Ώρα αλλαγής στρατηγικής: από τη σιωπή στη διεκδίκηση

Οι αυταπάτες τελείωσαν. Η Κύπρος οφείλει να μιλήσει τη γλώσσα που καταλαβαίνουν οι ισχυροί: τη γλώσσα της συνέπειας, της απαίτησης και της αξιοπρέπειας.

Πενήντα δύο και πλέον χρόνια μετά την τουρκική εισβολή και τη συνεχιζόμενη κατοχή, η Κύπρος εξακολουθεί να βιώνει μιαν από τις πιο μακροχρόνιες και κατάφωρες παραβιάσεις του Διεθνούς Δικαίου στην ευρωπαϊκή ήπειρο. Και, όμως, παρά τη βαρύτητα του εγκλήματος, η διεθνής αντίδραση παραμένει χλιαρή, επιλεκτική και συχνά υποκριτική. Ακόμη πιο ανησυχητικό, όμως, είναι το γεγονός ότι και η δική μας πλευρά έχει συμβάλει, με τη στάση και τις επιλογές της, στη σταδιακή απονεύρωση του Κυπριακού ως διεθνούς ζητήματος εισβολής και κατοχής.

Η Κυπριακή Δημοκρατία τα τελευταία χρόνια ακολουθεί μια πολιτική που αυτοχαρακτηρίζεται ως «εξωστρεφής», στην πράξη όμως στερείται διεκδικητικού περιεχομένου. Αντί να θέτει με συνέπεια και ένταση το ζήτημα της συνεχιζόμενης τουρκικής κατοχής σε όλα τα διεθνή φόρα, επιλέγει συχνά τη σιωπή, τις χαμηλές προσδοκίες και τη διαχείριση εντυπώσεων. Οι καταγγελίες είναι σποραδικές, προσεκτικά διατυπωμένες και χωρίς συνέχεια, λες και φοβόμαστε μήπως «ενοχλήσουμε» συμμάχους και εταίρους.

Την ίδια ώρα, η Κύπρος έχει συνεργαστεί στενά με χώρες της Δύσης, συμπεριλαμβανομένων των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ισραήλ, διευκολύνοντας και ενισχύοντας τη στρατιωτική τους παρουσία στο νησί. Βάσεις, υποδομές, ασκήσεις και διευκολύνσεις παραχωρούνται στο όνομα της περιφερειακής ασφάλειας και των γεωπολιτικών τους σχεδιασμών. Η Κύπρος παρουσιάζεται ως αξιόπιστος εταίρος και πυλώνας σταθερότητας. Όμως, το κρίσιμο ερώτημα παραμένει: ποιο είναι το αντάλλαγμα για την ίδια την Κυπριακή Δημοκρατία;

Δυστυχώς, μέχρι σήμερα, κανένα ουσιαστικό. Καμία χώρα από αυτές που αξιοποιούν τη γεωστρατηγική σημασία της Κύπρου δεν έχει αναλάβει ενεργό ρόλο για τον τερματισμό της κατοχής ή για την επιβολή κόστους στην Τουρκία. Αντιθέτως, η Άγκυρα συνεχίζει ανενόχλητη να παραβιάζει ψηφίσματα του ΟΗΕ, να προωθεί λύσεις δύο κρατών και να δημιουργεί νέα τετελεσμένα επί του εδάφους.

Ιδιαίτερη αναφορά πρέπει να γίνει στη Μεγάλη Βρετανία. Ως εγγυήτρια δύναμη, με νομικές και ιστορικές ευθύνες που απορρέουν από τις Συνθήκες του 1960, ουδέποτε ανέλαβε τις υποχρεώσεις της γι’ αποκατάσταση της συνταγματικής τάξης και ανατροπή των συνεπειών της εισβολής. Αντίθετα, περιορίστηκε σε ρόλο «ουδέτερου παρατηρητή», διατηρώντας στρατιωτικές Βάσεις και εξυπηρετώντας πρωτίστως τα δικά της συμφέροντα. Η κατοχή του 37% του κυπριακού εδάφους δεν ανετράπη, ούτε καν αμφισβητήθηκε έμπρακτα από το Λονδίνο.

Η στάση αυτή έρχεται σε πλήρη αντίθεση με την αποφασιστικότητα που επιδεικνύει η Δύση σε άλλες περιπτώσεις παραβίασης της διεθνούς νομιμότητας, όπως στην Ουκρανία. Εκεί, κυρώσεις, πολιτική στήριξη και στρατιωτική βοήθεια κινητοποιήθηκαν άμεσα. Για την Κύπρο, όμως, η κατοχή φαίνεται να θεωρείται «παγωμένο» και βολικό πρόβλημα, που δεν αξίζει την ίδια προτεραιότητα.

Ενόψει των επικείμενων βουλευτικών εκλογών, η συζήτηση αυτή δεν μπορεί ν’ αποφεύγεται. Η χώρα χρειάζεται άμεση αλλαγή στρατηγικής. Μια πολιτική πραγματικά εξωστρεφή, αλλά ταυτόχρονα μαχητική. Με ξεκάθαρες απαιτήσεις από την Ευρωπαϊκή Ένωση, σύνδεση των ευρωτουρκικών με απτή πρόοδο στο Κυπριακό και σταθερή υπενθύμιση ότι η Κύπρος δεν είναι λιγότερο ευρωπαϊκή από οποιοδήποτε άλλο κράτος-μέλος.

Χωρίς διεκδίκηση, χωρίς καταγγελία και χωρίς πολιτικό κόστος για την Τουρκία, η κατοχή θα παγιώνεται. Οι αυταπάτες τελείωσαν. Η Κύπρος οφείλει να μιλήσει τη γλώσσα που καταλαβαίνουν οι ισχυροί: τη γλώσσα της συνέπειας, της απαίτησης και της αξιοπρέπειας.

*Πρόεδρος του Συνδέσμου Αμμοχώστου ΗΒ