Αναλύσεις

Η διπλή ειρωνεία του φασισμού

Η ειρωνεία του φασισμού έγκειται ακριβώς εδώ: στο ότι εμφανίστηκε ως απάντηση στο χάος, στην ανισότητα του φιλελευθερισμού, αλλά παρήγαγε ασύγκριτα μεγαλύτερη δυστυχία

Ο ολοκληρωτισμός στηρίζεται πάντοτε σε ένα θεμελιώδες χαρακτηριστικό: ένα εξαιρετικά υψηλό επίπεδο κρατικής παρέμβασης στην οικονομία και την κοινωνική ζωή, σε συνδυασμό με την υποταγή του ατόμου στο σύνολο. Το άτομο παύει ν’ αποτελεί φορέα δικαιωμάτων και μετατρέπεται σε εργαλείο μιας ανώτερης «ιστορικής» ή «ηθικής» αποστολής.

Η ιστορία του 20ού αιώνα είναι αμείλικτη. Ο ιταλικός φασισμός, ο γερμανικός ναζισμός και ο κομμουνισμός, παρά τις ιδεολογικές τους διαφορές, μοιράστηκαν αυτήν τη βασική αρχή: την αποθέωση του κράτους και την εξάλειψη της ατομικής αυτονομίας. Το αποτέλεσμα υπήρξε καταστροφικό. Εκατομμύρια νεκροί, γενοκτονίες, στρατόπεδα συγκέντρωσης, λιμοί και ένα επίπεδο βαρβαρότητας, που στιγμάτισε ανεξίτηλα την ανθρώπινη ιστορία.

Η ειρωνεία του φασισμού έγκειται ακριβώς εδώ: στο ότι εμφανίστηκε ως απάντηση στο χάος, στην ανισότητα του φιλελευθερισμού, αλλά παρήγαγε ασύγκριτα μεγαλύτερη δυστυχία. Υποσχέθηκε τάξη και ισότητα, αλλά παρέδωσε τρόμο και απόλυτη ανισότητα ισχύος. Η δεύτερη ειρωνεία είναι ότι επανεμφανίζεται στη Δύση, υπό τον μανδύα της ισότητας και προστασίας κάποιων ομάδων, παρά το ότι η Δύση γέννησε τον πολέμιο του ολοκληρωτισμού, τον φιλελευθερισμό, τη μήτρα της ατομικής ελευθερίας, ο οποίος τώρα στιγματίζεται ως ‘‘ακροδεξιός’’.

Δεν ζούμε, ασφαλώς, σε ολοκληρωτικά καθεστώτα. Ωστόσο, οφείλουμε να εντοπίζουμε τις υπάρχουσες τάσεις που ιστορικά οδήγησαν σε αυτά.

Πρώτον, η ελευθερία της έκφρασης βρίσκεται εκ νέου στο επίκεντρο μιας ανησυχητικής μετατόπισης. Δεν είναι απλώς ένα ακόμη δικαίωμα, αλλά η προϋπόθεση όλων των υπολοίπων. Η γλώσσα και η σκέψη είναι άρρηκτα συνδεδεμένες: ο άνθρωπος δεν εκφράζεται απλώς μέσω της γλώσσας, σκέφτεται μέσω αυτής. Όταν περιορίζεται η έκφραση, π.χ. γιατί θεωρείται προσβλητική, περιορίζεται και η σκέψη. Δεν είναι τυχαίο ότι όλα τα ολοκληρωτικά καθεστώτα έθεσαν τον λόγο υπό αυστηρό έλεγχο. Η φίμωση της έκφρασης αποτελεί εκ των ων ουκ άνευ προϋπόθεση του ολοκληρωτισμού.

Σήμερα, η τάση αυτή επανεμφανίζεται σε εκλεπτυσμένες μορφές. Η περίπτωση της Marie-Therese Kaiser είναι ενδεικτική. Ανεξαρτήτως της πολιτικής τοποθέτησης της ίδιας, το νομικό ζήτημα υπερβαίνει το πρόσωπο: τον Μάιο του 2024, γερμανικό δικαστήριο στην Κάτω Σαξονία τής επέβαλε ποινική ποινή για υποκίνηση μίσους, επειδή κοινοποίησε επίσημα κυβερνητικά στατιστικά στοιχεία για ομαδικούς βιασμούς από Αφγανούς μετανάστες, επισημαίνοντας ότι τα ποσοστά ήταν δυσανάλογα υψηλά.

