Αναλύσεις

Νέες γενιές, τεχνητή νοημοσύνη και σύγχρονη αγορά εργασίας

Η προσωπική σχέση που αναπτύσσουν οι νέοι άνθρωποι με τη σύγχρονη αγορά εργασίας και τις αλλεπάλληλες προκλήσεις που αναδύονται, συνιστά ένα από τα πλέον κρίσιμα ζητήματα σε τοπική και διεθνή κλίμακα. Τούτο διότι η αγορά εργασίας επηρεάζει την οικονομία, την εκπαίδευση, την κοινωνική συνοχή, αλλά πολύ περισσότερο τον τρόπο με τον οποίο οι νέοι διαμορφώνουν την ατομική και συλλογική τους ταυτότητα και συνακόλουθα, τον τρόπο με τον οποίο σχεδιάζουν τα μελλοντικά τους βήματα. Η σταδιακή μετάβαση από τη σχολική μονάδα στην πανεπιστημιακή κοινότητα και από τη στρατιωτική θητεία προς τον επαγγελματικό βιοπορισμό ή την κοινωνική καταξίωση, υπήρξε πάντοτε θεμελιώδης διαδικασία κοινωνικής μόρφωσης, στην πορεία προς τη βιολογική ενηλικίωση και την πνευματική ωρίμανση. Ωστόσο, στις απαρχές του 21ου αιώνα, η μετάβαση αυτή αποκτά νέα χαρακτηριστικά, καθώς συντελείται μέσα σε ένα δαιδαλώδες περιβάλλον συνεχών εναλλαγών, καλπάζουσας τεχνολογικής εξέλιξης και εντεινόμενης κοινωνικής αβεβαιότητας.

Προσεγγίζοντας το ευρύτερο συγκείμενο της εποχής μας, ο Ζίγκμουντ Μπάουμαν το προσδιόρισε ως «ρευστή νεωτερικότητα», υπογραμμίζοντας ότι οι σταθερές συνισταμένες που κάποτε οργάνωναν τη συλλογική ζωή των ανθρώπων παραχωρούν πλέον τη θέση τους σε ασταθείς και διαρκώς μεταβαλλόμενες συνθήκες. Η εργασία, οι θεσμοί, οι κοινωνικές σχέσεις και τα επαγγελματικά περιβάλλοντα αποκτούν έναν περισσότερο ευέλικτο, επισφαλή και λιγότερο προβλέψιμο χαρακτήρα. Η σταθερότητα υποχωρεί, ενώ παράλληλα εγείρεται η αδήριτη ανάγκη για διαρκή προσαρμογή και ανανέωση γνώσεων και εμπειριών. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο ενηλικιώνονται οι σημερινές νέες γενιές (γενιά Ζήτα και Άλφα). Παρότι ο τυπικός εκπαιδευτικός ορίζοντας εξακολουθεί να αποτελεί θεμελιώδες εφόδιο μάθησης, η επαγγελματική πορεία συνδέεται πλέον με ολοένα και πιο σύνθετες διαδρομές. Η τεχνολογική εξέλιξη μετασχηματίζει ή καταργεί επαγγέλματα, δημιουργεί νέες ειδικότητες και επαναπροσδιορίζει τις δεξιότητες που θεωρούνται σημαντικές στην αγορά εργασίας. Συνεπώς, ο επαγγελματικός χώρος μοιάζει πλέον περισσότερο με μια αλληλουχία διαρκώς διευρυνόμενων κύκλων προσαρμογής και επανακατάρτισης, παρά με μια γραμμική πορεία προκαθορισμένης εξέλιξης. Για τούτο και είναι εντελώς άκαιρο πλέον από εργοδοτικής πλευράς να ζητείται «προηγούμενη πείρα», αλλά αντίθετα να παρέχονται ευκαιρίες με τέτοιο τρόπο, ώστε να αποδεικνύει ο εργοδοτούμενος την αξία του.

