Η νέα αποεθνοποίηση των Ελλήνων της Κύπρου

Η Ελληνικότητα της Κύπρου δεν μετριέται με τεστ DNA.

Όταν κάποιοι επαναλαμβάνουν, με ύφος δήθεν επιστημονικής αυθεντίας, ότι «οι Κύπριοι δεν είναι και τόσο Έλληνες», δεν κάνουν επιστήμη. Κάνουν πολιτική. Και μάλιστα πολιτική με βαρύτατες συνέπειες.

Δεν πρόκειται για αθώο σχόλιο γύρω από την ιστορία ή τη γενετική. Πρόκειται για συνειδητή εισαγωγή στον δημόσιο λόγο ενός επικίνδυνου μηνύματος: ότι η Ελληνική ταυτότητα των Ελλήνων της Κύπρου είναι τάχα κατασκευή, υπερβολή, μύθος ή ιδεολογική εμμονή. Σε μια ημικατεχόμενη πατρίδα, όπου η Τουρκία αμφισβητεί καθημερινά την Κυπριακή Δημοκρατία, τον Ελληνικό χαρακτήρα της Κύπρου και τα δικαιώματα της εΕληνικής κοινότητας, τέτοιες τοποθετήσεις δεν μπορούν να κρύβονται πίσω από την αφέλεια. Η αφέλεια, εδώ, δεν αποτελεί δικαιολογία. Και η πολιτική τύφλωση δεν δικαιούται άφεση αμαρτιών.

Η αφορμή για αυτή τη συζήτηση δεν είναι τυχαία. Η ερευνήτρια και δημοσιογράφος Φανούλα Αργυρού, στο άρθρο της «Η ψευτοκυπριοσύνη: βρετανικό αντίδοτο στην Ένωση!», επανέφερε στο προσκήνιο μια κρίσιμη ιστορική διάσταση. Οι Βρετανοί αποικιοκράτες είχαν αντιληφθεί πολύ νωρίς ότι, για να πολεμήσουν το αίτημα της Ένωσης και την πολιτική συνείδηση των Ελλήνων της Κύπρου, έπρεπε πρώτα να πλήξουν την ίδια την Ελληνικότητά τους. Γι’ αυτό και εισηγούνταν την ενθάρρυνση μιας ξεχωριστής κυπριακής ταυτότητας, αλλά με προσοχή, επειδή γνώριζαν ότι οι Ελληνες Κύπριοι θα αντιδρούσαν αν καταλάβαιναν πως τους επιβαλλόταν μια «πλασματική και καθόλου ελληνική ταυτότητα».

Αυτό που κάποτε σχεδιαζόταν στα αποικιακά γραφεία, σήμερα επανέρχεται με σύγχρονη ορολογία, ακαδημαϊκό περιτύλιγμα και δημοσιογραφική νομιμοποίηση. Η παλιά αποικιακή συνταγή δεν εξαφανίστηκε. Απλώς άλλαξε λεξιλόγιο και αντιπροσωπεύεται σήμερα από διάφορους “προοδευτικούς” κύκλους.

Η παρέμβαση της κ. Αργυρού συνδέεται άμεσα με το άρθρο του φιλολόγου Κυριάκου Ιωάννου, «Νεοκυπριακή ιδεολογία και κυπριακή λογοτεχνία», όπου περιγράφεται η παρείσφρηση μιας ιδεολογίας που εχθρεύεται το ελληνικό στοιχείο και υποβαθμίζει την κοινή νεοελληνική, αμβλύνει όρους όπως «τουρκική εισβολή» και «κατεχόμενα» και αντιμετωπίζει με αμηχανία, ή και αποστροφή, το τραύμα του 1974 και τον αγώνα της ΕΟΚΑ. Μπορεί κανείς να διαφωνήσει με επιμέρους κρίσεις. Δεν μπορεί, όμως, να αγνοήσει το βασικό ερώτημα: υπάρχει σήμερα οργανωμένη τάση αποσύνδεσης της Κυπριακής ταυτότητας από την Ελληνική της ρίζα; Και αν υπάρχει, ποιον εξυπηρετεί; Η απάντηση βρίσκεται στην πολιτική, στην εκπαίδευση, στη δημοσιογραφία, στα πανεπιστήμια, στις λέξεις που επιλέγονται και, κυρίως, στις λέξεις που αποφεύγονται. Όταν η «τουρκική εισβολή» βαφτίζεται «σύγκρουση», όταν τα «κατεχόμενα» γίνονται «βόρειο μέρος», όταν οι πρόσφυγες αντιμετωπίζονται ως ενοχλητική υπενθύμιση και όταν η Ελληνικότητα παρουσιάζεται ως αναχρονισμός, τότε δεν έχουμε γλωσσική ευαισθησία. Έχουμε πολιτική παραχάραξης της ιστορίας.

