Το κόστος ζωής εξανεμίζει το οικογενειακό εισόδημα
Ανατιμήσεις έως 14,2% σε βασικές κατηγορίες προϊόντων και επιπλέον κόστος μέχρι €12,30 για 100 λίτρα καυσίμου – Υπεραγορά, ηλεκτρισμός και μετακινήσεις πιέζουν ταυτόχρονα τον οικογενειακό προϋπολογισμό
Βαθύτερα το χέρι στην τσέπη καλούνται να βάλουν τα κυπριακά νοικοκυριά για να καλύψουν βασικές ανάγκες της καθημερινότητάς τους, καθώς οι αυξήσεις σε τρόφιμα, καύσιμα και ηλεκτρισμό περιορίζουν εκ νέου τα περιθώρια του οικογενειακού προϋπολογισμού. Τα διαθέσιμα στοιχεία καταγράφουν ανατιμήσεις έως 14,2% σε βασικές κατηγορίες προϊόντων, ενώ μια οικογένεια που καταναλώνει 100 λίτρα καυσίμου τον μήνα πληρώνει έως και €12,30 περισσότερα σε σύγκριση με τον Ιούλιο του 2025.
Ανατιμήσεις έως 14,2% σε βασικές κατηγορίες
Σημαντικές αυξήσεις σε βασικές κατηγορίες προϊόντων καταγράφουν τα διαθέσιμα στοιχεία του ηλεκτρονικού παρατηρητηρίου τιμών e-kalathi, σύμφωνα με τον Πρόεδρο του Κυπριακού Συνδέσμου Καταναλωτών, Μάριο Δρουσιώτη. Οι μεγαλύτερες ανατιμήσεις εντοπίζονται στα μη αλκοολούχα ποτά και στα γαλακτοκομικά προϊόντα, ενώ ανοδικά κινήθηκαν επίσης τα είδη αρτοποιίας και προσωπικής φροντίδας.
Στην κατηγορία των μη αλκοολούχων ποτών, το συνολικό κόστος 36 ίδιων προϊόντων αυξήθηκε από €118,66 στις 12 Σεπτεμβρίου 2025 σε €135,54 στις 29 Ιουλίου 2026. Η διαφορά αντιστοιχεί σε αύξηση 14,2%, τη μεγαλύτερη μεταξύ των κατηγοριών που εξετάστηκαν.
Ακολουθούν τα γαλακτοκομικά προϊόντα. Το κόστος 38 ειδών διαμορφωνόταν στις 28 Σεπτεμβρίου 2025 στα €106,38, ενώ στις 29 Ιουλίου 2026 είχε ανέλθει στα €120,35, παρουσιάζοντας αύξηση 13,1%. Εξαίρεση αποτελεί το φρέσκο γάλα, η τιμή του οποίου, σύμφωνα με τα στοιχεία του Συνδέσμου, παρέμεινε αμετάβλητη από τις 31 Οκτωβρίου 2025.
Αύξηση 6,8% καταγράφηκε στα είδη αρτοποιίας. Το συνολικό κόστος 16 ίδιων προϊόντων αυξήθηκε από €44,23 στις 31 Οκτωβρίου 2025 σε €47,46 στις 29 Ιουλίου 2026. Στα είδη προσωπικής φροντίδας, το κόστος 28 προϊόντων ανέβηκε από €142,37 σε €146,75 κατά την ίδια περίοδο, σημειώνοντας αύξηση περίπου 3%.
Ακριβότερα κατά 1,5% τα 230 ίδια προϊόντα
Σε ευρύτερο δείγμα 230 ίδιων προϊόντων, το συνολικό κόστος αυξήθηκε από €857,71 στις 21 Ιανουαρίου 2026 σε €870,34 στις 29 Ιουλίου 2026. Πρόκειται για επιβάρυνση €12,63 ή περίπου 1,5% μέσα σε διάστημα έξι μηνών.
