπενθυμίσει πως η κατοχή είναι το βασικό πρόβλημα, φέρνει στο προσκήνιο το αφήγημα της «επανένωσης» και της «συμβίωσης», χωρίς κανένα σχέδιο ασφάλειας, κυριαρχίας ή βιωσιμότητας.
Εδώ είναι το κρίσιμο σημείο: η κυπριακή πολιτική ηγεσία φαίνεται πως έχει παραιτηθεί από το δικαίωμα ύπαρξης της ελληνικής κοινότητας στην Κύπρο ως κυρίαρχο πολιτικό υποκείμενο. Με τη διαρκή επίκληση σε μια λύση ΔΔΟ, που πλέον ούτε η Τουρκία υποστηρίζει, δεν κάνει τίποτα άλλο από το να συμβάλλει στην απονομιμοποίηση της ίδιας της Κυπριακής Δημοκρατίας. Διότι τι άλλο είναι η «λύση» που αναζητούν; Είναι η αντικατάσταση ενός διεθνώς αναγνωρισμένου κράτους, με μια «νέα κατάσταση πραγμάτων», όπου η κυριαρχία θα μοιράζεται 50-50 με ένα τουρκοκυπριακό μόρφωμα το οποίο στην πράξη ελέγχεται από την Άγκυρα. Είναι ένα σενάριο αυτοκτονίας, το οποίο δυστυχώς υποστηρίζεται ακόμη από το κυπριακό πολιτικό σύστημα.
Ούτε η νομική ισχύς του διεθνούς δικαίου αξιοποιείται. Ούτε το γεωπολιτικό πλεονέκτημα του να είναι η Κύπρος μέλος της Ε.Ε. Με τις κατάλληλες συμμαχίες και αποφασιστική διπλωματία, η Κυπριακή Δημοκρατία θα μπορούσε να απαιτήσει εφαρμογή του ευρωπαϊκού κεκτημένου σε όλο το νησί, να απαιτήσει κυρώσεις, να ασκήσει πίεση μέσω διεθνών δικαστηρίων. Αντ’ αυτού, λειτουργεί ως κράτος σε διαρκή άμυνα. Σαν να φοβάται μην κακοκαρδίσει τους ξένους. Λες και είναι καλύτερο να χάνεις καθημερινά έδαφος, πληθυσμό, πολιτισμό, και μέλλον, παρά να ενοχλήσεις τους ισχυρούς.
Αυτό που δεν καταλαβαίνει –ή αρνείται να παραδεχτεί– η ηγεσία νας, είναι ότι η Κύπρος δεν κινδυνεύει μόνο γεωγραφικά. Κινδυνεύει να χάσει την πολιτισμική, ιστορική και εθνική της υπόσταση. Διότι η αποδοχή ενός σχεδίου «λύσης» που υποβαθμίζει τους Έλληνες της Κύπρου από δικαιωματικά κυρίαρχους του νησιού σε συγκυριαρχούμενους, ισοδυναμεί με πολιτικό θάνατο. Και αυτό είναι κάτι που η Ιστορία δεν θα συγχωρήσει σε κανέναν.
Ο Χριστοδουλίδης, λοιπόν, είχε μπροστά του μια μοναδική ευκαιρία. Μπορούσε να σηκώσει το ζήτημα της κατοχής στο ύψος που του αρμόζει. Να μιλήσει για στρατεύματα κατοχής εντός ευρωπαϊκού εδάφους. Να απαιτήσει την επιστροφή των προσφύγων ως προϋπόθεση οποιασδήποτε διαπραγμάτευσης. Να εκθέσει την Τουρκία για την απόρριψη κάθε πρότασης λύσης που στηρίζεται στη διεθνή νομιμότητα. Να ξεμπροστιάσει τις ψευδο-λύσεις και να μιλήσει για το μόνο πραγματικό δικαίωμα που υπάρχει: την πλήρη αποκατάσταση της Κυπριακής Δημοκρατίας, της μόνης νόμιμης αρχής στο νησί.
Αντ’ αυτού, μίλησε για επανέναρξη των διαπραγματεύσεων και δήλωσε έτοιμος να συναντήσει τον Ερντογάν. Πώς να μην αποθρασύνεται ο Ερντογαν, όταν του προσφέρεις ένα σχέδιο που δεν θέλει πια, και το παρουσιάζεις σαν παραχώρηση; Πώς να μην ενθαρρύνεται η τουρκική αδιαλλαξία όταν ο ίδιος ο Χριστοδουλίδης αποδέχεται ως προυπόθεση το ότι η χώρα του πρέπει να αλλάξει μορφή για να υπάρξει ειρήνη;
Η Κύπρος χρειάζεται μια νέα πολιτική. Μια πολιτική που θα βασίζεται στην επιμονή για δικαιοσύνη, όχι στην παράκληση. Που θα υπερασπίζεται την κρατική της υπόσταση, όχι να την διαπραγματεύεται. Που θα διεκδικεί τα δικαιώματα του λαού της, και όχι να διαχειρίζεται την ήττα. Και πάνω απ’ όλα, χρειάζεται ηγεσία που να καταλαβαίνει πως δεν είναι πολιτικά αποδεκτό να παραδοθεί η μοίρα ενός αρχαίου λαού σε μια γραφειοκρατική «λύση» που εξυπηρετεί μόνο γεωπολιτικά συμφέροντα τρίτων. Όποιος δεν είναι έτοιμος να υπηρετήσει αυτή την αποστολή, οφείλει να φύγει από τη σκηνή.
Αυτό είναι το ελάχιστο που μπορούν να απαιτήσουν οι Έλληνες της Κύπρου.
*Απόφοιτος Πολιτικών Επιστημών, Ψυχολογίας και Κοινωνιολογίας από τη Γερμανία.