Η Ψήφος κατά της Έκθεσης του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου για την Τουρκία
Μία Αρχών στάση υπέρ του Διεθνούς Δικαίου, της Ευρωπαϊκής Αιρεσιμότητας και της Κυριαρχίας της Κυπριακής Δημοκρατίας.
Η πρόσφατη απόφαση του ευρωβουλευτή Φειδία Παναγιώτου να καταψηφίσει την ετήσια έκθεση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου για την Τουρκία προκάλεσε έντονο δημόσιο διάλογο στην Κύπρο. Ορισμένοι υποστήριξαν ότι η έκθεση περιλάμβανε αναφορές ευνοϊκές για την Κυπριακή Δημοκρατία και, συνεπώς, η καταψήφισή της συνιστά λανθασμένη πολιτική επιλογή.
Η άποψη αυτή, ωστόσο, παραβλέπει ένα βαθύτερο και θεμελιώδες ζήτημα: τη σχέση μεταξύ του διεθνούς δικαίου, της αξιοπιστίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης ως κοινότητας δικαίου και της αρχής της αιρεσιμότητας (conditionality), η οποία αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο των σχέσεων της Ένωσης με τις υποψήφιες προς ένταξη χώρες.
Υπό το πρίσμα αυτό, η καταψήφιση της έκθεσης μπορεί να θεωρηθεί όχι μόνο δικαιολογημένη, αλλά και απολύτως συνεπής με τις θεμελιώδεις αρχές πάνω στις οποίες οικοδομήθηκε το ευρωπαϊκό οικοδόμημα.
Η Αρχή της Αιρεσιμότητας ως Θεμέλιο της Ευρωπαϊκής Ολοκλήρωσης
Η Ευρωπαϊκή Ένωση ουδέποτε αντιμετώπισε τη διαδικασία διεύρυνσης ως μία απλή γεωπολιτική επιλογή. Αντίθετα, η προσέγγιση της Ένωσης βασίζεται στην αρχή ότι η πρόσβαση στα οφέλη της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης προϋποθέτει συμμόρφωση με συγκεκριμένα κριτήρια.
Η δημοκρατία, το κράτος δικαίου, ο σεβασμός των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, οι σχέσεις καλής γειτονίας και η συμμόρφωση προς το διεθνές δίκαιο αποτελούν αδιαπραγμάτευτες προϋποθέσεις.
Η ίδια η ενταξιακή πορεία της Τουρκίας έχει ουσιαστικά παγώσει ακριβώς επειδή οι ευρωπαϊκοί θεσμοί έχουν επανειλημμένως διαπιστώσει σημαντικές αποκλίσεις από τα πιο πάνω κριτήρια.
Η Κυπριακή Δημοκρατία βρίσκεται στο επίκεντρο αυτής της συζήτησης. Πενήντα και πλέον χρόνια μετά την Τουρκική εισβολή του 1974, ευρωπαϊκό έδαφος εξακολουθεί να βρίσκεται υπό στρατιωτική κατοχή. Παράλληλα, η Τουρκία εξακολουθεί να μην αναγνωρίζει την Κυπριακή Δημοκρατία, δηλαδή ένα κυρίαρχο κράτος και πλήρες μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Υπό αυτές τις συνθήκες, οποιαδήποτε πρωτοβουλία η οποία εμφανίζεται να αναβαθμίζει τις πολιτικές ή οικονομικές σχέσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης με την Τουρκία χωρίς ουσιαστική πρόοδο στο Κυπριακό, εγείρει εύλογα ερωτήματα για τη συνέπεια και την αξιοπιστία της ευρωπαϊκής πολιτικής αιρεσιμότητας.
Ο Κίνδυνος της Πρόωρης Κανονικοποίησης
Η έκθεση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου περιλαμβάνει αναφορές υπέρ της επανέναρξης υψηλού επιπέδου διαλόγου μεταξύ Ευρωπαϊκής Ένωσης και Τουρκίας, καθώς και υπέρ της αναβάθμισης της Τελωνειακής Ένωσης.
