Αν η κατοχή είναι έγκλημα, γιατί το κράτος τη διαχειρίζεται σαν τουριστική διευκόλυνση;
Η τουρκική κατοχή της Κύπρου δεν αποτελεί «μια δύσκολη πραγματικότητα» προς διαχείριση. Αποτελεί μια συνεχιζόμενη παραβίαση της κυριαρχίας της Κυπριακής Δημοκρατίας και των θεμελιωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων των Ελλήνων Κυπρίων πολιτών της.
Δεν έχει νομιμοποιηθεί. Δεν έχει αμβλυνθεί. Δεν έχει μετατραπεί σε κάτι λιγότερο από αυτό που είναι.
Κι όμως, τα τελευταία χρόνια παρατηρείται μια ανησυχητική διολίσθηση: η κατοχή αντιμετωπίζεται, στην πράξη, με όρους κανονικότητας.
Η καθημερινή διέλευση προς τα κατεχόμενα, η οικονομική και τουριστική δραστηριότητα σε περιοχές που συνδέονται άμεσα με σφετερισμό περιουσιών, και η γενικότερη ανοχή σε πρακτικές που αποδυναμώνουν τη νομική και ηθική θέση της Δημοκρατίας, δημιουργούν ένα περιβάλλον εξοικείωσης.
Αυτό δεν συνιστά ρεαλισμό, αλλά μια σταδιακή αποδοχή.
Και αυτή η αποδοχή έχει συνέπειες.
Πρώτον, υπονομεύει τη βασική θέση της Κυπριακής Δημοκρατίας ότι πρόκειται για συνεχιζόμενη παρανομία. Δεύτερον, αποδυναμώνει την αξίωση των εκτοπισμένων πολιτών για αποκατάσταση των δικαιωμάτων τους. Τρίτον, επιτρέπει τη δημιουργία οικονομικών και πολιτικών συμφερόντων που επενδύουν στη διατήρηση των τετελεσμένων.
Ένα κράτος που σέβεται τον εαυτό του οφείλει να ενεργεί με συνέπεια προς τις θέσεις του.
Αυτό σημαίνει συγκεκριμένες πολιτικές:
- σαφής αποτροπή της αντίληψης ότι η μετάβαση στα κατεχόμενα αποτελεί ουδέτερη τουριστική επιλογή,
- ενίσχυση της νομικής προστασίας των περιουσιών των προσφύγων,
- αυστηρός έλεγχος φαινομένων παράτυπης απασχόλησης και καταχρήσεων που σχετίζονται με τη διέλευση από τη Γραμμή,
- και στοχευμένες παρεμβάσεις που περιορίζουν την οικονομική ομαλοποίηση της κατοχής.
Ασφαλώς, μια τέτοια προσέγγιση δεν είναι χωρίς κόστος. Αν οι κυβερνώντες δεν μπορούν να αντιμετωπίσουν τον ανταγωνισμό των ξένων δυνάμεων είναι θράσος να διεκδικούν τις θέσεις που πρέπει να παίρνουν αποφάσεις. Η δικαιολογία της πίεσης είναι μια φτηνή δικαιολογία, όπως π.χ. το πιστόλι στον κρόρταφο. Η Τουρκία θα αντιδράσει. Θα υπάρξουν διεθνείς πιέσεις. Θα τεθούν ζητήματα ισορροπιών.
Αυτό, όμως, δεν μπορεί να αποτελεί άλλοθι αδράνειας.
Η απάντηση δεν είναι η ένταση χωρίς στρατηγική. Είναι η στρατηγική με συνέπεια.
Η Κυπριακή Δημοκρατία οφείλει να λειτουργεί ως ένα κράτος που υπερασπίζεται ενεργά τη νομιμότητά του. Δεν φτάνει μόνο να μας λένε ότι σέβονται το διεθνές δίκαιο. Να αξιοποιεί το διεθνές δίκαιο. Να επιμένει στη γλώσσα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Να καθιστά σαφές, σε κάθε επίπεδο, ότι η κατοχή δεν είναι αποδεκτή — ούτε πολιτικά, ούτε οικονομικά, ούτε κοινωνικά.
Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι αν υπάρχουν επιλογές. Υπάρχουν.
Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν υπάρχει βούληση.
Διότι η σταδιακή προσαρμογή σε μια άδικη κατάσταση δεν συνιστά σταθερότητα. Συνιστά διολίσθηση. Και ένα κράτος δεν υποχωρεί μόνο όταν εξαναγκάζεται. Υποχωρεί όπως στην περίπτωσή μας, όταν για κάποιους λόγους επιλέγει να μην ενεργεί. Όπως κάνουν μέχρι τώρα οι πολιτικοί. Γιατί άραγε; Η Κυπριακή Δημοκρατία οφείλει να καταστήσει σαφές — πρώτα προς τους πολίτες της και έπειτα προς τη διεθνή κοινότητα — ότι η κατοχή παραμένει αυτό που είναι: μια συνεχιζόμενη αδικία που απαιτεί συνεχή και ενεργή αντίδραση.
*Απόφοιτος Πολιτικών Επιστημών, Ψυχολογίας και Κοινωνιολογίας από τη Γερμανία