Διεθνή

Όταν η ιδεολογία τυφλώνει την πραγματικότητα

Όταν η ιδεολογία υπερισχύει της πραγματικότητας, η δημόσια συζήτηση χάνει την ικανότητά της να αναγνωρίζει τους κινδύνους έγκαιρα

Η πρόσφατη συζήτηση που άνοιξε στον Καναδά μετά από δύο θανατηφόρα περιστατικά, τα οποία συνδέθηκαν με επιθέσεις κατά της εβραϊκής κοινότητας, επαναφέρει ένα ερώτημα που απασχολεί ολοένα και περισσότερο τις Δυτικές δημοκρατίες: γιατί ορισμένα μέσα ενημέρωσης και πολιτικοί κύκλοι δείχνουν απροθυμία να αναγνωρίσουν ή να αναδείξουν τις ιδεολογικές διαστάσεις της ισλαμιστικής βίας;

Το ερώτημα αυτό δεν αφορά το Ισλάμ ως θρησκεία, ούτε τους εκατομμύρια ειρηνικούς μουσουλμάνους που ζουν στις Δυτικές κοινωνίες. Αφορά τον ισλαμισμό ως πολιτική και ιδεολογική αντίληψη, η οποία επιδιώκει να μετατρέψει τη θρησκεία σε εργαλείο πολιτικής εξουσίας και συχνά τροφοδοτεί ακραίες μορφές βίας, αντισημιτισμού και μισαλλοδοξίας.

Τα τελευταία χρόνια έχει αναπτυχθεί σε σημαντικά τμήματα της προοδευτικής διανόησης μία ερμηνευτική προσέγγιση που αντιλαμβάνεται την κοινωνία μέσα από το δίπολο «καταπιεστής - καταπιεζόμενος». Σύμφωνα με αυτήν τη λογική, οι Δυτικές κοινωνίες, το Ισραήλ ή οι παραδοσιακές πλειοψηφίες θεωρούνται σχεδόν εξ ορισμού φορείς ισχύος, ενώ οι μειονότητες αντιμετωπίζονται ως μόνιμα θύματα.

Το πρόβλημα εμφανίζεται όταν αυτή η ιδεολογική προσέγγιση μετατρέπεται σε φίλτρο που παραμορφώνει την πραγματικότητα. Όταν ένας δράστης επικαλείται ακροδεξιές ιδέες, τα μέσα ενημέρωσης συνήθως εξετάζουν αμέσως τα ιδεολογικά του κίνητρα. Όταν όμως η βία συνδέεται με ισλαμιστικές αντιλήψεις, συχνά παρατηρείται μια αξιοσημείωτη διστακτικότητα να αναφερθεί η ιδεολογική διάσταση του φαινομένου.

Ο φόβος της κατηγορίας περί «ισλαμοφοβίας» έχει οδηγήσει πολλές φορές σε μια υπερβολική αυτολογοκρισία. Η υπεράσπιση των μουσουλμανικών κοινοτήτων από διακρίσεις είναι απολύτως αναγκαία σε μια φιλελεύθερη δημοκρατία. Ωστόσο, η προστασία των δικαιωμάτων μιας θρησκευτικής κοινότητας δεν μπορεί να συνεπάγεται σιωπή απέναντι στον θρησκευτικό εξτρεμισμό. Η εμπειρία της Ευρώπης είναι διδακτική. Από το Παρίσι και τις Βρυξέλλες μέχρι το Λονδίνο και το Βερολίνο, οι δημοκρατικές κοινωνίες αναγκάστηκαν να αναγνωρίσουν ότι ο ισλαμιστικός εξτρεμισμός αποτελεί πραγματική απειλή για την κοινωνική συνοχή, την ασφάλεια και τις θεμελιώδεις ελευθερίες. Η άρνηση του προβλήματος δεν το εξαφανίζει. Αντίθετα, το επιτρέπει να αναπτύσσεται ανεξέλεγκτα.

Η συζήτηση αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία για την Κύπρο. Η Κυπριακή Δημοκρατία βρίσκεται σε μια περιοχή που χαρακτηρίζεται από γεωπολιτική αστάθεια, θρησκευτικούς ανταγωνισμούς και την παρουσία οργανώσεων που αξιοποιούν τη θρησκεία για πολιτικούς σκοπούς. Επιπλέον, η Κύπρος εξακολουθεί να βιώνει τις συνέπειες της τουρκικής κατοχής. Η σημερινή τουρκική ηγεσία έχει επανειλημμένα εκφράσει πολιτική στήριξη προς τη Χαμάς και προωθεί μια πιο έντονα ισλαμική αντίληψη για τον ρόλο της Τουρκίας στην περιοχή.

Ταυτόχρονα, η αύξηση των μεταναστευτικών ροών δημιουργεί νέες κοινωνικές και πολιτικές προκλήσεις. Η συντριπτική πλειονότητα των μεταναστών αναζητούν ασφάλεια και καλύτερες συνθήκες ζωής και δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται με καχυποψία. Ωστόσο, μια σοβαρή μεταναστευτική πολιτική οφείλει να συνδυάζει τον ανθρωπισμό με την ασφάλεια, την ένταξη με την προστασία των δημοκρατικών αξιών και την ανοχή με την αποφασιστικότητα απέναντι σε κάθε μορφή εξτρεμισμού.

Η μεγαλύτερη απειλή για τις φιλελεύθερες δημοκρατίες δεν είναι μόνο ο εξτρεμισμός. Είναι η απροθυμία να τον κατονομάσουμε όταν εμφανίζεται. Όταν η ιδεολογία υπερισχύει της πραγματικότητας, η δημόσια συζήτηση χάνει την ικανότητά της να αναγνωρίζει τους κινδύνους έγκαιρα. Και όταν οι κοινωνίες παύουν να βλέπουν καθαρά, γίνονται περισσότερο ευάλωτες σε εκείνους που επιδιώκουν να εκμεταλλευτούν την ανοχή τους για να υπονομεύσουν τις ίδιες τις ελευθερίες τους.

* Επίκουρος Καθηγητής Νομικής στο Λονδίνο