Ποιος πληρώνει τελικά τον λογαριασμό της Δημοκρατίας;

Η ισονομία δεν σημαίνει παροχές χωρίς έλεγχο, ούτε υποχρεώσεις μόνο για τους συνήθεις φορολογούμενους.

Η Κυπριακή Δημοκρατία δεν μπορεί να συνεχίζει να κρύβεται πίσω από ευφημισμούς. Κάθε σοβαρό κράτος έχει καθήκον να προστατεύει τα δικαιώματα όλων των νόμιμων πολιτών του. Έχει όμως και μια δεύτερη, εξίσου θεμελιώδη υποχρέωση: να εφαρμόζει τους ίδιους κανόνες σε όλους. Όχι δικαιώματα για κάποιους και υποχρεώσεις για άλλους. Όχι παροχές χωρίς έλεγχο και αυστηρότητα μόνο για τους συνήθεις φορολογούμενους. Αυτό δεν συνιστά κοινωνική ευαισθησία· συνιστά θεσμική στρέβλωση.

Το ζήτημα δεν είναι αν οι Τουρκοκύπριοι πολίτες της Κυπριακής Δημοκρατίας έχουν δικαιώματα. Τα ανθρώπινα δικαιώματα υπάρχουν για όλους. Το πραγματικό ερώτημα είναι αν η Δημοκρατία εφαρμόζει ενιαίους, διαφανείς κανόνες για όλους τους πολίτες της: για τον Έλληνα κύπριο, τον Τουρκοκύπριο, τον πρόσφυγα, τον μισθωτό, τον συνταξιούχο, τον μικρομεσαίο που πληρώνει εισφορές, φόρους, λογαριασμούς και τέλη χωρίς να διαθέτει την πολυτέλεια της «πολιτικής ιδιαιτερότητας». Η ισονομία δεν μπορεί να παραμένει σύνθημα για επετείους και συνέδρια. Οφείλει να αποτυπώνεται στην είσπραξη, στον έλεγχο, στη λογοδοσία και, τελικά, στον ίδιο τον λογαριασμό.

Η Κύπρος φέρει μια ιδιαιτερότητα που όλοι γνωρίζουν αλλά λίγοι συζητούν με ψυχραιμία. Ένα μέρος της επικράτειας της Κυπριακής Δημοκρατίας βρίσκεται εκτός αποτελεσματικού κυβερνητικού ελέγχου, κάτι που αναγνωρίζεται και στο ευρωπαϊκό νομικό πλαίσιο. Το Πρωτόκολλο 10 της Πράξης Προσχώρησης της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση προβλέπει την αναστολή εφαρμογής του κοινοτικού κεκτημένου στις περιοχές όπου η Κυβέρνηση της Δημοκρατίας δεν ασκεί αποτελεσματικό έλεγχο. Αυτό δεν σημαίνει ότι οι πολίτες παύουν να έχουν δικαιώματα. Σημαίνει όμως ότι το κράτος οφείλει να επιδεικνύει αυξημένη προσοχή όταν δημόσιες παροχές, υποδομές ή διευκολύνσεις συνδέονται με περιοχές ή πρόσωπα που δεν εντάσσονται πλήρως στο διοικητικό, φορολογικό και ελεγκτικό του πλαίσιο.

Το πρόβλημα αρχίζει όταν η πολιτική εξαίρεση μετατρέπεται σε μόνιμη πρακτική. Όταν το κράτος δεν εξηγεί ποιος πληρώνει, ποιος δεν πληρώνει, ποια ποσά εισπράττονται, ποια διαγράφονται, ποια επιδοτούνται και με ποια ακριβώς απόφαση. Εκεί η Δημοκρατία παύει να λειτουργεί ως κράτος δικαίου και αρχίζει να λειτουργεί ως ταμείο χωρίς λογοδοσία. Και αυτό το ταμείο δεν γεμίζει από θεωρίες· γεμίζει από τους ίδιους ανθρώπους που πληρώνουν κάθε μήνα.

Το ζήτημα του ηλεκτρικού ρεύματος είναι χαρακτηριστικό. Δεν αρκεί η γενική επίκληση «ιδιαίτερων συνθηκών». Οι ιδιαίτερες συνθήκες δεν καταργούν τη διαφάνεια. Σε παλαιότερη επίσημη τοποθέτηση της Κυπριακής Δημοκρατίας προς το Συμβούλιο της Ευρώπης αναφερόταν ότι το συνολικό κόστος παροχής ηλεκτρισμού προς την κατεχόμενη περιοχή για την περίοδο 1974–2005 ανερχόταν σε 261,23 εκατομμύρια ευρώ. Το στοιχείο αυτό καταδεικνύει ότι δεν πρόκειται για θεωρητικό ζήτημα, αλλά για πραγματικό δημόσιο κόστος. Συνεπώς, τα ερωτήματα παραμένουν απολύτως εύλογα: ποια είναι σήμερα η κατάσταση; Υπάρχουν ανεξόφλητα ποσά; Ποιος τα καλύπτει; Ποιος ελέγχει την είσπραξη; Ποια πολιτική απόφαση δικαιολογεί οποιαδήποτε ανοχή; Και γιατί ο φορολογούμενος πολίτης δεν διαθέτει πλήρη εικόνα;

