Από την υπερεκπροσώπηση στην πολιτική ισότητα
Πώς η προστασία μιας κοινότητας κινδυνεύει να μετατραπεί σε μόνιμη κηδεμονία πάνω στην πλειοψηφία
Το 1960 οι Τουρκοκύπριοι αποτελούσαν περίπου το 18% του πληθυσμού της Κύπρου. Παρ’ όλα αυτά, το Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας δεν τους παραχώρησε απλώς πλήρη ισονομία, προστασία από διακρίσεις και εγγυήσεις πολιτικής συμμετοχής. Τους παραχώρησε θεσμική εκπροσώπηση σημαντικά μεγαλύτερη από την αριθμητική τους αναλογία.
Η Βουλή και η Δημόσια Υπηρεσία διαμορφώθηκαν στη βάση αναλογίας 70 προς 30. Στο Υπουργικό Συμβούλιο προβλέπονταν επτά Έλληνες Kύπριοι και τρεις Τουρκοκύπριοι υπουργοί. Στον στρατό η αναλογία ήταν 60 προς 40, ενώ στις δυνάμεις ασφαλείας 70 προς 30. Ο Τουρκοκύπριος Αντιπρόεδρος διέθετε χωριστή λαϊκή εντολή και δικαίωμα τελικής αρνησικυρίας σε κρίσιμα ζητήματα εξωτερικών υποθέσεων, άμυνας και ασφάλειας. Προβλέπονταν επίσης χωριστές πλειοψηφίες και χωριστοί κοινοτικοί θεσμοί.
Δεν επρόκειτο, επομένως, για ένα συνηθισμένο δημοκρατικό πολίτευμα βασισμένο στην αρχή «ένας πολίτης, μία ψήφος», με ισχυρή προστασία της μειονότητας. Ήταν ένα σύνθετο σύστημα κοινοτικού διαμοιρασμού της εξουσίας, στο οποίο η εθνική καταγωγή καθόριζε αξιώματα, ποσοστώσεις, εκλογικά σώματα και δικαιώματα αρνησικυρίας.
Το σύστημα αυτό δεν σχεδιάστηκε από τον Κυπριακό λαό μέσα από μια ελεύθερη συντακτική διαδικασία. Ήταν προϊόν των Συμφωνιών Ζυρίχης που υπεγράφησαν στο Λονδίνο και ενός διεθνούς συμβιβασμού μεταξύ Βρετανίας, Ελλάδας και Τουρκίας. Η ανεξαρτησία ήρθε δεμένη με ένα δύσκαμπτο συνταγματικό καθεστώς, τρεις εγγυήτριες δυνάμεις και μόνιμη θεσμική διάκριση των πολιτών ανάλογα με την κοινότητά τους.
Αυτό είναι το πρώτο σημείο που πρέπει να αναγνωρίσουμε: η υπερεκπροσώπηση της τουρκοκυπριακής κοινότητας δεν εμφανίστηκε μετά το 1974. Ήταν ενσωματωμένη στα ίδια τα θεμέλια του Κράτους από το 1960.
Η προστασία δεν είναι το ίδιο με την κυριαρχία
Μια αριθμητική πλειοψηφία δεν δικαιούται να καταπιέζει μια μειονότητα. Οι Τουρκοκύπριοι είχαν και έχουν δικαίωμα σε πλήρη ατομικά δικαιώματα, πολιτική συμμετοχή, πολιτιστική αυτονομία, ασφάλεια και προστασία από οποιαδήποτε απόπειρα μονομερούς επιβολής της Ελληνικής κοινότητας.
Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι κάθε απόφαση του Κράτους πρέπει να εξαρτάται από τη συγκατάθεση της μικρότερης κοινότητας.
Άλλο είναι η προστασία μιας κοινότητας από αποφάσεις που απειλούν την ταυτότητα, την ασφάλεια ή τα θεμελιώδη συμφέροντά της και άλλο η δυνατότητα μιας αριθμητικής μειοψηφίας να παραλύει τη φορολογία, την οικονομική πολιτική, την εξωτερική πολιτική, τη δημόσια διοίκηση ή τη συνήθη λειτουργία του Κράτους.
Το πρώτο είναι δημοκρατική εγγύηση.
Το δεύτερο μπορεί να εξελιχθεί σε θεσμική κηδεμονία.
Και εδώ βρίσκεται η μεγαλύτερη σύγχυση της σημερινής συζήτησης: η «πολιτική ισότητα» παρουσιάζεται συχνά σαν να σημαίνει ισότητα εξουσίας μεταξύ δύο αριθμητικά άνισων κοινοτήτων. Όμως ούτε ο ίδιος ο ορισμός του ΟΗΕ λέει κάτι τέτοιο.
