«Πριν αρχίσουν οι Συνομιλίες, έχει ήδη κριθεί ο νικητής; Το σχέδιο Ερχιουρμάν και τα κενά του Χριστοδουλίδη»

Η τελευταία επίθεση του Ερχιουρμάν κατά του Προέδρου της Δημοκρατίας και το ερώτημα που βαραίνει είναι ποιος μπαίνει στη νέα φάση με στρατηγική και ποιος με επικοινωνιακά αντανακλαστικά.

Ο Τουφάν Ερχιουρμάν δεν κινείται τυχαία και ο Πρόεδρος Χριστοδουλίδης κάνει λάθος αν παρηγορείται με τη σκέψη ότι απέναντί του έχει απλώς έναν «πιο ήπιο» συνομιλητή από τον Τατάρ.

Στις 11 Φεβρουαρίου ο Ερχιουρμάν, στη συνάντησή του με τον Αντόνιο Γκουτέρες στη Νέα Υόρκη, δεν πήγε για καφέ. Πήγε με συγκεκριμένη “μεθοδολογία” (οι όροι του) τεσσάρων σημείων για την επανέναρξη των Συνομιλιών. Στις 24 Φεβρουαρίου, στην πρώτη ουσιαστική συνάντησή του με τον Νίκο Χριστοδουλίδη μετά από εκείνη την επαφή, δεν προέκυψε συμφωνία ούτε για ουσιαστικές αποφάσεις ούτε για βήματα που να δείχνουν ότι η διαδικασία όντως ξεμπλόκαρε. Συμφωνήθηκε μόνο να συνεχιστούν οι επαφές των διαπραγματευτών και να υπάρξει νέα συνάντηση.

Στις 18 Μαρτίου, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας συναντήθηκε με τον Γενικό Γραμματέα στις Βρυξέλλες και μίλησε για στόχο «ουσιαστικής προόδου» πριν από το τέλος της θητείας του Γκουτέρες. Στις 27 και 28 Μαρτίου, η κυβέρνηση δήλωσε ότι πρότεινε ημερομηνία για νέα συνάντηση τον Απρίλιο, αλλά μέχρι στιγμής δεν υπάρχει επιβεβαιωμένη ημερομηνία από τα Ηνωμένα Έθνη. Με απλά λόγια: υπάρχει κινητικότητα, αλλά όχι ακόμα κατοχυρωμένη διαδικασία. Και μέσα σ’ αυτό το θολό πεδίο, εκείνος που προσπαθεί να ορίσει τους όρους είναι ο Ερχιουρμάν.

Οι τέσσερεις όροι του δεν είναι τεχνικές λεπτομέρειες για νομικούς φακέλους και διπλωματικά πρακτικά, όσο κι αν κάποιοι εδώ θα ήθελαν να τους παρουσιάσουν έτσι για να κοιμούνται πιο ήσυχοι. Από όσα έχουν δημοσιοποιηθεί, ο Ερχιουρμάν ζητεί: να γίνει αποδεκτή εξαρχής η πολιτική ισότητα ως δεδομένη και όχι ως ανοιχτό αντικείμενο διαπραγμάτευσης, να υπάρξει χρονοδιάγραμμα ώστε οι συνομιλίες να μην συνεχίζονται χωρίς τέλος, να μην ξανανοίξουν όσα έχουν ήδη συγκλίνει μέχρι το Κραν Μοντανά, και, κυρίως, αν η διαδικασία αποτύχει λόγω ελληνοκυπριακής στάσης, να υπάρξει θετική συνέπεια για την τουρκοκυπριακή πλευρά ώστε να μην επιστρέψει απλώς στο σημερινό καθεστώς. Αυτό το τέταρτο σημείο είναι όλη η ουσία. Δεν είναι «μεθοδολογία». Είναι προληπτική μεταφορά κόστους. Είναι απόπειρα να μπει η Ελληνική Κυπριακή πλευρά σε νέα διαδικασία ήδη φορτωμένη με την απειλή ότι, αν αποτύχει η προσπάθεια και της φορτωθεί η ευθύνη, οι Τουρκοκύπριοι (δηλ. η Τουρκία, να μην το ξεχνάμε). θα διεκδικήσουν ανταμοιβή ή αναβάθμιση. Η πιο ισχυρή αντίθετη ανάγνωση θα έλεγε ότι ο Ερχιουρμάν απλώς προσπαθεί να αποτρέψει άλλη μία ατέρμονη διαδικασία χωρίς αποτέλεσμα. Αυτό είναι το πιο σοβαρό επιχείρημα υπέρ του. Όμως, ακόμα και αν ήταν έτσι, το αποτέλεσμα για τη Λευκωσία παραμένει το ίδιο: αν δεχθεί το πλαίσιο χωρίς δική της αντι-στρατηγική, θα μπει σε συνομιλίες όπου οι Τουρκοκύπριοι εκ μέρους της Τουρκίας θα έχουν ήδη δουλέψει εκ των προτέρων το πεδίο της ευθύνης.