Στο Ηνωμένο Βασίλειο, πάνω από 12.000 άνθρωποι τον χρόνο συλλαμβάνονται για κάτι που λένε στο διαδίκτυο. Ο Πρωθυπουργός νίκησε υπόθεση όπου μουσουλμάνοι έκαψαν δημόσια τη σημαία των ΗΠΑ, ενώ η Αστυνομία απαγόρευσε σε Εβραίους να εισέλθουν σε αγώνα ποδοσφαίρου, και συνέλαβε διαδηλωτές υπέρ του Ισραήλ για προστασία της μουσουλμανικής μειονότητας. Ο Abdullah Coskun, Κούρδος με τουρκική υπηκοότητα, συνελήφθη κατά τη διάρκεια διαμαρτυρίας έξω από την τουρκική πρεσβεία. Ιδιοκτήτης καφετερίας δέχθηκε προειδοποιήσεις από την Αστυνομία για την ανάρτηση βιβλικών χωρίων σε οθόνες εντός του καταστήματός τους, κ.λπ. Το ανησυχητικό στοιχείο δεν είναι τα μεμονωμένα περιστατικά, αλλά η συνολική μετατόπιση: στο όνομα υπεράσπισης κάποιων ομάδων, η υπεράσπιση της ελευθερίας του λόγου αρχίζει να παρουσιάζεται ως «ακρoδεξιά» θέση.

Και εδώ ακριβώς αναδύεται η ιστορική ειρωνεία. Διότι έτσι ακριβώς αρχίζουν οι ολοκληρωτικές τάσεις: όχι με την κατάργηση των ελευθεριών εν μιά νυκτί, αλλά με τη σταδιακή απαξίωσή τους στο όνομα ενός ανώτερου σκοπού. Πάντοτε στο όνομα του «κοινού καλού».

Δεύτερον, ενισχύεται μια ρητορική που δίνει προτεραιότητα στο «συλλογικό καλό» έναντι των ατομικών ελευθεριών. Αυτό δεν είναι κατ’ ανάγκην προβληματικό. Κάθε κοινωνία χρειάζεται ισορροπία. Όμως, η Ιστορία μάς διδάσκει ότι, όταν το συλλογικό μετατρέπεται σε απόλυτη αξία, το άτομο κινδυνεύει να εξαφανιστεί ως ηθική και νομική οντότητα.

Η επίκληση του «κοινού καλού» δεν παραμένει σε επίπεδο αφηρημένης αρχής, αλλά αποκτά συγκεκριμένο περιεχόμενο μέσω σύγχρονων πολιτικών, όπως εκείνων που εντάσσονται στο πλαίσιο της διαφορετικότητας, της ισότητας και της ένταξης (DEI). Οι πολιτικές αυτές εγείρουν ερωτήματα ως προς την ισορροπία μεταξύ προστασίας ομάδων και διασφάλισης της καθολικότητας των δικαιωμάτων.

Το κρίσιμο ζήτημα δεν είναι η προστασία μειονοτήτων καθαυτή, αλλά ο τρόπος με τον οποίο αυτή επιδιώκεται. Όταν η αρχή της μη διάκρισης μετατρέπεται σε εργαλείο επιλεκτικής ευαισθησίας, και όταν η κριτική σε συγκεκριμένες πολιτικές ή πρακτικές αντιμετωπίζεται ως εκ προοιμίου απαράδεκτη, τότε το «κοινό καλό» παύει να λειτουργεί ως όριο της εξουσίας και μετατρέπεται σε μέσο επέκτασής της.

Η εξέλιξη αυτή συνδέεται άμεσα με τον περιορισμό της ελευθερίας της έκφρασης: όχι πλέον μέσω ρητής λογοκρισίας, αλλά μέσω κοινωνικών και θεσμικών μηχανισμών απονομιμοποίησης του λόγου. Και εδώ ακριβώς εντοπίζεται η βαθύτερη ειρωνεία: στο όνομα της προστασίας, διαμορφώνονται συνθήκες στις οποίες η ελεύθερη σκέψη καθίσταται ολοένα και πιο επισφαλής.

Ας είμαστε σαφείς: η σύγχρονη Ευρώπη δεν είναι φασιστική. Οι δημοκρατικοί θεσμοί λειτουργούν και τα θεμελιώδη δικαιώματα προστατεύονται σε μεγάλο βαθμό. Όμως, η ειρωνεία της Ιστορίας είναι ότι οι ιδέες που κάποτε οδήγησαν σε ολοκληρωτισμό δεν επιστρέφουν με την ίδια μορφή. Επανεμφανίζονται μεταμφιεσμένες, συχνά με ηθικό μανδύα, και διεκδικούν εκ νέου χώρο στον δημόσιο λόγο.

Το κρίσιμο ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι αν ζούμε σε έναν νέο φασισμό. Το ερώτημα είναι: Μπορούμε να αναγνωρίζουμε εγκαίρως τις τάσεις που, όταν αφεθούν ανεξέλεγκτες, μπορούν να οδηγήσουν σε περιορισμό της ελευθερίας και σε υπερσυγκέντρωση εξουσίας;

* Επίκουρος Καθηγητής Νομικής στο Λονδίνο, με ειδίκευση στη Φιλοσοφία Δικαίου, το Δημόσιο Διεθνές Δίκαιο και τα Ανθρώπινα Δικαιώματα