Παγκύπριες Εξετάσεις: Ακροβατώντας ανάμεσα στα όνειρα και την... ασφάλεια
Οι πρώτες επιλογές των φετινών υποψηφίων δείχνουν στροφή σε σχολές με κύρος, σταθερότητα και επαγγελματική προοπτική, με την Ιατρική να παραμένει στην κορυφή και την Πληροφορική να κρατά ισχυρή δυναμική
Οι Παγκύπριες Εξετάσεις δεν αποτελούν μόνο το εισιτήριο για την τριτοβάθμια εκπαίδευση. Οι πρώτες επιλογές των υποψηφίων αποτυπώνουν κάθε χρόνο τις ανησυχίες, τις προσδοκίες και τα όνειρα των νέων ανθρώπων, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνονται το μέλλον τους σε μια εποχή αβεβαιότητας, τεχνολογικών αλλαγών και έντονου ανταγωνισμού στην αγορά εργασίας.
Φέτος, δικαίωμα διεκδίκησης θέσης στα Δημόσια Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα της Κύπρου και της Ελλάδας έχουν 5.139 υποψήφιοι. Ο αριθμός παρουσιάζει μικρή μείωση σε σύγκριση με προηγούμενα χρόνια, καθώς οι υποψήφιοι ανέρχονταν σε 5.465 το 2020, 5.559 το 2021, 5.202 το 2022, 5.250 το 2023 και 5.119 το 2025.
Οι πρώτες επιλογές των φετινών υποψηφίων φαίνεται να σκιαγραφούν μια γενιά που, πριν ακόμη περάσει την πόρτα του πανεπιστημίου, αναζητά σταθερότητα, επαγγελματική ασφάλεια και ένα πτυχίο με πρακτικό αντίκρισμα στην αγορά εργασίας.
Στην κορυφή των προτιμήσεων παραμένει η Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Κύπρου, την οποία δήλωσαν ως πρώτη επιλογή 604 υποψήφιοι. Ακολουθούν η Πληροφορική με 347, η Λογιστική και Χρηματοοικονομική με 339, η Ψυχολογία με 297, η Αρχιτεκτονική με 190 και η Διοίκηση Επιχειρήσεων και Δημόσιας Διοίκησης με 186.
Όπως επισημαίνει ο σύμβουλος σπουδών, Αντώνης Δημητρίου, η εικόνα αυτή δεν αποτελεί έκπληξη, καθώς η κατάταξη των δημοφιλέστερων σχολών παραμένει ουσιαστικά αμετάβλητη σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια.
«Τα πέντε πρώτα τμήματα παραμένουν τα ίδια και φέτος. Πρόκειται για σχολές που διαχρονικά βρίσκονται στις πρώτες προτιμήσεις των υποψηφίων και συνδέονται με επαγγέλματα τα οποία θεωρούνται ότι προσφέρουν κύρος αλλά και επαγγελματική ασφάλεια», αναφέρει.
Η ασφάλεια βασικό κριτήριο
Μιλώντας στη Σημερινή ο Αντώνης Δημητρίου, σύμβουλος σπουδών, ανέφερε ότι η απασχόληση εξακολουθεί ν’ αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα κριτήρια κατά την επιλογή σπουδών.
«Ένα κυρίαρχο κριτήριο επιλογής είναι διαχρονικά η επαγγελματική αποκατάσταση και ειδικά στην εποχή που ζούμε. Τα παιδιά αλλά και οι οικογένειές τους αναζητούν σπουδές που θα τους εξασφαλίσουν περισσότερες πιθανότητες σταθερής εργασίας στο μέλλον», σημειώνει.
Η τάση αυτή φαίνεται να εξηγεί και την άνοδο που παρουσιάζει η Δημοτική Εκπαίδευση, η οποία συγκέντρωσε 183 πρώτες επιλογές.
Όπως εξηγεί, οι συζητήσεις για την κατάργηση του καταλόγου διοριστέων και η προοπτική νέου συστήματος προσλήψεων δημιουργούν την αίσθηση ότι ανοίγονται καλύτερες επαγγελματικές προοπτικές στον τομέα της εκπαίδευσης.
Παράλληλα, αρκετοί νέοι φαίνεται ν’ αξιολογούν όχι μόνο την επαγγελματική αποκατάσταση αλλά και την ποιότητα ζωής που ενδέχεται να προσφέρει ένα επάγγελμα.
«Υπάρχουν παιδιά που σκέφτονται ακόμη και το ωράριο εργασίας που θα έχουν στο μέλλον. Αναζητούν μια πιο ισορροπημένη επαγγελματική ζωή και αυτό επηρεάζει τις αποφάσεις τους», επισημαίνει.
Η Ιατρική διατηρεί το κύρος της
Η πρωτιά της Ιατρικής δεν αποτελεί απλώς μια στατιστική καταγραφή. Σύμφωνα με τα στοιχεία, από τους 639 υποψηφίους που συμπεριέλαβαν την Ιατρική στις επιλογές τους, οι 604 την τοποθέτησαν στην πρώτη θέση.
