Κομματικός πόλεμος την ώρα της εθνικής μάχης
«Η Κύπρος δεν έχει την πολυτέλεια να αναλώνεται σε έναν φαύλο κύκλο αλληλοκατηγοριών, όταν μπροστά της ανοίγεται ίσως η κρισιμότερη ευκαιρία των τελευταίων ετών για επανέναρξη των διαπραγματεύσεων και επίλυση του Κυπριακού»
Υπάρχουν στιγμές κατά τις οποίες μια χώρα έχει το δικαίωμα να απαιτεί από την πολιτική της ηγεσία κάτι περισσότερο από την καθημερινή κομματική αντιπαράθεση. Η Κύπρος βρίσκεται σήμερα ακριβώς σε μια τέτοια στιγμή. Οι διεργασίες για το Κυπριακό εισέρχονται σε μια ιδιαίτερα κρίσιμη φάση. Η πρωτοβουλία του Γενικού Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών, η κινητικότητα της προσωπικής του απεσταλμένης, η προσπάθεια επανεκκίνησης της διαδικασίας και η εντονότερη ευρωπαϊκή εμπλοκή δημιουργούν ένα νέο διπλωματικό περιβάλλον. Για πρώτη φορά ύστερα από αρκετό διάστημα υπάρχει η αίσθηση ότι μπορεί να διαμορφωθεί ένα παράθυρο για ουσιαστική επιστροφή στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων.
Και τι κάνει το πολιτικό σύστημα της Κυπριακής Δημοκρατίας; Αντί να οικοδομεί τη μέγιστη δυνατή εσωτερική συνεννόηση, επιδίδεται σε έναν ολοένα οξύτερο πόλεμο ανακοινώσεων. ΔΗΣΥ εναντίον κυβέρνησης. ΑΚΕΛ εναντίον κυβέρνησης. Προεδρικό εναντίον ΔΗΣΥ και ΑΚΕΛ. ΔΗΚΟ σε δύσκολη θέση απέναντι στην κυβέρνηση την οποία στηρίζει. Και στη μέση ένας πολίτης που παρακολουθεί μια πολιτική αντιπαράθεση για διορισμούς, ανασχηματισμό και κομματικές επιρροές, την ώρα που το Κυπριακό βρίσκεται ξανά μπροστά στην πόρτα της Ιστορίας. Αυτό δεν είναι απλώς πολιτικά άκομψο. Είναι επικίνδυνο.
Η αρχή του προβλήματος
Ας είμαστε ειλικρινείς. Η σημερινή σύγκρουση δεν εμφανίστηκε από το πουθενά. Η αφετηρία της βρίσκεται, σε μεγάλο βαθμό, στην κρίση που δημιουργήθηκε γύρω από τον ανασχηματισμό και τους διορισμούς στους ημικρατικούς οργανισμούς, με το ΔΗΚΟ να διεκδικεί μεγαλύτερο πολιτικό ρόλο και να θέτει όρους και απαιτήσεις προς τον Πρόεδρο.
Είναι θεμιτό για έναν κυβερνητικό εταίρο να ζητεί μεγαλύτερη συμμετοχή στη διαμόρφωση της κυβερνητικής πολιτικής. Είναι επίσης θεμιτό να αξιολογεί την πορεία μιας συγκυβέρνησης και να απαιτεί διορθώσεις. Εκεί όμως βρίσκεται η κρίσιμη διαχωριστική γραμμή. Άλλο η πολιτική συνδιαμόρφωση και άλλο η κομματική συνδιαχείριση του κράτους.