Στην έκθεση του Γενικού Γραμματέα του 1990 αναφέρεται ρητά ότι η πολιτική ισότητα δεν σημαίνει ίση αριθμητική συμμετοχή σε όλα τα όργανα και τις υπηρεσίες της ομοσπονδιακής κυβέρνησης. Περιλαμβάνει, όμως, αποτελεσματική συμμετοχή των δύο κοινοτήτων, συναίνεση για τη συνταγματική τάξη, εγγυήσεις κατά αποφάσεων που στρέφονται εναντίον μιας κοινότητας και ισότητα αρμοδιοτήτων μεταξύ των δύο ομόσπονδων πολιτειών.
Η διαφορά είναι τεράστια. Η προστασία από εχθρικές ή υπαρξιακές αποφάσεις δεν ισοδυναμεί αυτομάτως με δικαίωμα βέτο πάνω σε κάθε κυβερνητική πράξη.
Πώς φτάσαμε από το 30% στην «πολιτική ισότητα»
Η εξέλιξη δεν ήταν αποτέλεσμα μιας μόνο τουρκοκυπριακής απαίτησης. Ήταν αποτέλεσμα διαδοχικών ιστορικών γεγονότων, στρατηγικών λαθών και υποχωρήσεων.
Πρώτον, το Σύνταγμα του 1960 αναγνώρισε εξαρχής την κοινότητα και όχι τον πολίτη ως βασική μονάδα πολιτικής εκπροσώπησης. Το Κράτος οικοδομήθηκε πάνω στη λογική ότι δεν αποτελείται απλώς από Κύπριους πολίτες, αλλά από δύο χωριστά πολιτικά σώματα.
Δεύτερον, η συνταγματική κρίση του 1963 επέτρεψε στην Τουρκία και στην Τουρκοκυπριακή ηγεσία να παρουσιάζουν κάθε προσπάθεια περιορισμού των δυσλειτουργικών προνομίων ως απόπειρα κατάργησης της τουρκοκυπριακής πολιτικής υπόστασης. Οι προτάσεις του Μακαρίου μπορεί να αποσκοπούσαν στη λειτουργικότητα του κράτους, αλλά η μονομερής αμφισβήτηση θεμελιωδών ισορροπιών του Συντάγματος προσέφερε ισχυρό πολιτικό και προπαγανδιστικό όπλο στην άλλη πλευρά.
Τρίτον, η Τουρκική Εισβολή και η συνεχιζόμενη κατοχή άλλαξαν βίαια τον συσχετισμό ισχύος. Από εκείνο το σημείο, η Τουρκία δεν διαπραγματευόταν απλώς τα δικαιώματα της Τουρκοκυπριακής κοινότητας. Διαπραγματευόταν έχοντας στρατό και πληθυσμιακό διαχωρισμό υπό τον έλεγχό της.
Τέταρτον, με τις Συμφωνίες Υψηλού Επιπέδου του 1979, (Το 1977 δεν υπεγράφει καμία συμφωνία) η Ελληνική Κυπριακή “πλευρά” αποδέχθηκε τη δικοινοτική ομοσπονδιακή βάση. Το 1990 το Συμβούλιο Ασφαλείας κάλεσε τις δύο κοινότητες να συνεργαστούν «επί ίσοις όροις» στη διαπραγμάτευση, ενώ το 1991 το Ψήφισμα 716 υιοθέτησε ρητά την έννοια των δύο πολιτικά ίσων κοινοτήτων.
Έτσι, μια αρχική συνταγματική υπερεκπροσώπηση εξελίχθηκε σταδιακά σε διαπραγματευτική ισότητα των δύο πλευρών και, αργότερα, σε επιδίωξη ισότιμης συμμετοχής στη μελλοντική ομοσπονδιακή εξουσία.
Δεν συνέβη επειδή το διεθνές δίκαιο επέβαλε ξαφνικά την εξίσωση του 18% με το 80%. Συνέβη επειδή διαδοχικές Ελληνικές Κυπριακές ηγεσίες δέχτηκαν τη δικοινοτική και διζωνική βάση ως τίμημα για μια συμφωνημένη λύση.
