Πρόεδρος της Δημοκρατίας ή «Εκπρόσωπος Κοινότητας»; Η ασάφεια που μας αποδυναμώνει

Η Κυπριακή Δημοκρατία δεν έχει την πολυτέλεια της θεσμικής ασάφειας. Όχι σήμερα. Όχι σε μια συγκυρία όπου η Τουρκία επιμένει στη «κυριαρχική ισότητα» και όπου οι διεθνείς μεσολαβητές αναζητούν, συχνά με όρους ισορροπιών και όχι δικαίου, «φόρμουλες» για να κινηθεί η διαδικασία. Σε αυτό το περιβάλλον, κάθε λέξη, κάθε ρόλος, κάθε τίτλος έχει βάρος. Και το βάρος αυτό μπορεί είτε να προστατεύσει την κρατική μας υπόσταση είτε να τη φθείρει αθόρυβα.

Γι’ αυτό και η επίμονη παρουσίαση του Προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας ως «εκπροσώπου της ελληνοκυπριακής κοινότητας» στις συνομιλίες δεν είναι μια απλή συμβατική διατύπωση. Είναι ένα πλαίσιο που, όταν παγιώνεται, παράγει αποτελέσματα: μας κατεβάζει επίπεδο. Μας μετακινεί από τη θέση του κράτους στη θέση της «πλευράς».

Και η Κύπρος δεν αντέχει άλλες ανεπαίσθητες υποχωρήσεις που, στο τέλος, γίνονται δομικές.

Η ουσία δεν είναι ο συμβολισμός — είναι η ισχύς Ο Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας δεν είναι απλώς ο πολιτικός εκφραστής των Ελλήνων Κυπρίων. Είναι ο διεθνώς αναγνωρισμένος Αρχηγός Κράτους του μοναδικού κράτους στο νησί. Υπογράφει, δεσμεύει, εκπροσωπεί την Κυπριακή Δημοκρατία στα Ηνωμένα Έθνη και στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Αυτή η ιδιότητα είναι το ισχυρότερο διαπραγματευτικό μας κεφάλαιο.

Όταν, όμως, στο τραπέζι των συνομιλιών κυριαρχεί η «κοινοτική» ιδιότητα, η εικόνα μετατοπίζεται: δύο κοινότητες συζητούν για ένα νέο συνεταιρισμό. Αυτό δεν είναι τεχνική λεπτομέρεια. Είναι το ίδιο το αφήγημα που επιδιώκει η άλλη πλευρά: να εμφανιστεί η Κυπριακή Δημοκρατία ως κάτι που «έχει ξεπεραστεί» και που πρέπει να αντικατασταθεί από μια νέα κατασκευή.

Η Τουρκία δεν ζητά «δύο κοινότητες» για να βρεθεί λύση. Ζητά δύο ισότιμες πολιτικές οντότητες, ώστε να αποσπάσει έμμεση αναγνώριση και να μετατρέψει την κατοχή σε διαπραγματευτικό πλεονέκτημα. Όταν οι ίδιοι οι πολιτικοί μας επιλέγουν γλώσσα και σχήματα που ευνοούν την εξίσωση, δεν τους κάνουν ίσως τη δουλεία ευκολότερη;

