Πριν μας φέρουν νέο σχέδιο λύσης, να μας πούνε ποια είναι τα αδιαπραγμάτευτα της Κυπριακής Δημοκρατίας;

Η δήλωση του Προέδρου της Δημοκρατίας ότι μπορεί να υπάρξει νέο σχέδιο λύσης του Κυπριακού πριν από το τέλος του 2026 δεν πρέπει να περάσει σαν ακόμη μια διπλωματική είδηση της ημέρας. Είναι σοβαρή προειδοποίηση. Όχι επειδή οι συνομιλίες είναι από μόνες τους επικίνδυνες. Επικίνδυνη είναι η είσοδος σε νέα διαδικασία χωρίς καθαρή εθνική, κρατική και νομική γραμμή. Επικίνδυνο είναι να αρχίσει ξανά η γνωστή ψυχολογική προετοιμασία: πρώτα «υπάρχει πρόοδος», μετά «έρχεται σχέδιο», μετά «μη χαθεί η ευκαιρία», και στο τέλος όποιος ζητά συγκεκριμένες εγγυήσεις για τη Δημοκρατία, την ασφάλεια, την περιουσία και τους πρόσφυγες βαφτίζεται αρνητής της λύσης.

Ας ξεκαθαρίσουμε κάτι από την αρχή. Το ερώτημα δεν είναι αν θέλουμε λύση ή όχι. Αυτό είναι ψεύτικο δίλημμα. Το πραγματικό ερώτημα είναι τι είδους λύση, με ποια νομική βάση, με ποια κρατική συνέχεια και με ποια προστασία για τα δικαιώματα των πολιτών. Διότι μια κακή λύση δεν θεραπεύει την κατοχή. Τη μετατρέπει σε νέο συνταγματικό καθεστώς. Και τότε η αδικία παύει να εμφανίζεται ως παρανομία και αρχίζει να παρουσιάζεται ως «νέα πραγματικότητα».

Η Κυπριακή Δημοκρατία δεν είναι κοινότητα υπό διαπραγμάτευση. Είναι αναγνωρισμένο κράτος-μέλος του ΟΗΕ και της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η διεθνής έννομη τάξη δεν αναγνώρισε ποτέ το αποσχιστικό μόρφωμα στα κατεχόμενα. Το Συμβούλιο Ασφαλείας, με το ψήφισμα 541 του 1983, θεώρησε νομικά άκυρη την ανακήρυξη του ψευδοκράτους και κάλεσε τα κράτη να μην το αναγνωρίσουν. Με το ψήφισμα 550 του 1984 καταδίκασε περαιτέρω τις αποσχιστικές ενέργειες και κάλεσε να μην αναγνωριστεί οποιαδήποτε οντότητα πέραν της Κυπριακής Δημοκρατίας. Αυτά δεν είναι διακοσμητικές αναφορές για ομιλίες επετείων. Είναι η νομική βάση πάνω στην οποία στέκεται η Κυπριακή Δημοκρατία.

Επομένως, το πρώτο αδιαπραγμάτευτο είναι η συνέχιση της Κυπριακής Δημοκρατίας. Όχι διάλυσή της, όχι παρθενογένεση, όχι νέο κράτος που θα εξισώνει το διεθνώς αναγνωρισμένο κράτος με το προϊόν της κατοχής. Η λύση πρέπει να είναι μετεξέλιξη της Κυπριακής Δημοκρατίας, όχι αντικατάστασή της. Αν αυτό δεν είναι ξεκάθαρο από πριν, τότε όλα τα υπόλοιπα γίνονται παζάρι: η κυριαρχία, η διεθνής εκπροσώπηση, η συμμετοχή στην ΕΕ, η εφαρμογή του ευρωπαϊκού δικαίου, τα ανθρώπινα δικαιώματα.