Δεν υπάρχει ένα κοινό καλάθι για όλες τις οικογένειες
Ο καθορισμός ενός ενιαίου και απόλυτα αντιπροσωπευτικού καλαθιού για μια τετραμελή οικογένεια δεν είναι εύκολος, καθώς οι ανάγκες κάθε νοικοκυριού διαφοροποιούνται σημαντικά.
Όπως εξηγεί ο κ. Δρουσιώτης, μια οικογένεια με βρέφος διαθέτει μεγαλύτερο μέρος του προϋπολογισμού της για προϊόντα όπως το βρεφικό γάλα και οι πάνες. Διαφορετικές είναι οι ανάγκες μιας οικογένειας με ανήλικα παιδιά και διαφορετικές εκείνες ενός νοικοκυριού, στο οποίο όλα τα μέλη είναι ενήλικα.
Για τον λόγο αυτό, οποιοδήποτε δημοσιογραφικό «καλάθι» χρησιμοποιείται για τη σύγκριση των τιμών θα πρέπει να παρουσιάζεται ως ένα συγκεκριμένο υποθετικό μοντέλο και όχι ως το καλάθι που αντιπροσωπεύει όλες τις κυπριακές οικογένειες.
Έως €12,30 περισσότερα για 100 λίτρα καυσίμου
Αισθητή είναι και η αύξηση στις τιμές των καυσίμων σε σύγκριση με τον Ιούλιο του 2025.
Στις 29 Ιουλίου 2025, η τιμή της βενζίνης 95 οκτανίων ανερχόταν σε €1,363 το λίτρο, ενώ στις 29 Ιουλίου 2026 είχε φτάσει το €1,455. Η αύξηση υπολογίζεται περίπου στο 7%.
Για ένα νοικοκυριό που καταναλώνει 100 λίτρα βενζίνης τον μήνα, το κόστος αυξήθηκε από €136,30 σε €145,50. Πρόκειται για πρόσθετη μηνιαία επιβάρυνση €9,20.
Μεγαλύτερη είναι η διαφορά στο πετρέλαιο κίνησης. Η τιμή του αυξήθηκε από €1,530 το λίτρο στις 29 Ιουλίου 2025 σε €1,653 στις 29 Ιουλίου 2026, καταγράφοντας άνοδο περίπου 8%.
Η κατανάλωση 100 λίτρων κόστιζε πέρσι €153, ενώ φέτος κοστίζει €165,30. Η μηνιαία διαφορά ανέρχεται επομένως σε €12,30.
Η ενέργεια περνά στο κόστος των προϊόντων
Η αύξηση στις τιμές της ενέργειας και των καυσίμων επηρεάζει αναπόφευκτα και το τελικό κόστος των προϊόντων. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, ασφαλή και ενιαία στοιχεία που να αποτυπώνουν με ακρίβεια πόσο από αυτό το πρόσθετο κόστος μεταφέρεται στον καταναλωτή.
Σύμφωνα με τον κ. Δρουσιώτη, η επίδραση διαφέρει από επιχείρηση σε επιχείρηση, ανάλογα με το είδος των προϊόντων που εμπορεύεται και τις ενεργειακές της ανάγκες. Μια εταιρεία που διακινεί κατεψυγμένα ή άλλα προϊόντα, τα οποία απαιτούν συνεχή ψύξη, επωμίζεται σαφώς μεγαλύτερο ενεργειακό κόστος από μια επιχείρηση που εμπορεύεται προϊόντα τα οποία δεν χρειάζονται ειδικές συνθήκες διατήρησης.
Συνεπώς, παρόλο που η μεταφορά μέρους του κόστους στις τελικές τιμές θεωρείται δεδομένη, δεν μπορεί ν’ αποδοθεί ένα κοινό ποσοστό για όλα τα προϊόντα και όλες τις επιχειρήσεις.