Αναμφίβολα, η Τουρκία κατέχει ιδιαίτερη γεωστρατηγική σημασία. Η γεωγραφική της θέση, η συμμετοχή της στο ΝΑΤΟ, ο ρόλος της στο μεταναστευτικό και οι εξελίξεις στη Μέση Ανατολή και στην Ουκρανία την καθιστούν σημαντικό παράγοντα για την ευρωπαϊκή ασφάλεια.
Η γεωπολιτική σημασία ενός κράτους, όμως, δεν μπορεί να λειτουργεί ως υποκατάστατο της συμμόρφωσης προς το διεθνές δίκαιο.
Το διεθνές δίκαιο στηρίζεται στην αρχή ότι παράνομες καταστάσεις δεν πρέπει να παράγουν πολιτικά ή νομικά οφέλη. Η αρχή τής μη αναγνώρισης και η υποχρέωση των κρατών να μην ενισχύουν καταστάσεις που δημιουργούνται μέσω σοβαρών παραβιάσεων του διεθνούς δικαίου αποτελούν θεμελιώδεις αρχές της διεθνούς έννομης τάξης.
Από Κυπριακής σκοπιάς, η αναβάθμιση των σχέσεων Ευρωπαϊκής Ένωσης – Τουρκίας χωρίς προηγούμενη ουσιαστική πρόοδο στο Κυπριακό ενέχει τον κίνδυνο να δημιουργήσει ακριβώς το αντίθετο μήνυμα: ότι η μακροχρόνια μη συμμόρφωση μπορεί τελικά να παρακαμφθεί χάριν γεωπολιτικών σκοπιμοτήτων.
Η στρατηγική σημασία δεν αναιρεί τις νομικές υποχρεώσεις
Η Ευρωπαϊκή Ένωση αυτοπροσδιορίζεται ως μία «Ένωση Δικαίου» (Union based on the Rule of Law). Η αξιοπιστία της εξαρτάται από την ομοιόμορφη εφαρμογή των αρχών της.
Εάν η στρατηγική σημασία ενός κράτους καταστεί λόγος διαφοροποιημένης αντιμετώπισης όσον αφορά τον σεβασμό του διεθνούς δικαίου, τότε δημιουργείται αναπόφευκτα μία ιεράρχηση κανόνων, όπου η γεωπολιτική ισχύς υπερισχύει των αρχών.
Μία τέτοια εξέλιξη θα ήταν ιδιαίτερα προβληματική στην περίπτωση της Κύπρου. Δεν πρόκειται απλώς για μία διμερή διαφορά μεταξύ δύο κρατών. Πρόκειται για ζήτημα κυριαρχίας και εδαφικής ακεραιότητας κράτους-μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Οι Συνθήκες της Ένωσης θεμελιώνονται στην αρχή της αλληλεγγύης μεταξύ των κρατών-μελών. Είναι εξαιρετικά δύσκολο να συμβιβαστεί η αρχή αυτή με πολιτικές που ενισχύουν τη συνεργασία με μία υποψήφια χώρα, η οποία εξακολουθεί να μην αναγνωρίζει κράτος-μέλος της Ένωσης και να διατηρεί στρατεύματα στο έδαφός του.
Γιατί η καταψήφιση ήταν μία πολιτικά και νομικά υπερασπίσιμη επιλογή
Το γεγονός ότι η έκθεση περιείχε επίσης αναφορές ευνοϊκές για την Κυπριακή Δημοκρατία δεν σημαίνει ότι ένας ευρωβουλευτής ήταν υποχρεωμένος να την υπερψηφίσει.
Οι κοινοβουλευτικές ψηφοφορίες συνιστούν πάντοτε αξιολογικές κρίσεις. Ο κάθε εκπρόσωπος καλείται να σταθμίσει ποιο είναι το συνολικό πολιτικό μήνυμα που εκπέμπει ένα κείμενο.