Το δεύτερο αδιαπραγμάτευτο είναι η μία κυριαρχία, η μία διεθνής προσωπικότητα και η μία ιθαγένεια. Δεν μπορεί να υπάρξει λειτουργικό ευρωπαϊκό κράτος με δύο χωριστές κυριαρχίες, δύο ισότιμα διεθνή υποκείμενα ή μηχανισμούς που επιτρέπουν σε μια πλευρά να παραλύει το κράτος όποτε το επιθυμεί η Άγκυρα. Η πολιτική ισότητα, όπως την αντιλαμβάνεται ο ΟΗΕ, δεν μπορεί να μετατραπεί σε αριθμητική ή θεσμική ισοδυναμία που καταργεί τη δημοκρατική αρχή. Άλλο προστασία της τουρκοκυπριακής κοινότητας και άλλο δικαίωμα μόνιμου βέτο πάνω στη λειτουργία ολόκληρου του κράτους.

Το τρίτο αδιαπραγμάτευτο είναι η πλήρης αποχώρηση των τουρκικών στρατευμάτων και το τέλος των εγγυήσεων. Το 2026 δεν μπορεί ευρωπαϊκό κράτος να λειτουργεί με στρατεύματα τρίτης χώρας στο έδαφός του και με σύστημα εγγυήσεων του περασμένου αιώνα, το οποίο η ίδια η ιστορία διέψευσε με τον πιο βίαιο τρόπο. Η Τουρκία δεν μπορεί να εμφανίζεται ταυτόχρονα ως δύναμη κατοχής, εγγυήτρια ασφάλειας και μελλοντικός ρυθμιστής της λύσης. Αυτό δεν είναι ασφάλεια. Είναι θεσμοθετημένη εξάρτηση.

Το τέταρτο αδιαπραγμάτευτο είναι η επιστροφή του ευρωπαϊκού κεκτημένου σε ολόκληρη την επικράτεια της Κυπριακής Δημοκρατίας. Το Πρωτόκολλο 10 της Συνθήκης Προσχώρησης προβλέπει ότι η εφαρμογή του κεκτημένου αναστέλλεται στις περιοχές όπου η Κυπριακή Δημοκρατία δεν ασκεί αποτελεσματικό έλεγχο. Αυτό σημαίνει ότι η αναστολή είναι αποτέλεσμα της κατοχής και της έλλειψης ελέγχου, όχι παραδοχή ξεχωριστής κρατικής υπόστασης. Μια λύση που θα μονιμοποιεί εξαιρέσεις από το ευρωπαϊκό δίκαιο, ιδίως σε ζητήματα ιδιοκτησίας, εγκατάστασης, πολιτικών δικαιωμάτων και ελεύθερης διακίνησης, δεν θα είναι πλήρης ευρωπαϊκή λύση. Θα είναι μια ειδική κατασκευή με ευρωπαϊκή ετικέτα και ανατολίτικη λειτουργία.

Το πέμπτο αδιαπραγμάτευτο είναι η ουσιαστική προστασία των προσφύγων και των περιουσιών τους. Το δικαίωμα ιδιοκτησίας δεν μπορεί να μετατραπεί σε λογιστικό πρόβλημα αποζημιώσεων. Η υπόθεση Λοϊζίδου κατά Τουρκίας στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου επιβεβαίωσε ότι η άρνηση πρόσβασης και χρήσης περιουσίας στα κατεχόμενα συνιστά συνεχιζόμενη παραβίαση δικαιώματος ιδιοκτησίας. Η Κύπρος δεν μπορεί να αποδεχθεί λύση που θα σπρώχνει τους πρόσφυγες να διαλέξουν ανάμεσα στη λήθη, την αποζημίωση ή την πολιτική εξαφάνιση του δικαιώματος επιστροφής.

Το έκτο αδιαπραγμάτευτο είναι η μη αναβάθμιση του ψευδοκράτους μέσα από τη διαδικασία. Η Τουρκία εξακολουθεί να υποστηρίζει λύση δύο κρατών ή, με πιο διπλωματική γλώσσα, «κυριαρχική ισότητα» και «ίσο διεθνές καθεστώς». Αυτά δεν είναι αθώες φράσεις. Είναι η πολιτική γέφυρα από τη μη αναγνώριση προς την έμμεση αναγνώριση. Όταν ο Τούρκος Πρόεδρος επιμένει ότι η λύση δύο κρατών είναι η πιο ρεαλιστική επιλογή, η δική μας πλευρά δεν δικαιούται να μπαίνει σε διαδικασία με ασάφεια. Η ασάφεια σε τέτοια ζητήματα δεν είναι διπλωματική ευελιξία. Είναι ανοιχτή πόρτα.