Ο κλασικός κοινωνικός και οικονομικός στοχαστής Γιόζεφ Σουμπέτερ, ο οποίος είχε μελετήσει σε βάθος ακόμη και την Αρχαία Ελλάδα, αντιλαμβανόμενος τη δυναμική που διαμορφωνόταν μέσω της τεχνολογικής προόδου ήδη από τα τέλη του 19ου αιώνα, διατύπωσε με παρρησία τη θεωρία της «δημιουργικής καταστροφής». Μια θεωρία που επαληθεύτηκε εντυπωσιακά, παρά τις έντονες επικρίσεις που δέχθηκε από πολλούς σύγχρονούς του. Σύμφωνα με τον ίδιο, η καινοτομία αποτελεί το βασικό όχημα της κοινωνικής προόδου και της οικονομικής ανάπτυξης. Κάθε νέα τεχνολογία, μέθοδος παραγωγής, πηγή ενέργειας ή επιχειρηματική πρακτική, δημιουργεί νέες δυνατότητες, ενώ ταυτόχρονα αναδιαμορφώνει υφιστάμενες κοινωνικές δομές, οικονομικά πρότυπα και παραγωγικές δραστηριότητες. Η τεχνητή νοημοσύνη αποτελεί σήμερα ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της διαδικασίας. Σχεδόν απεριόριστες δυνατότητες αναπτύσσονται σε πληθώρα τομέων, όπως η ανάλυση δεδομένων, η διαχείριση πληροφοριών, η εκπαίδευση, η υγεία, η δημιουργική οικονομία, αλλά ακόμη και η «τέχνη του πολέμου» (π.χ. μη επανδρωμένα σκάφη, εξωπλανητικά υπερόπλα, αλγόριθμοι διοίκησης, ανάλυση επιχειρησιακών δεδομένων), για να θυμηθούμε τον Σουν Τζου. Παράλληλα, μεταβάλλεται ο τρόπος με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε την αποδοτικότητα και την παραγωγικότητα, την εξειδίκευση και την επαγγελματική επάρκεια. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, η προσαρμοστικότητα, η δημιουργικότητα και η διάθεση για διαρκή μάθηση, πέρα από τα επίσημα αναγνωρισμένα προσόντα, τα ηλικιακά κριτήρια και τους τίτλους σπουδών, αποκτούν ολοένα μεγαλύτερη βαρύτητα.

Από κοινωνιολογικής απόψεως, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι οι νέοι καλούνται να σταδιοδρομήσουν σε μια αγορά εργασίας όπου τα δεδομένα θεωρητικής και τεχνικής κατάρτισης ανανεώνονται αδιάκοπα. Η εξειδίκευση εξακολουθεί να διατηρεί τη σημασία της, ωστόσο ολοένα μεγαλύτερη βαρύτητα αποκτούν οι λεγόμενες «οριζόντιες δεξιότητες», όπως η ηγεσία, η συνεργασία και η ομαδικότητα, η διαπροσωπική επικοινωνία, η διαχείριση σύνθετων καταστάσεων, η επίλυση προβλημάτων και η ευχέρεια προσαρμογής σε ετερόκλητα περιβάλλοντα. Παράλληλα, στο πλαίσιο της κοινωνίας της γνώσης αναδύεται μια νέα μορφή κοινωνικής διαφοροποίησης, η οποία συνδέεται λιγότερο με τις παραδοσιακές ανισότητες και περισσότερο με την σύγκλιση ή απόκλιση των δυνατοτήτων πρόσβασης σε ποιοτική εκπαίδευση, ψηφιακά εργαλεία και δίκτυα κοινωνικής και επαγγελματικής διασύνδεσης. Η επαρκής κατάρτιση στους τομείς αυτούς μετατρέπεται σε σημαντικό φορέα κοινωνικής κινητικότητας και δημιουργίας επαγγελματικών ευκαιριών. Κατά συνέπεια, η μεγάλη πρόκληση για τις σύγχρονες κοινωνίες αφορά ακριβώς τη διεύρυνση αυτών των δυνατοτήτων προς όφελος του συνόλου των νέων γενιών.

Παρατηρώντας τη σύγχρονη αγορά εργασίας, ορισμένες χώρες έχουν αναπτύξει αξιοσημείωτα κοινωνικά αντανακλαστικά. Η Φινλανδία, για παράδειγμα, επενδύει συστηματικά στη διασύνδεση της εκπαίδευσης με την απασχόληση, αξιοποιώντας προγράμματα επαγγελματικού προσανατολισμού, εξατομικευμένης συμβουλευτικής και συνεχούς κατάρτισης. Η φιλοσοφία αυτή βασίζεται στην αντίληψη ότι η ένταξη των νέων στον επαγγελματικό στίβο και η σταδιακή ανάληψη των κοινωνικών και παραγωγικών ευθυνών από τις νεότερες γενιές, αποτελεί μια συλλογική διαδικασία που απαιτεί θεσμική υποστήριξη. Αντίστοιχα, στην Ιαπωνία, μια από τις πλέον προηγμένες τεχνολογικά και οικονομικά χώρες του πλανήτη, η στενή συνεργασία μεταξύ εκπαιδευτικών ιδρυμάτων, επιχειρήσεων, οργανισμών και τεχνολογικών φορέων, σε συνδυασμό με την «πολιτισμική μετακένωση» της φιλοσοφίας του «Μπουσίντο» στο σύγχρονο κοινωνικό γίγνεσθαι (π.χ. σεβασμός στην επικοινωνία, τιμιότητα στην συναλλαγή), συμβάλλει στη διαρκή αναβάθμιση γνώσεων και δεξιοτήτων. Η επένδυση στην καινοτομία αντιμετωπίζεται ως στρατηγική προϋπόθεση ανάπτυξης και συσσώρευσης κοινωνικού κεφαλαίου, διασφαλίζοντας την βιωσιμότητα και την προοπτική της δημόσιας σφαίρας.