Οι ημικρατικοί οργανισμοί δεν είναι κομματικά φέουδα. Δεν είναι χώρος όπου τα κόμματα δικαιούνται να απαιτούν «μερίδιο». Δεν είναι λάφυρα μιας προεκλογικής ή κυβερνητικής συμφωνίας. Είναι θεσμοί της Κυπριακής Δημοκρατίας. Και ακριβώς εδώ το ΔΗΚΟ πρέπει να κάνει μια δύσκολη αλλά αναγκαία αυτοκριτική. Εάν οι αρχικές του απαιτήσεις για ανασχηματισμό και διορισμούς δημιούργησαν το έδαφος για τη σημερινή σύγκρουση, τότε η πολιτική ευθύνη του δεν εξαντλείται στο να διαμαρτύρεται για τις εξελίξεις που ακολούθησαν.Ο κυβερνητικός εταίρος έχει δικαίωμα να ζητά λόγο στην πολιτική. Δεν έχει δικαίωμα να μετατρέπει τη συμμετοχή του στη συγκυβέρνηση σε μηχανισμό κατανομής κρατικών θέσεων.
Ούτε το Προεδρικό να αντεπιτίθεται
Η κυβέρνηση, βεβαίως, δεν είναι άμοιρη ευθυνών. Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας έχει το συνταγματικό δικαίωμα να επιλέγει τους συνεργάτες και τις διοικήσεις που θεωρεί κατάλληλες. Έχει όμως και την υποχρέωση να πείθει την κοινωνία ότι οι επιλογές του υπηρετούν το δημόσιο συμφέρον.
Αν υπάρχει κριτική για τους διορισμούς, η απάντηση δεν μπορεί να είναι ότι «οι άλλοι ταυτίζονται». Δεν μπορεί να είναι ότι το ΑΚΕΛ και ο ΔΗΣΥ αποτελούν περίπου ενιαίο πολιτικό μέτωπο. Δεν μπορεί κάθε καταγγελία να απαντάται με μια αντεπίθεση.
Η καλύτερη απάντηση είναι πολύ απλούστερη:Να δοθούν τα στοιχεία. Ποιοι υπέβαλαν αίτηση; Ποιοι αξιολογήθηκαν; Ποια ήταν η εισήγηση του Γνωμοδοτικού Συμβουλίου; Πού υπήρξαν αποκλίσεις; Γιατί υπήρξαν; Ποια ήταν τα αντικειμενικά κριτήρια;Η διαφάνεια δεν είναι αδυναμία της κυβέρνησης. Είναι η ισχυρότερη άμυνά της.
Η ευθύνη της αντιπολίτευσης
Το ίδιο ισχύει για τον ΔΗΣΥ και το ΑΚΕΛ. Η αντιπολίτευση είναι απαραίτητη στη δημοκρατία. Η κυβέρνηση πρέπει να ελέγχεται. Οι διορισμοί πρέπει να εξετάζονται. Η αξιοκρατία πρέπει να προστατεύεται. Η διαφάνεια πρέπει να απαιτείται. Αλλά η αντιπολίτευση δεν πρέπει να μετατρέπεται σε μηχανή μόνιμης καταγγελίας. Όταν κάθε διορισμός χαρακτηρίζεται αυτομάτως κομματικός, όταν κάθε κυβερνητική απόφαση παρουσιάζεται ως απόδειξη μιας γενικευμένης παθογένειας και όταν η πολιτική συζήτηση περιορίζεται στο ποιος είπε τι εναντίον ποιου, τότε ο δημόσιος διάλογος χάνει την ουσία του.
Η Κύπρος χρειάζεται αντιπολίτευση που να ελέγχει και να προτείνει, όχι απλώς να καταγγέλλει. Και χρειάζεται κυβέρνηση που να ακούει και να διορθώνει, όχι να απαντά σε κάθε κριτική με πολιτική αντεπίθεση.
Πάνω από όλα το Κυπριακό
Το πιο ανησυχητικό, ωστόσο, δεν είναι η ένταση αυτή καθαυτή. Είναι η χρονική στιγμή κατά την οποία εκδηλώνεται. Ενώ η διεθνής κοινότητα επιχειρεί να διαπιστώσει εάν υπάρχει έδαφος για επανέναρξη ουσιαστικών συνομιλιών, η ελληνοκυπριακή πλευρά εμφανίζεται εσωτερικά κατακερματισμένη.
Αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να υπάρχει ομοφωνία. Κάθε άλλο. Στο Κυπριακό πρέπει να υπάρχουν διαφορετικές απόψεις. Πρέπει να γίνεται ουσιαστική συζήτηση. Πρέπει να ασκείται κριτική στην κυβερνητική στρατηγική. Πρέπει να αξιολογούνται όλες οι επιλογές. Αλλά υπάρχει μια θεμελιώδης διαφορά ανάμεσα στη δημοκρατική διαφωνία και στην εθνικά επιζήμια εσωτερική αποσύνθεση.
Η Τουρκία παρακολουθεί. Η τουρκοκυπριακή ηγεσία παρακολουθεί. Τα Ηνωμένα Έθνη παρακολουθούν. Οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις παρακολουθούν. Και κάθε εξωτερικός συνομιλητής αντιλαμβάνεται ότι η ισχύς μιας πλευράς στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων δεν εξαρτάται μόνο από τα επιχειρήματά της αλλά και από το κατά πόσο διαθέτει πολιτική συνοχή, στρατηγική συνέπεια και εσωτερική αξιοπιστία.
Δεν πρέπει να χαρίσουμε στην άλλη πλευρά ένα πλεονέκτημα που δεν μπορεί να αποκτήσει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων.
Η μεγάλη παγίδα
Υπάρχει και κάτι ακόμη. Αν η εσωτερική πολιτική σύγκρουση συνεχιστεί με την ίδια ένταση, το Κυπριακό κινδυνεύει να γίνει εργαλείο εσωτερικής κομματικής αντιπαράθεσης. Κάθε κόμμα θα προσπαθεί να αποδείξει ότι η κυβέρνηση δεν διαπραγματεύεται σωστά. Η κυβέρνηση θα κατηγορεί τα κόμματα ότι υπονομεύουν την εθνική προσπάθεια. Τα κόμματα της συγκυβέρνησης θα πιέζουν για μεγαλύτερο ρόλο. Και τελικά η κοινωνία θα βρεθεί μπροστά σε μια ακόμη χαμένη ευκαιρία.
Αυτό ακριβώς πρέπει να αποτραπεί.
Ώρα μιας πολιτικής συμφωνίας
Η λύση δεν είναι δύσκολη. Απαιτεί όμως πολιτικό θάρρος. Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας πρέπει να συγκαλέσει τους αρχηγούς όλων των κοινοβουλευτικών κομμάτων και να τους προτείνει μια άτυπη πολιτική συμφωνία εθνικής ευθύνης για την κρίσιμη περίοδο του Κυπριακού. Όχι συμφωνία στις πολιτικές θέσεις. Συμφωνία στους κανόνες.
Πρώτον, κανένα κόμμα να μην παρεμβαίνει κομματικά στη διαδικασία επιλογής προσώπων στους ημικρατικούς οργανισμούς. Να προτείνονται πρόσωπα με βάση προσόντα, εμπειρία, ακεραιότητα και καταλληλότητα.
Δεύτερον, κάθε κυβερνητική απόφαση που προκαλεί σοβαρή δημόσια αμφισβήτηση να απαντάται με τεκμηρίωση και στοιχεία.
Τρίτον, οι διαφωνίες των κομμάτων που στηρίζουν την κυβέρνηση να συζητούνται πρώτα σε θεσμοθετημένο όργανο πολιτικού συντονισμού και μετά να δημοσιοποιούνται.
Τέταρτον, να ενισχυθεί ουσιαστικά το Εθνικό Συμβούλιο, όχι ως επικοινωνιακό όργανο αλλά ως χώρος στρατηγικής ανάλυσης, έρευνας, τεκμηρίωσης και διαβούλευσης.
Πέμπτον, να συμφωνηθεί ένα ελάχιστο κοινό πλαίσιο εθνικών στόχων για το Κυπριακό, χωρίς να απαιτείται από κανένα κόμμα να εγκαταλείψει τις ιδιαίτερες θέσεις του.