Πρόκειται για την κατασκευή ενός πολίτη χωρίς ιστορική συνέχεια, χωρίς εθνική αυτοσυνείδηση και, επομένως, χωρίς αξίωση δικαίου. Ενός πολίτη που δεν διεκδικεί, δεν θυμάται, δεν ενοχλεί. Που απλώς «συμβιώνει» μέσα στο ίδιο του το σπίτι, χωρίς όμως τα κλειδιά του.

Η πιο πρόσφατη και επικίνδυνη εκδοχή αυτής της αποεθνοποίησης είναι η επίκληση της γενετικής. Το άρθρο της Cyprus Mail με τίτλο «Cypriots not so Greek after all, new study shows» προέβαλε τον ισχυρισμό ότι, «στην καλύτερη περίπτωση», οι Κύπριοι άνδρες έχουν 30% ελληνική καταγωγή. Την ίδια ώρα, ο ίδιος δημόσιος λόγος παραδέχεται ότι είναι δύσκολο να προσδιοριστεί το ποσοστό ελληνικού DNA στον κυπριακό πληθυσμό.

Εδώ βρίσκεται η χονδροειδής στρέβλωση. Από την επιστημονική επιφύλαξη γίνεται άλμα σε πολιτικό συμπέρασμα. Από την ιατρική έρευνα περνάμε στην ταυτοτική υπονόμευση. Από το εργαστήριο οδηγούμαστε σε εθνική αποδόμηση. Σαν να έχει η ταυτότητα ενός ανθρώπου ποσοστά.

Ας είμαστε καθαροί: η βιοϊατρική έρευνα είναι χρήσιμη, θεμιτή και αναγκαία. Άλλο όμως η επιστήμη και άλλο η εργαλειοποίησή της ως πολιτικό όπλο εναντίον της ελληνικής ταυτότητας των Κυπρίων. Το πρώτο μπορεί να σώζει ζωές. Το δεύτερο δηλητηριάζει τη συλλογική ταυτότητα και μνήμη και επομένως την αγωνιστικότητα του Ελληνισμού της Κύπρου.

Η Ελληνικότητα των Κυπρίων δεν είναι φυλετική θεωρία. Δεν είναι ποσοστό χρωμοσωμάτων. Δεν είναι βιολογική κατηγορία. Είναι γλώσσα, πολιτισμός, παιδεία, εκκλησιαστική παράδοση, ιστορική μνήμη και πολιτική αυτοσυνείδηση. Όποιος συγχέει την εθνική ταυτότητα με το DNA είτε δεν καταλαβαίνει τι είναι έθνος είτε προσποιείται πως δεν καταλαβαίνει. Και στις δύο περιπτώσεις, το αποτέλεσμα είναι το ίδιο: ακυρώνει την ιστορική υπόσταση μιας κοινότητας που αγωνίστηκε, μάτωσε, εκτοπίστηκε και συνεχίζει να διεκδικεί.

Ιδιαίτερα προκλητική είναι η διολίσθηση σε αντιλήψεις που θυμίζουν βιολογικό καθορισμό της ταυτότητας. Ογδόντα χρόνια μετά την ήττα του ναζισμού, η επαναφορά της λογικής ότι το «αίμα» ή το DNA καθορίζει το ποιοι είμαστε δεν μπορεί να περνά απαρατήρητη. Δεν κατηγορεί κανείς τη σοβαρή επιστήμη. Κατηγορείται όμως η πολιτική κακοποίηση της επιστήμης. Και είναι δύσκολο να πιστέψει κανείς ότι θεσμοί όπως η Ευρωπαϊκή Ένωση ή η Κυπριακή Δημοκρατία χρηματοδότησαν τέτοιες έρευνες για να μετατραπούν, στη συνέχεια, σε επιχειρήματα ταυτοτικής αποδόμησης.

Ακόμη και το Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας δεν αντιμετωπίζει τον πληθυσμό ως άμορφο σύνολο. Το Άρθρο 2 ορίζει την Ελληνική Κοινότητα με βάση την καταγωγή, τη γλώσσα, την πολιτιστική παράδοση και τη θρησκευτική ένταξη — και αντιστοίχως την Τουρκική Κοινότητα. Δηλαδή, η ίδια η συνταγματική δομή αναγνωρίζει την ύπαρξη ελληνικής κοινότητας με σαφή ιστορική και πολιτιστική ταυτότητα.