«Ο οικογενειακός προϋπολογισμός πιέζεται από παντού»
Η πίεση που δέχεται σήμερα ο οικογενειακός προϋπολογισμός δεν περιορίζεται σε μία μόνο κατηγορία δαπανών. Υπεραγορά, καύσιμα και ηλεκτρισμός επιβαρύνουν ταυτόχρονα τα νοικοκυριά, αν και η ένταση της πίεσης διαφέρει ανάλογα με τις ανάγκες και τον τρόπο ζωής κάθε οικογένειας.
Ένα νοικοκυριό που πραγματοποιεί καθημερινά μεγάλες αποστάσεις με το αυτοκίνητο επηρεάζεται περισσότερο από τις αυξήσεις στα καύσιμα. Μια οικογένεια με αυξημένες ανάγκες ψύξης ή θέρμανσης αισθάνεται εντονότερα το κόστος του ηλεκτρισμού, ενώ για τα χαμηλότερα εισοδήματα οι τιμές των τροφίμων απορροφούν σημαντικό μέρος των διαθέσιμων χρημάτων.
Από τον αρνητικό πληθωρισμό στο 3,1%
Ιδιαίτερη αναφορά κάνει ο Πρόεδρος του Κυπριακού Συνδέσμου Καταναλωτών και στην πορεία του πληθωρισμού, τον οποίο χαρακτηρίζει ως έναν από τους πιο αξιόπιστους δείκτες για τη μεταβολή του κόστους που αντιμετωπίζουν τα νοικοκυριά.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που επικαλείται, ο πληθωρισμός ήταν αρνητικός και διαμορφωνόταν στο -0,5% τον Δεκέμβριο του 2025, ενώ τον Ιούνιο του 2026 είχε ανέλθει στο 3,1%. Πρόκειται για μεταβολή 3,6 ποσοστιαίων μονάδων.
Με βάση τον υπολογισμό που παραθέτει ο κ. Δρουσιώτης, ένα νοικοκυριό το οποίο δαπανούσε €2.000 τον μήνα θα χρειαζόταν περίπου €72 επιπλέον, προκειμένου να καλύψει τις ίδιες ανάγκες, εφόσον εφαρμοζόταν σε ολόκληρη τη δαπάνη η συγκεκριμένη μεταβολή.
Ο υπολογισμός αυτός λειτουργεί ενδεικτικά, καθώς η πραγματική επιβάρυνση κάθε οικογένειας εξαρτάται από τη σύνθεση των δαπανών της και από το ποια προϊόντα και υπηρεσίες καταναλώνει περισσότερο.
Ποσοτικές και ποιοτικές περικοπές
Οι επιπτώσεις είναι βαρύτερες για τα νοικοκυριά με χαμηλά εισοδήματα, τα οποία δεν διαθέτουν εύκολη δυνατότητα ενίσχυσης των εσόδων τους. Όταν αυξάνονται οι τιμές, η μόνη άμεση επιλογή που τους απομένει είναι ο περιορισμός της κατανάλωσης.
Η προσαρμογή αυτή μπορεί να είναι ποσοτική, με την αγορά μικρότερων ποσοτήτων προϊόντων ή τον περιορισμό ορισμένων υπηρεσιών. Μπορεί όμως να είναι και ποιοτική, με την επιλογή φθηνότερων προϊόντων από εκείνα που συνήθιζε να αγοράζει το νοικοκυριό.
Έτσι, η αύξηση του οικογενειακού λογαριασμού δεν αποτυπώνεται μόνο στα περισσότερα χρήματα που απαιτούνται κάθε μήνα. Αποτυπώνεται και στις αλλαγές που αναγκάζονται να κάνουν οι καταναλωτές στις αγορές, στις συνήθειες και τελικά στο επίπεδο της καθημερινής τους διαβίωσης.
Το σταθερό καλάθι δείχνει την πραγματική μεταβολή
Οικονομικά ορθή θεωρείται η σύγκριση ενός σταθερού καλαθιού, το οποίο περιλαμβάνει τις ίδιες ποσότητες ηλεκτρισμού, καυσίμων και τροφίμων, μεταξύ Ιουλίου 2025 και Ιουλίου 2026. Όπως εξηγεί στη «Σ» ο οικονομολόγος Γιάννης Τελώνης, για τις συγκεκριμένες κατηγορίες δαπανών τηρούνται στατιστικά στοιχεία, γεγονός που επιτρέπει την αξιόπιστη αποτύπωση της ετήσιας μεταβολής του κόστους.