Γι’ αυτό και η τελευταία δημόσια επίθεση του Έρχιουρμαν κατά του Νίκου Χριστοδουλίδη έχει μεγαλύτερη σημασία από ένα ακόμα επεισόδιο λεκτικής έντασης.

Ο Τουρκοκύπριος “ηγέτης” (δεν εξελέγει σε νόμιμες εκλογές, άρα δεν μπορει να είναι ο νόμιμος ήγέτης της τουρκοκυπριακής κοινότητας όπως προνοεί το σύνταγμα) δεν αρκέστηκε να διαφωνήσει. Κατηγόρησε τον Πρόεδρο για αντιφατικές, ατεκμηρίωτες και επιπόλαιες τοποθετήσεις.

Είπε, περίπου, ότι η Ελληνική Κυπριακή γραμμή έχει περάσει από το «συνεχίζουμε από εκεί που μείναμε στο Κραν Μοντανά», στον «πεντασέλιδον οδικό χάρτη» και μετά σε κάλεσμα προς τους Τουρκοκύπριους να «επιστρέψουν στην Κυπριακή Δημοκρατία» για να έχουν λόγο. Χλεύασε επίσης τις αναφορές που άνοιξαν δημόσια γύρω από το ΝΑΤΟ, τις Βρετανικές Βάσεις και την ιδέα ότι η Τουρκία πρέπει να αναγνωρίσει την Κυπριακή Δημοκρατία για να συμμετάσχει σε σχετικές συζητήσεις.

Αυτή δεν είναι απλώς ρητορική εκτόνωση. Είναι πολιτική κατασκευή αφηγήματος: ο Ερχιουρμάν προσπαθεί να εμφανιστεί ως ο σταθερός παίκτης και ο Χριστοδουλίδης να φαίνεται ως πολιτικός που μετακινείται ανάλογα με την κάμερα που βρίσκεται μπροστά του. Το πρόβλημα είναι ότι η Λευκωσία τού έδωσε υλικό. Στις 25 Μαρτίου, ο Πρόεδρος δήλωσε ότι υπάρχει «καθαρό σχέδιο» για το θέμα των Βρετανικών Βάσεων, αλλά πρόσθεσε ότι οι Τουρκοκύπριοι θα μπορούσαν να έχουν λόγο στις σχετικές διαπραγματεύσεις μόνο αφού «επιστρέψουν στην Κυπριακή Δημοκρατία», ενώ η Τουρκία μόνο αφού πρώτα αναγνωρίσει την Κυπριακή Δημοκρατία. Την ίδια ώρα, λίγες ημέρες πριν, μετά τη συνάντησή του με τον Γκουτέρες, μιλούσε για ουσιαστική πρόοδο στο Κυπριακό πριν από το τέλος του έτους, ενώ ήδη από τη συνάντηση της 24ης Φεβρουαρίου έλεγε ότι ο στόχος του είναι επιστροφή σε ουσιαστικές Συνομιλίες με διαφύλαξη των “κεκτημένων” του διαπραγματευτικού έργου. (Πού τα βρήκε τα κεκτημένα;) Εδώ βρίσκεται το κεντρικό πρόβλημα, και δεν χρειάζονται ιδιαίτερες ικανότητες για να το καταλάβουμε. Όταν ο κ. Χριστοδουλίδης μιλά ταυτόχρονα ως διαπραγματευτής, ως εσωτερικός ρήτορας και ως πολιτικός σχολιαστής ως πρόεδρος και εκπρόσωπος κοινότητας ο αντίπαλος δεν ακούει «πολυεπίπεδη πολιτική». Ακούει κενά, ασυνέπειες και ευκαιρίες.