Αυτό δεν συνεπάγεται άρνηση των Τουρκοκυπρίων ούτε των δικαιωμάτων τους. Δεν αναιρεί τον πολυκοινοτικό χαρακτήρα της Κυπριακής Δημοκρατίας. Αυτά είναι φτηνά σκιάχτρα που επιστρατεύονται για να αποφευχθεί η ουσία. Η αναγνώριση της ελληνικότητας της πλειοψηφίας δεν απειλεί τη δημοκρατία. Η άρνησή της, όμως, απειλεί την αλήθεια, τη συνοχή και την πολιτιστική αυτογνωσία του λαού.

Η ιστορική ειρωνεία είναι ότι ακόμη και Βρετανοί αξιωματούχοι αναγνώριζαν αυτό που σήμερα κάποιοι επιχειρούν να αποδομήσουν. Η ελληνικότητα της Κύπρου δεν ήταν άγνωστη ούτε στους ίδιους τους αποικιοκράτες. Αυτό που δεν μπόρεσαν να διαγράψουν αιώνες κατακτήσεων, επιχειρείται σήμερα να σχετικοποιηθεί με όρους «προοδευτισμού», «συμφιλίωσης» και «σύγχρονης ταυτότητας».

Το κεντρικό πρόβλημα, λοιπόν, είναι βαθιά πολιτικό. Η παρουσίαση των Ελλήνων της Κύπρου ως «όχι και τόσο Ελλήνων» δεν είναι ουδέτερη ακαδημαϊκή άποψη. Είναι παρέμβαση σε ένα ανοικτό εθνικό ζήτημα, αυτό της κατοχής, του εποικισμού, του σφετερισμού περιουσιών και αμφισβήτησης κυριαρχίας. Σε αυτό το πλαίσιο, η υποβάθμιση της ελληνικής ταυτότητας δεν είναι απλή ιδεολογική άσκηση. Αποδυναμώνει την ελληνική κοινότητα και ενισχύει αφηγήσεις που μετατρέπουν το Κυπριακό από ζήτημα εισβολής και κατοχής σε ζήτημα ασαφούς ταυτότητας.

Το επιχείρημα περί «ιδιαίτερης κυπριακής ταυτότητας» είναι το πιο συνηθισμένο καταφύγιο αυτής της γραμμής. Ναι, η κυπριακή εμπειρία είναι μοναδική. Η Κύπρος έχει ιδιαίτερη ιστορία, ιδιαίτερη διάλεκτο, ιδιαίτερα τραύματα και ιδιαίτερη πολιτειακή υπόσταση. Όπως οι Πόντιοι ή οι Γραικάνοι της Κάτω Ιταλίας. Αυτό όμως δεν αναιρεί την Ελληνικότητά τους. Την εξειδικεύει. Η τοπική ταυτότητα και η εθνική ταυτότητα δεν είναι αντίπαλες. Αντίπαλες τις παρουσιάζουν όσοι ενοχλούνται από το ελληνικό στοιχείο.

Η απάντηση, συνεπώς, δεν πρέπει να είναι ούτε φοβική ούτε απολογητική. Πρέπει να είναι καθαρή και αδιαπραγμάτευτη. Η Ελληνικότητα των Ελλήνων της Κύπρου είναι ιστορικό, πολιτιστικό, γλωσσικό και συνταγματικό γεγονός. Δεν αποτελεί παραχώρηση τρίτων. Δεν εξαρτάται από δημοσιογραφικούς τίτλους, εργαστηριακές μετρήσεις, αποικιακά κατάλοιπα ή ιδεολογικές μόδες.

Το διακύβευμα δεν αφορά το παρελθόν. Αφορά το μέλλον. Ένας λαός που πείθεται ότι δεν είναι αυτό που είναι δεν χρειάζεται να ηττηθεί στρατιωτικά. Έχει ήδη ηττηθεί ψυχολογικά.

Και τελικά, η υπεράσπιση της ελληνικότητας της Κύπρου δεν είναι μίσος, ούτε σωβινισμός. Δεν είναι άρνηση της συνύπαρξης. Είναι άρνηση της αυτοκατάργησης. Είναι άρνηση να μετατραπεί η εισβολή σε «σύγκρουση», η κατοχή σε «διαφορά κοινοτήτων», ο πρόσφυγας σε ενοχλητικό υπόλειμμα και η ελληνική κοινότητα σε πληθυσμό μνήμη και δικαίωμα να ξέρει την καταγωγή του.

Η Κύπρος δεν χρειάζεται λιγότερη αλήθεια για να επιβιώσει. Χρειάζεται περισσότερη. Και η πρώτη αλήθεια είναι απλή. Οι Έλληνες της Κύπρου δεν είναι ποσοστό DNA. Είναι ιστορική και πολιτισμική κοινότητα, με δικαίωμα στην αυτογνωσία, στη μνήμη, στη φυσική της επιβίωση και εθνική της υπόσταση.

*Απόφοιτος Πολιτικών Επιστημών, Ψυχολογίας και Κοινωνιολογίας από τη Γερμανία