Απαραίτητη προϋπόθεση, ωστόσο, είναι να μην έχει μεσολαβήσει κάποια έκτακτη εξωτερική επίδραση, η οποία να έχει αλλάξει ουσιαστικά τη συμπεριφορά των καταναλωτών. Σε μια τέτοια περίπτωση, η απλή σύγκριση των τιμών ενδέχεται να μην αποτυπώνει πλήρως την πραγματική εικόνα.
Ως παράδειγμα, ο κ. Τελώνης αναφέρει το ενδεχόμενο να παρουσιαστεί αδυναμία εισαγωγής μιας συγκεκριμένης κατηγορίας καυσίμου, όπως το πετρέλαιο θέρμανσης. Ο καταναλωτής θα μπορούσε τότε να στραφεί σε μια ακριβότερη εναλλακτική επιλογή, όπως το πετρέλαιο κίνησης, με αποτέλεσμα η πληθωριστική επίδραση να εμφανίζεται εντονότερη.
Για τον λόγο αυτό, όπου παρατηρούνται μη αναμενόμενες αυξήσεις, θα πρέπει να διερευνάται η αιτία τους. Το ζητούμενο είναι να διαπιστωθεί κατά πόσον πρόκειται για μια προσωρινή μεταβολή στη συμπεριφορά των νοικοκυριών ή για μια μόνιμη αλλαγή, η οποία μπορεί να επηρεάζει και τον δομικό πληθωρισμό.
Διαφορετική πίεση για κάθε οικογένεια
Το ποια από τις τρεις κατηγορίες -ηλεκτρισμός, καύσιμα ή τρόφιμα- επιβαρύνει περισσότερο τον οικογενειακό προϋπολογισμό δεν μπορεί να απαντηθεί με τον ίδιο τρόπο για όλα τα νοικοκυριά. Καθοριστικό ρόλο διαδραματίζουν τόσο η εισοδηματική κατάσταση όσο και η σύνθεση της οικογένειας.
Στην περίπτωση μιας οικογένειας μεσαίου εισοδήματος, με παιδιά σχολικής ηλικίας, ο ηλεκτρισμός και τα καύσιμα είναι πιθανό να καταλαμβάνουν την πρώτη θέση ως προς την επιβάρυνση. Οι καθημερινές μετακινήσεις, οι ανάγκες των παιδιών και η αυξημένη κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας κατά τους θερινούς μήνες περιορίζουν σημαντικά τα περιθώρια του οικογενειακού προϋπολογισμού.
Η εικόνα διαφοροποιείται στα νοικοκυριά χαμηλότερου εισοδήματος. Σε αυτές τις περιπτώσεις, τα τρόφιμα και ο ηλεκτρισμός αποκτούν μεγαλύτερο βάρος, καθώς πρόκειται για βασικές δαπάνες που δεν μπορούν εύκολα να περιοριστούν ή να αναβληθούν.
Ενδεικτικά, σύμφωνα με τον κ. Τελώνη, τα χαμηλότερα οικονομικά στρώματα διαθέτουν πέραν του 70% του μηνιαίου εισοδήματός τους για την κάλυψη αναγκών που σχετίζονται με τη στέγαση, τη θέρμανση, τη μετακίνηση και τη διατροφή. Αυτό σημαίνει ότι ακόμη και μια σχετικά περιορισμένη αύξηση στις τιμές μπορεί να προκαλέσει δυσανάλογα μεγάλη πίεση.