Η χρονική συγκυρία κάνει την κατάσταση ακόμα πιο επικίνδυνη. Το ζήτημα των Βρετανικών Βάσεων δεν άνοιξε σε ουδέτερο χρόνο. Άνοιξε μετά το χτύπημα της 2ας Μαρτίου στη RAF Ακρωτήρι το οποίον προκάλεσε ανησυχία στην Κύπρο για την έκθεση του νησιού σε ευρύτερη σύγκρουση, έντονη δυσαρέσκεια για την ελλιπή βρετανική προειδοποίηση προς τους πολίτες που βρίσκονται κοντά στις Βάσεις, και ακολούθως δημόσια επιβεβαίωση από τον ίδιο τον Πρόεδρο ότι η Κύπρος έχει ήδη ανοίξει συζήτηση με το Λονδίνο για το μέλλον των Βάσεων. Παράλληλα, το Λονδίνο ανακοίνωσε ότι η Βάση στην Κύπρο δεν θα χρησιμοποιηθεί για επιθετικές επιχειρήσεις στο πλαίσιο της βρετανοαμερικανικής αμυντικής συμφωνίας. Άρα η Κυπριακή Κυβέρνηση είχε μπροστά της ένα λεπτό ζήτημα ασφάλειας, κυριαρχίας και διεθνούς διαχείρισης. Αυτό ακριβώς ήταν ο λόγος για τον οποίον έπρεπε να μιλήσει με χειρουργική ακρίβεια. Αντί γι’ αυτό, έμπλεξε δημόσια το θέμα των Βάσεων με το Κυπριακό με τρόπο που επέτρεψε στον Ερχιουρμάν να αντεπιτεθεί και να εμφανίσει τη Λευκωσία ως πλευρά χωρίς σταθερή γραμμή.

Τι σκοπεύει λοιπόν ο Ερχιουρμάν; Κανείς σοβαρός δεν μπορεί να το πει με μαθηματική βεβαιότητα. Η πιο πειστική ανάγνωση, όμως, θεωρώ, είναι ότι επιχειρεί τέσσερα πράγματα μαζί: να κατοχυρώσει τη δική του πλευρά ως τη «λογική» και «συνεπή» πλευρά της “ομοσπονδιακής” (;) προοπτικής, να προκαθορίσει το διαδικαστικό πλαίσιο πριν ανοίξει η ουσία, να μεταφέρει από τώρα την πίεση ευθύνης προς τη Λευκωσία, και να δείξει στη διεθνή κοινότητα ότι αν ναυαγήσει άλλη μία προσπάθεια, το ερώτημα δεν θα είναι τι θέλει η Τουρκοκυπριακή πλευρά αλλά γιατί η Ελληνικη Κυπριακή πλευρά δεν ήθελε να κρατήσει σταθερή γραμμή. Αυτό δεν σημαίνει ότι ο Ερχιουρμάν «νίκησε». Σημαίνει κάτι πιο δυσάρεστον όμως. Ο Ερχιουρμάν παίζει σκάκι ενώ ο Χριστοδουλίδης ενεργεί ως θεατής εκ του μακρόθεν.

