Γράμμα στη μητέρα μου Αμμόχωστο

Αγαπημένη μου γενέτειρα, μάνα γη της Αμμοχώστου μας,

Σήμερα δεν θα σου γράψω ακόμα ένα άρθρο για να σου απαριθμήσω πόσες φορές σε προδώσαμε και σε απαρνηθήκαμε από το τραγικό εκείνο απόγευμα της 15ης του Αυγούστου του 1974.

Σήμερα θα σου ζητήσω μία μεγάλη συγγνώμη, γιατί δεν έφτυσα κατάμουτρα ή δεν σκότωσα με τα ίδια μου τα χέρια τον Αντισυνταγματάρχη/επικεφαλής διοικητή του 201 Τ.Π. όταν μας διέταξε να σε εγκαταλείψουμε -αναδίπλωση μάς το χαρακτήρισε τότε- ενώ το Τάγμα μας ήταν πλήρως εξοπλισμένο, συγκροτημένο και ετοιμοπόλεμο.

Σήμερα θα σου γράψω ένα γράμμα και θα το αφήσω να το παρασύρει ο άνεμος εκεί στα δαντελένια ακρογιάλια σου, στις χρυσές αμμουδιές σου και να το κάνει να ταξιδέψει πάνω από το ερημωμένο πατρικό μου σπίτι στην οδό Παπαδιαμάντη 2, στο Δημοτικό Σχολείο Σταυρού των παιδικών μου χρόνων, στα στενά δρομάκια της εφηβείας μου, στο συλημένο και βιασμένο «Ελληνικόν Γυμνάσιον Αμμοχώστου» με τις πελώριες σημαίες τού κατακτητή στα ελληνικά του κιονόκρανα.

Το γράμμα μου θα περάσει από τους αξέχαστους δρόμους και τα ζωντανά στέκια των νεανικών μου χρόνων που διάνοιξαν οι κατακτητές της και τα έκαναν τουριστική ατραξιόν για ξένους και ντόπιους.

Θα σταματήσει για λίγο στο ερημωμένο -καθώς υπολογίζω- κοιμητήριο του Σταυρού για να αφήσει τα χαιρετίσματα και τα μηνύματα της αγάπης και της στοργής μου στους δυο γονιούς μου, τη μάνα και τον πατέρα, που είναι θαμμένοι εκεί το 1970 και το 1958. Θα τους ψιθυρίσει πόσο πολύ τους αγαπώ, τους θυμάμαι και τους νοσταλγώ και πόσο πολύ πικραμένος νιώθω που δεν μπορώ ούτε ένα κερί να ανάψω στον τάφο τους με τα λουλούδια της αγάπης και της εκτίμησής μου.

Σήμερα, αγαπημένη μου μητέρα Αμμόχωστος, θα σου ζητήσω μια μεγάλη συγχώρεση γι’ αυτούς που έμειναν απαθείς, αμέτοχοι και άπραγοι όταν οι κατακτητές σού πατούσαν τις χρυσές αμμουδιές σου και τελούσαν τα εγκαίνια τουριστικών εγκαταστάσεων, δίπλα από τα βομβαρδισμένα και ερειπωμένα ξενοδοχεία σου.

Θα ζητήσω τη μεγαλοψυχία σου γι’ αυτούς που δεν ανταποκρίθηκαν στο κάλεσμά μου στις 3 Αυγούστου 2021 για μια ειρηνική καθιστική εκδήλωση στο οδόφραγμα της Δερύνειας, όταν οι κατακτητές σου βίαζαν μπροστά στα μάτια μας το Γυμνάσιό μας, το Λύκειο Ελληνίδων μας, το κατακρεουργημένο σώμα σου.

Πεντηκοστή δεύτερη επέτειο του τραγικού χαμού σου όλοι σού οφείλουμε μια τεράστια απολογία: Οι πολίτες και οι πολιτευτές.

Οι πολίτες που σε επισκέπτονται, όπως σε διακοπές, για να απολαύσουν γεύματα και δείπνα στα εστιατόριά σου, να ψωνίσουν από τα καταστήματά σου και να κολυμπήσουν στα καταγάλανα νερά σου, τάχατες για να δείξουν ότι τα… διεκδικούν!

Και ιδιαίτερα οι πολιτευτές.

Αυτοί που πήραν όλα εκείνα τα Ψηφίσματα και τις αποφάσεις των Διεθνών Οργανισμών και των Διεθνών Φορέων που ζητούσαν την επιστροφή σου στους μονίμους κατοίκους σου και τα άφησαν να παραμείνουν γράμμα κενόν, αφού η τουρκική αδιαλλαξία και η στρατηγική εκμεταλλεύτηκαν με μαεστρία τη δική τους ολιγωρία.

Αυτοί που -ηθελημένα ή άθελα- παρερμήνευσαν τις πρόνοιές τους, συρρίκνωσαν το περιεχόμενό τους, κουρέλιασαν τη δύναμή τους και τα μετάτρεψαν σε ένα απλό σημειωματάριο τσέπης.

Χρειάστηκα αγώνες μηνών για να τους πείσω πως τα Ψηφίσματα 550/1984 και 789/1992 δεν εννοούσαν μόνο τη στενή λωρίδα γης μερικών χιλιομέτρων, αλλά όλη την πόλη των Βαρωσίων και τελικά το πέτυχα με απάντηση του Υπουργού Εξωτερικών Ιωάννη Κασουλίδη στις 11 Μαρτίου 2014, που γνωμάτευσε με σαφήνεια πως «…τα Ψηφίσματα δεν αφορούσαν μόνο την περιφραγμένη περιοχή που είναι ένα μικρό μέρος των Βαρωσίων».

Αυτοί οι εκλελεγμένοι δημοτικοί σου εκπρόσωποι, που κάλεσαν τον χρήστη του Δημοτικού σου Μεγάρου και τον εκπρόσωπο της κατεχόμενης πόλης σου να… απευθύνει χαιρετισμό στην αντικατοχική σου εκδήλωση τον πένθιμο Αύγουστο του 2023.

Αυτοί, που από προτεραιότητα και διεθνή συμμόρφωση σε μετέτρεψαν σε ένα «μέτρο οικοδόμησης εμπιστοσύνης» και που τελικά έθεσαν και αυτό στο περιθώριο και στο χρονοντούλαπο της Ιστορίας.

Αυτοί που σε μετέτρεψαν σαν υστερόγραφο σε ξεχασμένο γράμμα.

Σήμερα, αγαπημένη μου μητέρα Αμμόχωστος, θα σου πω ξανά πόσο πολύ μου λείπεις και πόσο με πικραίνει ο χωρισμός μας.

Σήμερα, μάνα μου Αμμόχωστος, θα σου εκμυστηρευτώ τον τελευταίο μου ενδόμυχο φόβο: Πως πέρασαν 52 ολόκληρα χρόνια μακριά σου, 52 ολόκληρα χρόνια πάνω στη ζωή μου και ίσως δεν θα προλάβω να σε δω ελεύθερη και ευτυχισμένη.

Ωστόσο θα σε θυμάμαι πάντα, μάνα μου Αμμόχωστος, και θα πάρω μαζί μου σε έναν άλλο κόσμο την αγάπη, τη θύμηση και τη νοσταλγία σου.

Να ’σαι καλά, μητέρα γη της γέννησης και της νιότης μου.

* Οδός Μαραθώνος 35, Αμμόχωστος