«Το στοιχείο αυτό δείχνει πόσο ισχυρή είναι η επιθυμία των παιδιών ν’ ακολουθήσουν τον συγκεκριμένο κλάδο. Η Ιατρική εξακολουθεί να θεωρείται ένα επάγγελμα με υψηλό κύρος, αλλά και με σημαντικές επαγγελματικές προοπτικές, ιδιαίτερα μετά την εφαρμογή του ΓεΣΥ και τις αυξημένες ανάγκες που υπάρχουν στον τομέα της υγείας», αναφέρει ο κ. Δημητρίου.
Πληροφορική και Τεχνολογία παραμένουν ισχυρές
Παρά τη μικρή μείωση που καταγράφεται στις πρώτες επιλογές για Πληροφορική, Λογιστική και Ψυχολογία, ο σύμβουλος σπουδών εκτιμά ότι δεν πρόκειται για ένδειξη αλλαγής τάσης.
«Η Πληροφορική δεν πρόκειται να χάσει τη δυναμική της. Παραμένει ένας από τους πιο ελκυστικούς κλάδους, καθώς προσφέρει πολλές επαγγελματικές επιλογές. Είναι πιθανό κάποιοι μαθητές να στράφηκαν σε συναφείς τομείς, όπως η Μηχανική Υπολογιστών ή οι Ηλεκτρολόγοι Μηχανικοί, που προσφέρουν ευρύτερο φάσμα επαγγελματικών διεξόδων», σημειώνει.
Επηρέασε η Τεχνητή Νοημοσύνη;
Ένα από τα ερωτήματα που τίθενται όλο και συχνότερα αφορά το κατά πόσον η ανάπτυξη της Τεχνητής Νοημοσύνης επηρεάζει τις επιλογές σπουδών. Η απάντηση του κ. Δημητρίου είναι ότι προς το παρόν η επίδραση είναι περιορισμένη.
«Δεν θα έλεγα ότι η Τεχνητή Νοημοσύνη λειτούργησε αποτρεπτικά για τους μαθητές. Αντίθετα, πιθανόν να ενίσχυσε το ενδιαφέρον για κλάδους που σχετίζονται με την Τεχνολογία και την Πληροφορική. Οι δημοφιλείς επιλογές παραμένουν σχεδόν ίδιες και δεν φαίνεται να υπάρχει μαζική απομάκρυνση από συγκεκριμένους τομείς λόγω της Τεχνητής Νοημοσύνης».
Την ίδια ώρα, τονίζει ότι οι νέοι θα πρέπει να μάθουν ν’ αξιοποιούν τα νέα εργαλεία, ανεξάρτητα από το επάγγελμα που θα επιλέξουν.
Ενδιαφέρον ή επαγγελματική ασφάλεια
Ο κ. Δημητρίου απορρίπτει το δίλημμα ότι οι μαθητές επιλέγουν αποκλειστικά είτε με βάση το ενδιαφέρον τους είτε με βάση την επαγγελματική ασφάλεια.
«Δεν υπάρχει ένα μόνο κριτήριο. Η σωστή επιλογή βασίζεται σε ένα τρίπτυχο, τι μου αρέσει, σε τι είμαι καλός και ποιες προοπτικές προσφέρει η συγκεκριμένη σπουδή. Είναι λάθος να κοιτάζουμε μόνο την αγορά εργασίας και να αγνοούμε το προφίλ και τα ενδιαφέροντα του παιδιού», τόνισε.
Όπως σημειώνει, η θετική ψυχολογία και η προσωπική ικανοποίηση αποκτούν ολοένα και μεγαλύτερη σημασία, ενώ ακόμη και οι γονείς εμφανίζονται σήμερα πιο δεκτικοί στις επιλογές των παιδιών τους σε σχέση με το παρελθόν.
Τέλος, ο σύμβουλος σπουδών υπενθυμίζει ότι οι Παγκύπριες αποτελούν μόνο μιαν από τις διαθέσιμες διαδρομές.
«Υπάρχουν πολλές εναλλακτικές επιλογές σπουδών στην Κύπρο και στο εξωτερικό. Τα παιδιά πρέπει να έχουν σχέδιο Β και να γνωρίζουν ότι η ζωή δεν τελειώνει με το αποτέλεσμα των εξετάσεων. Το σημαντικό είναι να συνεχίσουν να χτίζουν δεξιότητες, να αποκτούν εμπειρίες και να παραμένουν ανοιχτά στις ευκαιρίες που παρουσιάζονται».
Τα φετινά στοιχεία δείχνουν ότι οι νέοι εξακολουθούν να επενδύουν σε επαγγέλματα που υπόσχονται σταθερότητα, κύρος και προοπτική. Πίσω από τους αριθμούς, όμως, διακρίνεται και μια γενιά που προσπαθεί να ισορροπήσει ανάμεσα στην προσωπική της κλίση και στην ανάγκη να εξασφαλίσει ένα ασφαλές μέλλον σε έναν κόσμο που αλλάζει διαρκώς.