Όταν οι ηγέτες ακολουθούν η Ελληνική κοινότητα χάνει
Η συνάντηση Χριστοδουλίδη–Ερχιουμάν δεν δοκιμάζει προθέσεις, αλλά ικανότητα καθορισμού στρατηγικής. Και μέχρι στιγμής, η πρωτοβουλία δεν βρίσκεται στη Λευκωσία.
Η πολιτική κρίνεται από το αποτέλεσμα, όχι από τις συνομιλίες. Και στο Κυπριακό, η παρουσία της Ελληνικης Κυπριακής πλευράς —με επικεφαλής τον Πρόεδρο Νίκο Χριστοδουλίδη— δεν έχει ακόμη αποδείξει ότι συνοδεύεται από σαφή και σταθερή στρατηγική κατεύθυνση.
Η επικείμενη συνάντηση της 6ης Απριλίου του Νίκου Χριστοδουλίδη και του Τουφάν Ερχιουρμάν παρουσιάζεται ως ακόμη ένα βήμα «κινητικότητας». Ωστόσο, η ουσία δεν βρίσκεται στο αν υπάρχει επαφή, αλλά στο ποιος καθορίζει το περιεχόμενο αυτής της επαφής.
Και εδώ η εικόνα είναι προβληματική.
Ο Ερχιουρμάν, ανεξαρτήτως του αν συμφωνεί κανείς με τις θέσεις του, εμφανίζεται να ακολουθεί μια συνεκτική γραμμή: θέτει όρους, επαναλαμβάνει σταθερά σημεία και επιχειρεί να διαμορφώσει το πλαίσιο της συζήτησης πριν ακόμη αυτή ξεκινήσει. Η δημόσια κριτική του προς τον Πρόεδρο Χριστοδουλίδη στις 26 Μαρτίου —με αναφορές σε «ασυνέπεια» και «αντιφατικά μηνύματα»— εντάσσεται ακριβώς σε αυτή τη στρατηγική.Το ζήτημα δεν είναι αν η κριτική αυτή είναι δίκαιη αλλά ότι βρίσκει χώρο να λειτουργήσει.
Διότι η εικόνα που εκπέμπει η Λευκωσία το τελευταίο διάστημα δεν είναι εικόνα ενιαίας πολιτικής γραμμής. Αντίθετα, καταγράφονται διαφορετικές διατυπώσεις. Μια, η επανέναρξη των συνομιλιών από το σημείο που διακόπηκαν στο Κραν Μοντανά, μια, συζητήσεις για ευρύτερες γεωπολιτικές διασυνδέσεις, όπως το ΝΑΤΟ ή άλλες πρωτοβουλίες. Αυτή η πολυεπίπεδη προσέγγιση θα μπορούσε να αποτελεί στρατηγικό πλεονέκτημα — εφόσον εντασσόταν σε ένα σαφές, συνεκτικό πλαίσιο. Όμως πώς συνδέονται αυτά μεταξύ τους;
Και στη διπλωματία, η σύγχυση σπάνια λειτουργεί υπέρ του αδυνάτου.
Ο Πρόεδρος Χριστοδουλίδης έχει επανειλημμένα δηλώσει την πρόθεσή του για επανεκκίνηση της διαδικασίας. Ωστόσο, η πρόθεση από μόνη της δεν αρκεί. Το κρίσιμο ερώτημα παραμένει: με ποιο συγκεκριμένο πλαίσιο, με ποιους όρους και με ποια ιεράρχηση στόχων; Διότι την ίδια στιγμή, η Τουρκοκυπριακή πλευρά (αυτή που έμεινε) —μέσω του Έρχιουρμαν— προωθεί συγκεκριμένες παραμέτρους: πολιτική ισότητα, χρονικά όρια, διατήρηση συγκλίσεων και μηχανισμούς υπό τον ΟΗΕ. Είτε συμφωνεί κανείς είτε όχι, πρόκειται για μια σαφή αφετηρία. Και όποιος θέτει την αφετηρία, αποκτά πλεονέκτημα.
Η Έλληνες Κύπριοι ηγέτες θέλουν να δίνουν την εντύπωση σε μας ότι δεν στερούνται θέσεων. Στερούνται, όμως, της αίσθησης μιας ενιαίας κατεύθυνσης που να γίνεται αντιληπτή σε εμάς. Αφού ξέρουμε ότι συνεχώς συμφωνούν με τους ξένους πίσω από την πλάτη μας.
Η επίκληση του ρόλου των Ηνωμένων Εθνών είναι σωστή και αναγκαία. Όμως δεν υποκαθιστά την ανάγκη για εθνική στρατηγική. Καμία διαδικασία δεν μπορεί να λειτουργήσει υπέρ μιας πλευράς που δεν έχει ξεκαθαρίσει τους στόχους της.
Η συνάντηση της 24ης Φεβρουαρίου έδειξε ακριβώς αυτό: “θετικό” κλίμα, αλλά χωρίς συγκεκριμένο αποτέλεσμα. Και χωρίς αποτέλεσμα, το «κλίμα» παραμένει επικοινωνιακό στοιχείο και όχι πολιτικό επίτευγμα. Οι συνεχής λήψη νέων “ΜΟΕ” βοηθά μόνο στην κανονικοποίηση της διχοτόμησης.
Σε αυτό το πλαίσιο, η ευθύνη βαραίνει πρωτίστως την ηγεσία. Όχι με την έννοια της προσωπικής στοχοποίησης, αλλά με την έννοια της πολιτικής λογοδοσίας. Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας δεν κρίνεται από τις προθέσεις του, αλλά από το αν μπορεί να επιβάλει σαφή γραμμή σε ένα εξαιρετικά απαιτητικό διαπραγματευτικό περιβάλλον.
Και μέχρι στιγμής, αυτό δεν έχει καταστεί επαρκώς ορατό.
Η επερχόμενη συνάντηση αποτελεί, συνεπώς, μια κρίσιμη ευκαιρία — όχι για επικοινωνιακή διαχείριση, αλλά για ουσιαστική αποσαφήνιση. Τι θεωρεί επιτυχία η Λευκωσία; Ποια είναι τα όρια; Ποιες οι προτεραιότητες; Χωρίς ξεκάθαρες απαντήσεις, κάθε νέα συνάντηση κινδυνεύει να ενισχύσει μια ήδη διαμορφωμένη αντίληψη: ότι οι Τούρκοι προτείνουν και εμείς προσαρμοζόμαστε.
Και σε μια διαπραγμάτευση, αυτή η αντίληψη έχει βαρύτητα — ανεξαρτήτως του ποια είναι η πραγματική πρόθεση.
*Απόφοιτος Πολιτικών Επιστημών, Ψυχολογίας και Κοινωνιολογίας από τη Γερμανία