Το ίδιο ισχύει και για το ΓεΣΥ. Το ΓεΣΥ δεν αποτελεί φιλανθρωπικό ταμείο χωρίς κανόνες. Είναι ένα δημόσιο σύστημα υγείας που στηρίζεται σε εισφορές, κρατική χρηματοδότηση και συγκεκριμένες προϋποθέσεις δικαιούχων. Ο ίδιος ο Οργανισμός Ασφάλισης Υγείας αναφέρει ότι βασική προϋπόθεση για ορισμένες κατηγορίες δικαιούχων είναι η συνήθης διαμονή στις ελεγχόμενες από την Κυπριακή Δημοκρατία περιοχές. Παράλληλα, η χρηματοδότηση του ΓεΣΥ προέρχεται από εισφορές μισθωτών, εργοδοτών, αυτοτελώς εργαζομένων, συνταξιούχων, εισοδηματιών και του κράτους. Συνεπώς, η συζήτηση δεν αφορά το αν κάποιος πρέπει να έχει πρόσβαση στην υγεία. Αφορά το αν οι προϋποθέσεις ελέγχονται ουσιαστικά, αν εφαρμόζονται ισότιμα και αν το κράτος αποτρέπει τη χρήση του συστήματος από πρόσωπα που δεν εντάσσονται πραγματικά στο πλαίσιο που το χρηματοδοτεί.

Το ίδιο ερώτημα τίθεται και για τα κοινωνικά επιδόματα. Στο Ελάχιστο Εγγυημένο Εισόδημα, για παράδειγμα, οι επίσημες προϋποθέσεις αναφέρονται σε νόμιμη και συνεχή διαμονή για συγκεκριμένη περίοδο πριν από την αίτηση. Αυτό δεν αποτελεί γραφειοκρατική λεπτομέρεια· αποτελεί την ουσία του κοινωνικού κράτους. Οι παροχές δίνονται βάσει κριτηρίων, και τα κριτήρια υπάρχουν ώστε να προστατεύουν τόσο τον αδύναμο όσο και τον φορολογούμενο που χρηματοδοτεί το σύστημα. Αν τα κριτήρια δεν ελέγχονται αυστηρά, τότε το κοινωνικό κράτος μετατρέπεται από μηχανισμό δικαιοσύνης σε εργαλείο πελατειακής ή πολιτικής διαχείρισης.

Εδώ απαιτείται καθαρή γλώσσα. Η απαίτηση για έλεγχο δεν συνιστά μισαλλοδοξία. Η απαίτηση για πληρωμή λογαριασμών δεν είναι ρατσισμός. Η απαίτηση για ισότιμη φορολογική συμμετοχή δεν αποτελεί εχθρότητα προς κανέναν. Είναι το ελάχιστο που απαιτεί ένα κράτος που σέβεται τον εαυτό του. Όποιος βαφτίζει κάθε αίτημα διαφάνειας ως «ακρότητα» δεν υπερασπίζεται την κοινωνική συνοχή· υπερασπίζεται την αδιαφάνεια. Και η αδιαφάνεια, όπως συχνά συμβαίνει, προτιμά να ντύνεται με ανθρωπιστικό προσωπείο.

Η Δημοκρατία έχει χρέος να προστατεύει τους Τουρκοκύπριους πολίτες της ως πολίτες της. Έχει όμως και χρέος να προστατεύει τους Έλληνες κυπρίους φορολογούμενους, τους πρόσφυγες, τους εργαζομένους και τους συνταξιούχους που σηκώνουν το βάρος ενός κράτους το οποίο συχνά θυμάται τα δικαιώματα όλων, αλλά λησμονεί τις υποχρεώσεις όσων δεν βρίσκονται υπό τον καθημερινό του έλεγχο. Δεν μπορεί το ίδιο κράτος να είναι αυστηρό με τον πολίτη που καθυστερεί μια πληρωμή, αλλά αόριστο και σιωπηλό όταν τίθενται ζητήματα ευρύτερων ανεξόφλητων επιβαρύνσεων ή ανεξήγητων διευκολύνσεων.

Το αίτημα είναι απλό και απολύτως δημοκρατικό: πλήρης δημοσιοποίηση των σχετικών ποσών, αυστηρός έλεγχος των προϋποθέσεων πρόσβασης σε παροχές, ίση εφαρμογή των υποχρεώσεων και σαφής διαχωρισμός ανάμεσα στα προσωπικά δικαιώματα των πολιτών και σε οποιαδήποτε έμμεση επιδότηση πρακτικών ή τετελεσμένων εκτός αποτελεσματικού ελέγχου της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Αν όλα είναι νόμιμα, ας παρουσιαστούν. Αν όλα είναι δίκαια, ας εξηγηθούν. Αν όλα είναι ελεγμένα, ας δημοσιοποιηθούν οι έλεγχοι. Αν όμως το κράτος ζητά εμπιστοσύνη χωρίς στοιχεία, τότε δεν ζητά εμπιστοσύνη· ζητά σιωπή.

Και η σιωπή του φορολογούμενου πολίτη δεν μπορεί πλέον να θεωρείται δεδομένη. Η Κυπριακή Δημοκρατία οφείλει να απαντήσει σε ένα απλό ερώτημα: ποιος πληρώνει τελικά τον λογαριασμό της Δημοκρατίας; Διότι αν τον πληρώνουν πάντοτε οι ίδιοι, ενώ οι εξαιρέσεις βαφτίζονται «πολιτική ευαισθησία», τότε δεν μιλάμε για ισονομία. Μιλάμε για επιλεκτική ανοχή. Και η επιλεκτική ανοχή, όταν χρηματοδοτείται από άλλους, δεν είναι πολιτική· είναι αδικία.

*Απόφοιτος Πολιτικών Επιστημών, Ψυχολογίας και Κοινωνιολογίας από τη Γερμανία