Έκτον, να δημιουργηθεί μια μικρή, αντιπροσωπευτική ομάδα υψηλού επιπέδου από πολιτικούς, διπλωμάτες, συνταγματολόγους, οικονομολόγους, κοινωνικούς επιστήμονες και ειδικούς στις διεθνείς σχέσεις, που θα υποστηρίζει τεκμηριωμένα την εθνική στρατηγική.
Αυτό δεν σημαίνει «συναίνεση για τη συναίνεση». Σημαίνει θεσμική οργάνωση της διαφορετικότητας.
Η ιδιαίτερη επιλογή για το ΔΗΚΟ
Το ΔΗΚΟ, ως κυβερνητικός εταίρος, βρίσκεται ενώπιον μιας ιδιαίτερης πολιτικής επιλογής. Μπορεί να συνεχίσει να πιέζει για μεγαλύτερη επιρροή στους διορισμούς και στη σύνθεση της εξουσίας. Ή μπορεί να κάνει κάτι πολύ πιο χρήσιμο: να μετατρέψει τη συμμετοχή του στη συγκυβέρνηση σε εργαλείο παραγωγής πολιτικής.
Να ζητήσει συγκεκριμένες μεταρρυθμίσεις. Να προτείνει πολιτικές. Να απαιτήσει χρονοδιαγράμματα. Να αξιολογεί την εφαρμογή του κυβερνητικού προγράμματος. Να συμβάλει ουσιαστικά στο Κυπριακό. Έτσι ένα κυβερνητικό κόμμα αποκτά πραγματική πολιτική αξία. Όχι με το πόσες θέσεις ελέγχει. Αλλά με το πόσες πολιτικές παράγει.
Τελευταία ευκαιρία για σοβαρότητα
Η Κύπρος δεν χρειάζεται αυτή την ώρα περισσότερες κομματικές ανακοινώσεις. Χρειάζεται περισσότερη πολιτική σοβαρότητα. Ο Πρόεδρος πρέπει να κυβερνήσει. Το ΔΗΚΟ πρέπει να συγκυβερνήσει. Ο ΔΗΣΥ και το ΑΚΕΛ πρέπει να ελέγξουν. Όλοι όμως πρέπει να θυμούνται ότι πάνω από την κυβέρνηση, πάνω από την αντιπολίτευση και πάνω από τα κόμματα υπάρχει η Κυπριακή Δημοκρατία.
Και σήμερα υπάρχει κάτι ακόμη μεγαλύτερο από την Κυπριακή Δημοκρατία ως καθημερινή πολιτική διαχείριση: η ιστορική ευθύνη απέναντι στις επόμενες γενιές.
Αν οι συνομιλίες ξαναρχίσουν, η ελληνοκυπριακή πλευρά πρέπει να εμφανιστεί με αυτοπεποίθηση, καθαρούς στόχους και εσωτερική πολιτική αξιοπιστία. Αν δεν υπάρξει συμφωνία, θα πρέπει τουλάχιστον να γνωρίζουμε ότι δώσαμε τη μάχη με τη μεγαλύτερη δυνατή σοβαρότητα. Αυτό που δεν επιτρέπεται είναι να χαθεί μια πιθανή ευκαιρία επειδή τα κόμματα θα έχουν εγκλωβιστεί στη διαμάχη για το ποιος θα διορίσει ποιον.
Οι καρέκλες περνούν. Οι θεσμοί μένουν. Οι κυβερνήσεις αλλάζουν. Η Κυπριακή Δημοκρατία παραμένει. Και το Κυπριακό δεν περιμένει.
Η πολιτική ηγεσία έχει, συνεπώς, μία επιλογή: να σταματήσει τον κομματικό πόλεμο και να επιστρέψει στην πολιτική. Όχι επειδή αυτό βολεύει την κυβέρνηση. Όχι επειδή αυτό βολεύει την αντιπολίτευση. Αλλά επειδή, αυτή τη συγκεκριμένη στιγμή, το καλώς νοούμενο συμφέρον της Κυπριακής Δημοκρατίας το απαιτεί.
*Πανεπιστημιακός-Ανθρωπολόγος, πρώην Πρύτανης