Αναλύσεις

Οι Ελληνοκύπριοι τζογαδόροι αιμοδοτούν τον Αττίλα

Πενήντα δύο χρόνια μετά την τουρκική εισβολή, η κατοχή δεν συντηρείται μόνο από τη στρατιωτική ισχύ της Τουρκίας. Συντηρείται και από την οικονομική δραστηριότητα που αναπτύσσεται στα κατεχόμενα, δραστηριότητα στην οποία, δυστυχώς, συμμετέχουν και χιλιάδες Ελληνοκύπριοι.

Κάθε επίσκεψη στα παράνομα καζίνα των κατεχομένων δεν αποτελεί απλώς μια προσωπική επιλογή ψυχαγωγίας. Αποτελεί οικονομική ενίσχυση ενός παράνομου καθεστώτος που δημιουργήθηκε ως αποτέλεσμα της τουρκικής εισβολής του 1974 και εξακολουθεί να υφίσταται χάρη στη στρατιωτική κατοχή και την οικονομική στήριξη της Άγκυρας.

Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί το γεγονός ότι ανάμεσα στους επισκέπτες των καζίνων συγκαταλέγονται και πρόσωπα που υπηρέτησαν επί δεκαετίες την Κυπριακή Δημοκρατία, τον δημόσιο και ημιδημόσιο τομέα ή τον τραπεζικό χώρο. Πολίτες που απολάμβαναν την ασφάλεια και τα ωφελήματα του κράτους δικαίου επιλέγουν σήμερα να ενισχύουν οικονομικά τις δομές ενός κατοχικού καθεστώτος που αμφισβητεί καθημερινά την κυριαρχία της ίδιάς τους της πατρίδας.

Η αντίφαση είναι προφανής. Από τη μια τιμούμε τους πεσόντες, αναζητούμε ακόμη τους αγνοουμένους, στεκόμαστε δίπλα στους πρόσφυγες και στους εγκλωβισμένους. Από την άλλη, συμπατριώτες μας αφήνουν εκατομμύρια ευρώ στις επιχειρήσεις των κατεχομένων, ενισχύοντας έμμεσα μια οικονομία που λειτουργεί προς όφελος της κατοχικής δύναμης.

Το πρόβλημα, όμως, δεν σταματά στα καζίνα.

Την ίδια ώρα που χρήματα από τις ελεύθερες περιοχές καταλήγουν στα κατεχόμενα, η Τουρκία συνεχίζει να δημιουργεί νέα τετελεσμένα επί του εδάφους. Η υπόθεση της νεκρής ζώνης και ιδιαίτερα τα γεγονότα στην Πύλα κατέδειξαν με τον πιο ξεκάθαρο τρόπο ότι η Άγκυρα εφαρμόζει με συνέπεια τη γνωστή στρατηγική των μικρών αλλά συνεχών επεκτάσεων. Κάθε βήμα που μένει αναπάντητο μετατρέπεται στο επόμενο τετελεσμένο.

Η νεκρή ζώνη δεν αποτελεί τουρκικό έδαφος. Είναι περιοχή που βρίσκεται υπό την ευθύνη της Ειρηνευτικής Δύναμης των Ηνωμένων Εθνών ως ζώνη ασφαλείας. Οποιαδήποτε προσπάθεια αλλαγής του καθεστώτος της συνιστά σοβαρή παραβίαση των συμφωνημένων δεδομένων και δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως ένα ακόμη επεισόδιο της καθημερινότητας.

ΦΩΤΟ ΚΡΙΣ 2.png

Τα επεισόδια στην Πύλα, κατά τα οποία δέχθηκαν επιθέσεις ακόμη και μέλη της ΟΥΝΦΙΚΥΠ, απέδειξαν ότι η Τουρκία δεν διστάζει να αμφισβητήσει ούτε την παρουσία του ίδιου του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών όταν αυτό εξυπηρετεί τους στρατηγικούς της σχεδιασμούς. Όσοι εξακολουθούν να πιστεύουν ότι οι τουρκικές επιδιώξεις περιορίζονται στα σημερινά δεδομένα της κατοχής, απλώς αγνοούν την πραγματικότητα των τελευταίων πέντε δεκαετιών.

Γι' αυτό και τα δύο ζητήματα είναι άρρηκτα συνδεδεμένα. Η οικονομική ενίσχυση των κατεχομένων και η σταδιακή επέκταση των κατοχικών τετελεσμένων αποτελούν τις δύο όψεις του ίδιου νομίσματος. Από τη μια πλευρά εισρέουν χρήματα που ενισχύουν την οικονομική βιωσιμότητα του κατοχικού καθεστώτος. Από την άλλη, επιχειρείται η δημιουργία νέων δεδομένων επί του εδάφους, ώστε η κατοχή να παγιώνεται ακόμη περισσότερο.

Η Κυπριακή Δημοκρατία οφείλει να αντιμετωπίσει και τα δύο μέτωπα με αποφασιστικότητα. Να εφαρμόζει απαρέγκλιτα τη νομοθεσία όπου αυτή παραβιάζεται, να αξιοποιεί κάθε διαθέσιμο διπλωματικό και νομικό μέσο απέναντι στις τουρκικές προκλήσεις και να υπενθυμίζει διαρκώς στη διεθνή κοινότητα ότι η κατοχή δεν αποτελεί μια «παγωμένη διαφορά», αλλά μια συνεχιζόμενη παραβίαση του διεθνούς δικαίου.

Η ευθύνη, όμως, δεν ανήκει μόνο στην Πολιτεία.

Ανήκει και στον κάθε πολίτη ξεχωριστά. Ο πατριωτισμός δεν εξαντλείται στις επετειακές ομιλίες, ούτε στις αναρτήσεις στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Αποδεικνύεται καθημερινά μέσα από τις προσωπικές μας επιλογές. Δεν μπορεί κανείς να καταδικάζει την κατοχή και ταυτόχρονα να χρηματοδοτεί, έστω και έμμεσα, τις οικονομικές δομές που τη συντηρούν.

Η Κύπρος εξακολουθεί να ζει τις συνέπειες της εισβολής του 1974. Οι πρόσφυγες παραμένουν μακριά από τις πατρογονικές τους εστίες. Οι οικογένειες των αγνοουμένων συνεχίζουν να αναζητούν απαντήσεις. Οι εγκλωβισμένοι εξακολουθούν να δοκιμάζονται. Η κατοχή δεν ανήκει στο παρελθόν· είναι μια καθημερινή πραγματικότητα.

Γι' αυτό η ενίσχυση των παράνομων καζίνων στα κατεχόμενα δεν μπορεί να θεωρείται μια αθώα προσωπική επιλογή. Είναι μια πράξη με πολιτικές, οικονομικές και εθνικές προεκτάσεις. Και ως τέτοια οφείλει να αντιμετωπίζεται από όλους μας με τη σοβαρότητα που της αρμόζει.

Η ιστορία διδάσκει ότι τα τετελεσμένα παγιώνονται όταν οι κοινωνίες συνηθίζουν να τα αποδέχονται. Η Κύπρος δεν έχει την πολυτέλεια ούτε της αδιαφορίας ούτε της λήθης.