Ο ρόλος του Ηνωμένου Βασιλείου και η δική μας ευαλωτότητα Σε αυτή την εξίσωση πρέπει να μπει καθαρά και το Ηνωμένο Βασίλειο. Όχι με συνθήματα, όχι με υπερβολές, αλλά με νηφαλιότητα: το Λονδίνο έχει δικά του στρατηγικά συμφέροντα στην Κύπρο, κυρίως λόγω των κυρίαρχων βάσεων και του ρόλου του ως εγγυήτριας δύναμης. Ιστορικά, οι βρετανικές προσεγγίσεις συχνά κινούνται στη λογική «διαχείρισης» και «ισορροπίας», όχι απαραίτητα στη λογική της ενίσχυσης της κρατικής υπόστασης της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Αν, λοιπόν, η Κυπριακή Δημοκρατία εμφανίζεται ως «ελληνοκυπριακή κοινότητα», τότε στο τραπέζι των διεθνών πρωτοβουλιών είναι πιο πολύ εύκολο να μας αντιμετωπίσουν ως «μία από τις δύο πλευρές» ενός προβλήματος που πρέπει να διευθετηθεί. Και σε ένα τέτοιο πλαίσιο, οι «δημιουργικές ιδέες» μπορεί να οδηγήσουν σε επικίνδυνες κατευθύνσεις: σε λύσεις όπου η κρατική συνέχεια θολώνει, όπου η κυριαρχία τεμαχίζεται, όπου η Ευρωπαϊκή ιδιότητα δεν αξιοποιείται ως ασπίδα, αλλά μπαίνει σε παρενθέσεις για να «μην δυσκολεύει» τη διαδικασία.

Δεν χρειάζεται να πιστέψει κανείς σε σκοτεινά σενάρια για να δει το πρόβλημα. Αρκεί να παραδεχτούμε το αυτονόητο: όταν παραιτείσαι από τη γλώσσα του κράτους, γίνεσαι πιο ευάλωτος σε όσους επιδιώκουν να σε χειριστούν ως κοινότητα.

Το ζητούμενο δεν είναι να τινάξουμε τη διαδικασία στον αέρα. Ούτε να υψώσουμε ρητορικούς τόνους που θα μας απομονώσουν. Το ζητούμενο είναι να επαναφέρουμε τη σωστή θεσμική τάξη:

  • Ο Πρόεδρος να συμμετέχει στις συνομιλίες πρωτίστως ως Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας.
  • Να καθίσταται σαφές, σε κάθε πλαίσιο και σε κάθε ανακοίνωση, ότι η Κυπριακή Δημοκρατία συνεχίζει και δεν τίθεται υπό διαπραγμάτευση.
  • Να μη δημιουργείται ούτε εικόνα ούτε λεξιλόγιο που υπονοεί ότι η Δημοκρατία είναι «μια κοινότητα» ανάμεσα σε δύο.

Και κυρίως: να αξιοποιείται συστηματικά η Ευρωπαϊκή ιδιότητα της Κυπριακής Δημοκρατίας. Η ΕΕ δεν αναγνωρίζει «δύο κράτη» στην Κύπρο. Αναγνωρίζει ένα. Αυτό δεν είναι λεπτομέρεια. Είναι θεμέλιο. Και όποιος το αφήνει να περάσει στο περιθώριο «για να προχωρήσει η διαδικασία», στο τέλος μένει χωρίς στήριγμα όταν η διαδικασία στραβώσει.

Σήμερα, η Κύπρος δεν κινδυνεύει μόνο από τις κραυγαλέες απαιτήσεις της Άγκυρας. Κινδυνεύει και από τις «σιωπηλές» μετατοπίσεις των κυβερνόντων. Η εμμονή στη γλώσσα του «εκπροσώπου κοινότητας» για τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας είναι τέτοια μετατόπιση.

Ας είμαστε καθαροί: η διαπραγμάτευση χρειάζεται ευελιξία. Αλλά η κρατική υπόσταση χρειάζεται ακαμψία. Όχι ως ιδεοληψία — ως άμυνα.

Γιατί αν χάσουμε το πλαίσιο του κράτους, θα διαπιστώσουμε αργά ότι δεν χάσαμε μόνο μια λέξη. Χάσαμε τη θέση μας. Και τη θέση μας δεν θα την επιστρέψει κανείς, ούτε με μέτρα οικοδομισης εμπιστοσύνης ούτε από καλή θέληση.

*Απόφοιτος Πολιτικών Επιστημών, Ψυχολογίας και Κοινωνιολογίας από τη Γερμανία