Μπορεί εύλογα να υποστηριχθεί ότι, παρά τις θετικές αναφορές για το Κυπριακό, το γενικότερο μήνυμα της έκθεσης ήταν η προώθηση μιας σταδιακής εξομάλυνσης και αναβάθμισης των σχέσεων με την Τουρκία, χωρίς προηγούμενη ουσιαστική πρόοδο στα ζητήματα που αφορούν την Κύπρο.
Η σημασία μιας τέτοιας έκθεσης δεν είναι νομική αλλά πρωτίστως πολιτική. Οι εκθέσεις του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου δεν δεσμεύουν νομικά ούτε την Ευρωπαϊκή Ένωση ούτε την Τουρκία. Ωστόσο, διαμορφώνουν πολιτικές αφηγήσεις, επηρεάζουν τον δημόσιο διάλογο και συμβάλλουν στη σταδιακή διαμόρφωση της ευρωπαϊκής πολιτικής.
Η επαναλαμβανόμενη κανονικοποίηση των σχέσεων χωρίς αντίστοιχη πρόοδο στο Κυπριακό ενδέχεται να αποδυναμώσει σταδιακά τη διαπραγματευτική ισχύ που διαθέτει σήμερα η Ευρωπαϊκή Ένωση έναντι της Τουρκίας.
Υπό αυτή την οπτική, η καταψήφιση της έκθεσης μπορεί να εκληφθεί ως μία συνειδητή και συνεπής επιβεβαίωση τριών θεμελιωδών αρχών:
Πρώτον, ότι το διεθνές δίκαιο και η κυριαρχία των κρατών δεν επιδέχονται επιλεκτική εφαρμογή.
Δεύτερον, ότι η αρχή της ευρωπαϊκής αιρεσιμότητας χάνει την αξιοπιστία της όταν μία υποψήφια χώρα απολαμβάνει σημαντικά πολιτικά και οικονομικά οφέλη χωρίς να εκπληρώνει τις βασικές της υποχρεώσεις.
Τρίτον, ότι η αλληλεγγύη προς ένα κράτος-μέλος της Ένωσης, το οποίο εξακολουθεί να αντιμετωπίζει ζήτημα κατοχής και παραβίασης της εδαφικής του ακεραιότητας, οφείλει να παραμένει κεντρικός άξονας της ευρωπαϊκής πολιτικής.
Επίλογος
Είναι απολύτως θεμιτό να υπάρχουν διαφορετικές απόψεις ως προς το εάν η αποχή ή η καταψήφιση αποτελούσε την προτιμότερη πολιτική επιλογή. Εκείνο όμως που δεν μπορεί εύκολα να υποστηριχθεί είναι ότι η αρνητική ψήφος στερείται λογικής ή πολιτικής βάσης.
Αντιθέτως, υπό το πρίσμα του διεθνούς δικαίου, της ευρωπαϊκής αιρεσιμότητας και της προστασίας της κυριαρχίας της Κυπριακής Δημοκρατίας, η απόφαση του Φειδία Παναγιώτου μπορεί να ιδωθεί ως μία συνεπής στάση αρχών: ότι η γεωπολιτική σκοπιμότητα δεν πρέπει να υπερισχύει της νομιμότητας και ότι η εξομάλυνση των σχέσεων με την Τουρκία οφείλει να ακολουθεί, και όχι να προηγείται, ουσιαστικής προόδου στο Κυπριακό.
Διότι, τελικά, η πραγματική δοκιμασία της Ευρωπαϊκής Ένωσης ως κοινότητας δικαίου δεν βρίσκεται στον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζει τους αδύναμους, αλλά στον τρόπο με τον οποίο εφαρμόζει τις αρχές της έναντι των στρατηγικά σημαντικών εταίρων της.
*Δικηγόρος & Νομικός Σύμβουλος