Ακόμη και σήμερα, το Συμβούλιο Ασφαλείας εξακολουθεί να αναφέρεται σε λύση διζωνικής, δικοινοτικής ομοσπονδίας με πολιτική ισότητα. Όμως εξακολουθεί να μιλά για επιδιωκόμενη συμφωνία, όχι για ήδη υφιστάμενη νέα συνταγματική τάξη. Καμία τελική λύση δεν έχει εγκριθεί από τους πολίτες.
Πού βρίσκεται η πραγματική κόκκινη γραμμή
Η ουσιαστική συζήτηση δεν πρέπει να είναι αν οι Τουρκοκύπριοι δικαιούνται πολιτική προστασία. Όλοι οι ανθρωποι την δικαιούνται.
Το ερώτημα είναι αν η προστασία αυτή θα είναι στοχευμένη και αναλογική ή αν θα μετατραπεί σε ένα σύστημα στο οποίο καμία ουσιαστική απόφαση δεν μπορεί να ληφθεί χωρίς τη συγκατάθεση μιας κοινότητας που αποτελεί αριθμητική μειοψηφία.
Μια βιώσιμη δημοκρατική λύση θα μπορούσε να περιλαμβάνει:
Ισχυρή προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων όλων των πολιτών, χωρίς εθνικές, ρατσιστικές διακρίσεις.
Αναλογική εκπροσώπηση στη βασική νομοθετική εξουσία και στη δημόσια διοίκηση.
Ισότιμη εκπροσώπηση των δύο ομόσπονδων πολιτειών σε μια δεύτερη Βουλή, όπως συμβαίνει σε πολλά ομοσπονδιακά συστήματα.
Ειδικές κοινοτικές πλειοψηφίες μόνο για σαφώς καθορισμένα ζητήματα ταυτότητας, γλώσσας, παιδείας, πολιτισμού, συνταγματικών μεταβολών και ζωτικών θεμάτων ασφάλειας.
Καμία γενικευμένη θετική ψήφο για κάθε προϋπολογισμό, διεθνή απόφαση, διορισμό ή νομοθετική πράξη.
Μηχανισμούς άρσης αδιεξόδων, με χρονικά όρια, διαμεσολάβηση και δικαστικό έλεγχο, ώστε το βέτο να μη μετατρέπεται σε εργαλείο μόνιμου εκβιασμού.
Και κυρίως, σαφή αναγνώριση ότι η πολιτική ισότητα των κοινοτήτων δεν καταργεί την πολιτική ισότητα των πολιτών.
Μπορεί να ανατραπεί η αδικία;
Δεν μπορεί να ανατραπεί με συνθήματα περί «18%» και «80%». Αυτά περιγράφουν το δημογραφικό πρόβλημα, αλλά δεν απαντούν στο συνταγματικό.
Δεν μπορεί επίσης να ανατραπεί με τον ισχυρισμό ότι ολόκληρη η έννοια της πολιτικής ισότητας είναι παράνομη. Δεν είναι. Αποτελεί δεκαετίες τώρα μέρος του συμφωνημένου πλαισίου των συνομιλιών και των ψηφισμάτων του ΟΗΕ.
Μπορεί, όμως, να αμφισβητηθεί η ερμηνεία της.
Η Ελληνική κοινότητα οφείλει να απαιτήσει δημόσια και χωρίς υπεκφυγές ότι:
Η πολιτική ισότητα δεν σημαίνει αριθμητική ισότητα.
Η αποτελεσματική συμμετοχή δεν σημαίνει καθολικό βέτο.
Η προστασία της μικρότερης κοινότητας δεν σημαίνει κατάργηση της δημοκρατικής αρχής.
Και καμία συμφωνία δεν μπορεί να θεωρηθεί δίκαιη, αν μετατρέπει την πλειοψηφία σε μόνιμο όμηρο μιας μειοψηφικής ηγεσίας ή, ακόμη χειρότερα, της Τουρκίας που βρίσκεται πίσω από αυτήν με στρατιωτική ισχύ.
Το πρόβλημα δεν είναι η ισότητα των Τουρκοκυπρίων ως ανθρώπων και πολιτών. Αυτή είναι αδιαπραγμάτευτη.
Το πρόβλημα είναι η μετατροπή της κοινοτικής προστασίας σε μηχανισμό ελέγχου του συνόλου του Κράτους.
Και αυτή η διάκριση πρέπει επιτέλους να ειπωθεί καθαρά. Χωρίς μίσος για τους Τουρκοκυπρίους, αλλά και χωρίς άλλες αυταπάτες για το περιεχόμενο της λύσης που διαπραγματεύονται.
*Απόφοιτος Πολιτικών Επιστημών, Ψυχολογίας και Κοινωνιολογίας από τη Γερμανία