Εδώ βρίσκεται και η μεγάλη παγίδα. Η πίεση δεν θα παρουσιαστεί ως πίεση. Θα παρουσιαστεί ως υπευθυνότητα, ρεαλισμός, διεθνές ενδιαφέρον, ευκαιρία, ευρωπαϊκή στήριξη. Θα μας πουν ότι πρέπει να δούμε τη «μεγάλη εικόνα». Όμως η μεγάλη εικόνα χωρίς βασικές αρχές είναι απλώς θολή εικόνα. Και στην πολιτική, όποιος μπαίνει σε θολό δωμάτιο χωρίς κόκκινες γραμμές, συνήθως βγαίνει με υποχωρήσεις που μετά ονομάζονται «αναγκαίοι, αξιοπρεπείς συμβιβασμοί».

Δεν αρκεί, λοιπόν, να δηλώνει η κυβέρνηση ότι θέλει λύση στη βάση των ψηφισμάτων του ΟΗΕ και του ευρωπαϊκού κεκτημένου. Πρέπει να εξηγήσει δημόσια τι ακριβώς σημαίνει αυτό. Ποια είναι η θέση της για την εκ περιτροπής προεδρία; Ποια είναι η θέση της για τα βέτο; Ποια είναι η θέση της για την παραμονή εποίκων; Ποια είναι η θέση της για τα τουρκικά στρατεύματα; Ποια είναι η θέση της για τις εγγυήσεις; Ποια είναι η θέση της για το περιουσιακό; Ποια είναι η θέση της για τη συνέχεια της Κυπριακής Δημοκρατίας; Ποια είναι η θέση της για την πλήρη εφαρμογή του ευρωπαϊκού δικαίου; Αν αυτά δεν απαντηθούν πριν εμφανιστεί νέο σχέδιο, τότε θα απαντηθούν υπό πίεση. Και υπό πίεση οι κυβερνήσεις συνήθως δεν υπερασπίζονται αρχές. Διαχειρίζονται κόστος. Αυτό ακριβώς πρέπει να αποφευχθεί.

Η Κυπριακή Δημοκρατία έχει δικαίωμα και υποχρέωση να συνομιλεί. Αλλά δεν έχει δικαίωμα να προσέρχεται σε συνομιλίες σαν να είναι απλώς η μία από τις δύο κοινότητες που μοιράζονται ένα πρόβλημα. Το πρόβλημα δεν είναι δικοινοτική παρεξήγηση. Είναι εισβολή, κατοχή, εποικισμός, σφετερισμός περιουσιών και αμφισβήτηση της κρατικής υπόστασης της Κυπριακής Δημοκρατίας από την Τουρκία.

Γι’ αυτό το ερώτημα σήμερα δεν είναι αν θα υπάρξει νέο σχέδιο. Το ερώτημα είναι αν η Κυπριακή Δημοκρατία θα τοποθετηθεί πριν από το σχέδιο ή αν θα τρέχει μετά να εξηγήσει γιατί δεν μπορεί να αποδεχθεί πρόνοιες που θα έπρεπε εξαρχής να είχε αποκλείσει.

Πριν μας φέρουν, λοιπόν, νέο σχέδιο λύσης, να μας απαντήσουν καθαρά: ποια είναι τα αδιαπραγμάτευτα της Κυπριακής Δημοκρατίας; Διότι λαός που δεν ξέρει τι δεν παραδίδει, στο τέλος τού λένε άλλοι τι πρέπει να αποδεχθεί.

*Απόφοιτος Πολιτικών Επιστημών, Ψυχολογίας και Κοινωνιολογίας από τη Γερμανία