Ο Πρόεδρος Χριστοδουλίδης πρέπει οπωσδήποτε να κάνει πέντε πολύ συγκεκριμένα πράγματα:

Πρώτον, να σταματήσει αμέσως την πολυφωνία και να επιστρέψει σε μία καθαρή, επαναλαμβανόμενη γραμμή.

Δεύτερον, να ζητήσει ξεκάθαρα αμοιβαιότητα στο διαδικαστικό πλαίσιο. Αν θα υπάρχει αξιολόγηση ευθύνης σε περίπτωση αποτυχίας, αυτή δεν μπορεί να είναι μονομερές εργαλείο πίεσης κατά της ελληνοκυπριακής πλευράς.

Τρίτον, να αποσυνδέσει το θέμα των Βρετανικών Βάσεων από τη δημόσια μικροπολιτική χρήση του Κυπριακού και να το χειριστεί ως θέμα κυριαρχίας και ασφάλειας έναντι της Μικρής Βρετανίας (κάποτε ήταν μεγάλη). Είναι δυνατόν να κινείται σήμερα με την σκέψη στις προεδρικές εκλογές;

Τέταρτον, να προχωρήσει σε απτά, χαμηλού ρίσκου βήματα σε εκκρεμή μέτρα οικοδόμησης εμπιστοσύνης, αλλιώς ο Ερχιουρμάν θα συνεχίσει να μονοπωλεί το προφίλ του «ρεαλιστή». Και να φέρει (ο Πρόεδρος) στο τραπέζι το θέμα αν τα ΜΟΕ που έγιναν μέχρι τώρα έχουν φέρει τα επιθυμητά αποτελέσματα ή όχι.

Πέμπτον, να σταματήσει τις δηλώσεις που ακούγονται καλά στο εσωτερικό αλλά διαλύουν τη διαπραγματευτική συνοχή στο εξωτερικό. Οι συνομιλίες δεν κερδίζονται με φράσεις παρελάσεων. Κερδίζονται με πειθαρχία και προγραμματισμό.

Η αλήθεια, όσο άβολη κι αν είναι, είναι ότι το σημερινό πρόβλημα της Λευκωσίας δεν είναι πρώτα ο Ερχιουρμάν. Είναι η ασταθής συμπεριφορά του Προέδρου. Αν προσπαθεί να δοκιμάσει τη “θεωρία του τρελού” δεν θα το πετύχει διότι δεν δούλεψε ποτέ. Αλλά και δεν είναι πειστικός στο ότι είναι αλλοπρόσαλος. Ο Ερχιουρμάν κάνει αυτό που θα έκανε κάθε στοιχειωδώς σοβαρός παίκτης: προσπαθεί να γράψει τους όρους πριν καθίσει στο τραπέζι.

Αν ο Χριστοδουλίδης εξακολουθήσει να μιλά μία φορά ως Πρόεδρος της Δημοκρατίας, μία ως επικοινωνιακός διαχειριστής του εσωτερικού ακροατηρίου και μία ως σχολιαστής της στιγμής, τότε στην επόμενη φάση δεν θα μπει από θέση πρωτοβουλίας αλλά από θέση απολογίας. Και όταν σε μια εθνική διαπραγμάτευση χρειάζεται πρώτα να εξηγήσεις τι εννοούσες χθες για να σε πάρουν στα σοβαρά σήμερα, έχεις ήδη χαρίσει στον απέναντι τον πρώτο γύρο.

“Θεωρία του τρελού”: Ο ηγέτης κάνει ότι δεν τον νοιάζει να έχει ειρήνη ή πόλεμο και δίνει την εντύπωση ότι είναι έτοιμος για όλα, αρκεί να πάρει αυτό που θέλει.

*Απόφοιτος Πολιτικών Επιστημών, Ψυχολογίας και Κοινωνιολογίας από τη Γερμανία