Άλλο ο πληθωρισμός και άλλο η αίσθηση της ακρίβειας
Ιδιαίτερη σημασία έχει και η διάκριση μεταξύ του επίσημου πληθωρισμού και της ακρίβειας που αισθάνεται καθημερινά ο καταναλωτής. Όπως επισημαίνει ο οικονομολόγος, ο στατιστικός πληθωρισμός υπολογίζεται στη βάση ενός προκαθορισμένου συνόλου αγαθών και υπηρεσιών, με σκοπό να αποτυπωθεί η γενικότερη κίνηση των τιμών στην οικονομία.
Η προσωπική εμπειρία ενός νοικοκυριού, όμως, διαμορφώνεται κυρίως μέσα από τις συχνές αγορές. Τα τρόφιμα, τα καύσιμα, ο ηλεκτρισμός και οι δαπάνες αναψυχής είναι έξοδα με τα οποία ο καταναλωτής έρχεται συστηματικά αντιμέτωπος.
Σε κάθε επίσκεψη στην υπεραγορά ή στο πρατήριο καυσίμων, ο πολίτης συγκρίνει τη σημερινή τιμή με εκείνην που θυμάται ότι πλήρωνε προηγουμένως. Μέσα από αυτήν τη συνεχή επαφή με τις τιμές δημιουργείται το αίσθημα ότι το κόστος ζωής έχει αυξηθεί περισσότερο απ’ όσο ενδεχομένως δείχνει ο γενικός δείκτης πληθωρισμού.
Αντίθετα, στις αγορές χαμηλότερης συχνότητας, όπως είναι η αγορά ενός ψυγείου ή μιας άλλης ηλεκτρικής συσκευής, ο καταναλωτής δεν έχει πάντοτε σαφή εικόνα της προηγούμενης τιμής. Αυτή η διαφορά στη συχνότητα των συναλλαγών εξηγεί, σε σημαντικό βαθμό, γιατί η επίσημη μέτρηση του πληθωρισμού δεν ταυτίζεται πάντοτε με την καθημερινή αίσθηση της ακρίβειας.
Η ίδια αύξηση δεν έχει τον ίδιο αντίκτυπο
Η πρακτική σημασία μιας αύξησης στον μηνιαίο λογαριασμό εξαρτάται άμεσα από την οικονομική δυνατότητα του κάθε νοικοκυριού. Ένα πρόσθετο ποσό για ηλεκτρισμό, τρόφιμα και καύσιμα δεν επηρεάζει με τον ίδιο τρόπο μια οικογένεια υψηλού εισοδήματος και μια οικογένεια που δυσκολεύεται ήδη να καλύψει τις βασικές της ανάγκες.
Για ένα νοικοκυριό υψηλής εισοδηματικής στάθμης, η αύξηση μπορεί να απορροφηθεί χωρίς ουσιαστική αλλαγή στην καθημερινότητά του. Η επίδρασή της στον συνολικό οικογενειακό προϋπολογισμό παραμένει σχετικά περιορισμένη.
Στη μεσαία εισοδηματική τάξη, αντίθετα, η πρόσθετη επιβάρυνση μπορεί να οδηγήσει σε περικοπές άλλων εξόδων. Μια οικογένεια ενδέχεται να περιορίσει τις αγορές ενδυμάτων, τις εξόδους για ψυχαγωγία ή ακόμη και το ποσό που θα διαθέσει για τις διακοπές της, προκειμένου να καλύψει τις αυξημένες βασικές υποχρεώσεις.
Πολύ σοβαρότερες είναι οι συνέπειες για τα χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα. Εκεί, ακόμη και μια μικρή αύξηση μπορεί να γίνει ιδιαίτερα αισθητή και να επηρεάσει όχι τις προαιρετικές δαπάνες, αλλά το ίδιο το βασικό επίπεδο διαβίωσης του νοικοκυριού.
Η πραγματική βαρύτητα του καλοκαιρινού λογαριασμού, συνεπώς, δεν κρίνεται μόνο από το ύψος της αύξησης σε ευρώ. Κρίνεται κυρίως από το ποιο μέρος του διαθέσιμου εισοδήματος απορροφά και από το κατά πόσον αφήνει στην οικογένεια περιθώριο να καλύψει τις υπόλοιπες ανάγκες της.