Ενέργεια

GSI: Μονόδρομος ή μήπως πρέπει να ξαναζυγίσουμε το ενεργειακό μας μέλλον;

Ας μην αναζητούμε τους αριθμούς που δικαιώνουν τη σκέψη μας. Οφείλουμε να αναζητούμε τους αριθμούς που θα μας δείξουν αν η σκέψη μας στέκει

Η ενεργειακή ασφάλεια της Κύπρου δεν είναι ζήτημα που αφορά μόνο τον σημερινό λογαριασμό του ηλεκτρικού ρεύματος. Αφορά την οικονομία, την ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων, την ποιότητα ζωής των πολιτών και, κυρίως, τις επιλογές που θα δεσμεύσουν τη χώρα για τις επόμενες δεκαετίες και τις επόμενες γενιές.

Σε αυτό το πλαίσιο, η ηλεκτρική διασύνδεση Κύπρου–Ελλάδας, γνωστή ως Great Sea Interconnector (GSI), παρουσιάζεται ως ένα έργο στρατηγικής σημασίας, το οποίο θα τερματίσει την ενεργειακή απομόνωση της Κύπρου και θα επιτρέψει την αμφίδρομη μεταφορά ηλεκτρικής ενέργειας.

Το έργο προβλέπει αρχική μεταφορική ικανότητα 1.000 MW και εκτιμώμενο προϋπολογισμό €1,9 δισεκατομμυρίου. Ωστόσο, το ποσό αυτό βρίσκεται πλέον υπό αμφισβήτηση, καθώς έχουν διατυπωθεί αναφορές ότι το πραγματικό συνολικό κόστος ενδέχεται να είναι σημαντικά υψηλότερο, όταν συνυπολογιστούν πρόσθετες δαπάνες, όπως η ασφάλιση, η συντήρηση και άλλες υποδομές και να φτάνει τα 3 δις και ίσως να τα ξεπερνά.

Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι αν η Κύπρος χρειάζεται ενεργειακή ασφάλεια. Αυτό είναι αυτονόητο. Το ερώτημα είναι με ποιον συνδυασμό επιλογών θα την εξασφαλίσουμε και ποιο θα είναι το τελικό κόστος για την οικονομία και τους καταναλωτές.

Η Κύπρος διαθέτει ένα σημαντικό πλεονέκτημα: την ηλιακή ενέργεια. Τα τελευταία χρόνια, η εγκατάσταση φωτοβολταϊκών έχει αυξηθεί σημαντικά. Όμως, η μεγάλη παραγωγή ηλιακής ενέργειας κατά τις μεσημβρινές ώρες δημιουργεί ήδη προβλήματα στο δίκτυο. Το 2025, οι περικοπές παραγωγής από ανανεώσιμες πηγές έφθασαν περίπου τις 306 GWh, σύμφωνα με στοιχεία που έχουν δημοσιοποιηθεί σε ευρωπαϊκό επίπεδο.

Αυτό μας οδηγεί σε ένα ακόμη κρίσιμο ζήτημα: την αποθήκευση. Χρειάζεται άραγε να επενδύσουμε σε τεράστιες εγκαταστάσεις μπαταριών, ώστε να αποθηκεύουμε σχεδόν κάθε κιλοβατώρα που παράγεται από τα φωτοβολταϊκά; Ή μήπως θα ήταν οικονομικά προτιμότερο να αποδεχθούμε ένα περιορισμένο ποσοστό περικοπών της ηλιακής παραγωγής, όταν το κόστος των αποθηκευτικών υποδομών υπερβαίνει την αξία της ενέργειας που θα διασωθεί;

Η απάντηση, βέβαια, δεν μπορεί να βασιστεί σε υποθέσεις. Χρειάζεται ένα ολοκληρωμένο μοντέλο που να υπολογίζει το κόστος των μπαταριών, τη διάρκεια ζωής τους, τον βαθμό αξιοποίησής τους, την αξία της αποθηκευμένης ενέργειας και τις πραγματικές ανάγκες του δικτύου. Άλλωστε, ούτε οι ιδιοκτήτες φωτοβολταϊκών πρέπει να θεωρούν δεδομένο ότι ο λογαριασμός του ηλεκτρικού τους ρεύματος πρέπει ντε και καλά να μηδενιστεί. Το τελικό αποτέλεσμα εξαρτάται από την κατανάλωση, το σύστημα συμψηφισμού, την αποθήκευση και τις ενδεχόμενες περικοπές παραγωγής. Ούτε όμως πρέπει να αντιμετωπίζουμε τον GSI και τις ανανεώσιμες πηγές ως ανταγωνιστικές επιλογές. Θα μπορούσαν να λειτουργήσουν συμπληρωματικά. Η Κύπρος θα μπορούσε, υπό τις κατάλληλες οικονομικές και τεχνικές προϋποθέσεις, να εξάγει πλεονάζουσα ενέργεια μέσω της διασύνδεσης και να εισάγει ηλεκτρισμό όταν η εγχώρια παραγωγή δεν επαρκεί.

Παράλληλα, θα πρέπει να εξεταστεί σοβαρά και η αξιοποίηση του δικού μας, κυπριακού φυσικού αερίου, εφόσον καταστεί διαθέσιμο με οικονομικά και τεχνικά βιώσιμους όρους. Ένα ενεργειακό σύστημα που θα συνδυάζει φωτοβολταϊκά, αποθήκευση, φυσικό αέριο και διασύνδεση μπορεί να προσφέρει περισσότερες επιλογές. Δεν γνωρίζουμε, όμως, ακόμη ποιος συνδυασμός θα είναι ο οικονομικά αποδοτικότερος.

Γι’ αυτό χρειάζεται να αποφύγουμε τις εύκολες απαντήσεις και τις προειλημμένες αποφάσεις.

Ας μην αναζητούμε τους αριθμούς που δικαιώνουν τη σκέψη μας. Οφείλουμε να αναζητούμε τους αριθμούς που θα μας δείξουν αν η σκέψη μας στέκει.

Βρίσκουμε τους αριθμούς, τους βάζουμε στη ζυγαριά και βλέπουμε προς τα πού γέρνει.

Πριν δεσμευτούμε για δισεκατομμύρια και για δεκαετίες, σοφό είναι να είμαστε βέβαιοι ότι εξετάσαμε όλες τις δυνατότητες. Και, κυρίως, έχουμε προσδιορίσει ποιος συνδυασμός θα προσφέρει στην Κύπρο τη μεγαλύτερη ενεργειακή ασφάλεια, χωρίς να δημιουργήσει ένα νέο, δυσβάστακτο οικονομικό βάρος;

Εν κατακλείδι, αυτό που αναμένουν οι πολίτες είναι να δουν τους λογαριασμούς του ηλεκτρικού ρεύματος να μειώνονται δραστικά και όχι να ακούν υποσχέσεις για μειώσεις σε βάθος χρόνων, τις οποίες πολλοί ίσως δεν θα ζήσουν για να δουν να πραγματοποιούνται.