Η κυπριακή κοινωνία διαθέτει τις προϋποθέσεις για να αξιοποιήσει αντίστοιχες εμπειρίες στην δημόσια σφαίρα, νοουμένου ότι θα αποβάλει ορισμένες παγιωμένες νοοτροπίες κοινωνικής ιδιωτείας που την βραχυκυκλώνουν διαχρονικά. Η εφαρμογή ολοκληρωμένων προγραμμάτων επαγγελματικού προσανατολισμού πριν από την ολοκλήρωση της στρατιωτικής θητείας, η στενότερη διασύνδεση ακαδημαϊκών ιδρυμάτων, οργανισμών και επιχειρήσεων, η ενίσχυση της πρακτικής άσκησης και η συστηματική καλλιέργεια ψηφιακών δεξιοτήτων, θα μπορούσαν να συμβάλουν ουσιαστικά στην ομαλότερη ένταξη των νέων στην σύγχρονη αγορά εργασίας. Παράλληλα, η ενίσχυση των προοπτικών στέγασης, η δημιουργία ποιοτικών θέσεων απασχόλησης, η αύξηση του μέσου όρου μισθού στην βάση πραγματικών επιστημονικών δεδομένων (π.χ. Low Pay Commission στην Βρετανία) και η αξιοποίηση του ανθρώπινου δυναμικού του τόπου συνιστούν επενδύσεις με ευρύτερη κοινωνική σημασία.

Συνδυαστικά, για να καταλήξουμε, ο Μπάουμαν μάς βοηθά να κατανοήσουμε τη ρευστότητα της εποχής μας, ενώ ο Σουμπέτερ φωτίζει τη δυναμική της καινοτομίας και του μετασχηματισμού. Το ουσιώδες ζητούμενο για τις σύγχρονες κοινωνίες, είναι η σύνθεση αυτών των δύο πραγματικοτήτων. Επομένως, η αποτελεσματική προετοιμασία των νέων γενιών απέναντι στην σύγχρονη αγορά εργασίας προϋποθέτει τρεις βασικές παρεμβάσεις: α) την ουσιαστική διασύνδεση της εκπαίδευσης με την απασχόληση μέσω επαγγελματικού προσανατολισμού και πρακτικής εμπειρίας, β) την συστηματική καλλιέργεια ψηφιακών και οριζόντιων δεξιοτήτων που επιτρέπουν την προσαρμογή στις τεχνολογικές αλλαγές και γ) την δημιουργία κοινωνικών και οικονομικών προϋποθέσεων όπως αξιοπρεπείς αμοιβές, στεγαστικές προοπτικές και ίσες ευκαιρίες πρόσβασης στην γνώση, ώστε οι νέοι να μπορούν να σχεδιάζουν το μέλλον τους με μεγαλύτερη ασφάλεια και αυτοπεποίθηση. Η πρόοδος προϋποθέτει την καινοτομία, αλλά ταυτόχρονα απαιτεί αδιάφθορους θεσμούς, ικανούς να προσφέρουν σταθερά σημεία αναφοράς, ευκαιρίες και προοπτικές κοινωνικής ανέλιξης.

Οι νέοι άνθρωποι καλούνται σήμερα να πορευθούν σε έναν κόσμο που μεταβάλλεται με πρωτόγνωρες ταχύτητες στην ανθρώπινη ιστορία. Κατά συνέπεια, τούτη η πρόκληση αφορά κάτι περισσότερο από μια απλή προσαρμογή στις αλλαγές που συντελούνται. Αφορά την ικανότητα μετατροπής της αβεβαιότητας σε δημιουργικότητα, της γνώσης σε παραγωγική δύναμη και της τεχνολογικής εξέλιξης σε κοινωνική πρόοδο. Εκεί ακριβώς εντοπίζεται και η ευθύνη κάθε σύγχρονης πολιτείας που επιδιώκει την αυτάρκεια και δεν αφήνεται έρμαιο στον αντιπαραγωγικό τυχοδιωκτισμό και την μετριοκρατία. Να εμπεδώνει δηλαδή τις προϋποθέσεις, ώστε οι νέες γενιές να μπορούν να οραματίζονται, να δημιουργούν, να συμμετέχουν ενεργά στον σχεδιασμό και την οικοδόμηση του μέλλοντος, μετουσιώνοντας τις προκλήσεις της εποχής σε ευκαιρίες συλλογικής ευημερίας, κοινωνικής συνοχής και δημοκρατικής προόδου.

*Κοινωνιολόγος