Πολλοί σωτήρες για τον Προεδρικό θώκο
Στην πολιτική, όπως και στη ζωή, όταν κάποιοι αντιλαμβάνονται ότι οι συνθήκες διαμορφώνονται ευνοϊκά, σπεύδουν να εμφανιστούν ως η λύση στα προβλήματα του τόπου. Ενόψει των προεδρικών εκλογών του 2028, η συζήτηση για υποψηφιότητες έχει ήδη αρχίσει, παρότι απομένει σημαντικό χρονικό διάστημα. Και μαζί της εμφανίζονται και οι αυτόκλητοι «σωτήρες», εκείνοι που παρουσιάζονται ως η αναγκαία εναλλακτική σε ένα πολιτικό σκηνικό που πράγματι αντιμετωπίζει σοβαρές προκλήσεις.
Μια από τις περιπτώσεις που προκαλούν εύλογα ερωτήματα είναι εκείνη του Ανδρέα Μαυρογιάννη. Ενός ανθρώπου που υπηρέτησε επί σειρά ετών την Κυπριακή Δημοκρατία από σημαντικές θέσεις και ο οποίος ανέλαβε, επί προεδρίας Νίκου Αναστασιάδη, τη θέση του διαπραγματευτή για το Κυπριακό. Η ιδιότητα αυτή δεν ήταν διακοσμητική. Προϋπέθετε συμμετοχή στη διαμόρφωση, υπεράσπιση και προώθηση της διαπραγματευτικής γραμμής της πλευράς μας.
Γι’ αυτό ακριβώς η σημερινή δημόσια τοποθέτηση του κ. Μαυρογιάννη δικαιολογεί αυστηρά πολιτικά ερωτήματα. Ιδιαίτερα όταν οι θέσεις που προβάλλει σήμερα εμφανίζονται σε αρκετά σημεία διαφορετικές από εκείνες που συνδέθηκαν με τη διαπραγματευτική πορεία που ακολούθησε η Κυπριακή Δημοκρατία μέχρι το Κραν Μοντανά.
Στο Κραν Μοντανά ο κ. Μαυρογιάννης δεν ήταν εξωτερικός παρατηρητής. Ήταν ο άνθρωπος που συμμετείχε από την πρώτη γραμμή στις συνομιλίες και γνώριζε εκ των έσω τα δεδομένα, τις δυσκολίες, τις συγκλίσεις και τις διαφωνίες. Γνώριζε, επομένως, πολύ καλύτερα από τους περισσότερους τι είχε κατατεθεί στο τραπέζι και ποια ήταν τα περιθώρια που υπήρχαν.
Σήμερα, όταν ασκεί κριτική στην πολιτική Αναστασιάδη, οφείλει να απαντήσει καθαρά: Πού ακριβώς διαφοροποιείται από τη γραμμή που ο ίδιος υπηρετούσε ως διαπραγματευτής; Ποιες συγκεκριμένες θέσεις θεωρεί σήμερα λανθασμένες; Και, κυρίως, ποια είναι η εναλλακτική πρόταση που εισηγείται;
Δεν αρκούν οι γενικόλογες αναφορές, ούτε η διπλωματική διατύπωση. Το Κυπριακό δεν είναι επικοινωνιακή άσκηση. Είναι ζήτημα στρατηγικής, ασφάλειας και επιβίωσης της Κυπριακής Δημοκρατίας. Ο πολίτης δικαιούται να γνωρίζει τι ακριβώς προτείνει ο καθένας και όχι να καλείται να αξιολογήσει πρόσωπα στη βάση αόριστων διακηρύξεων.
Το ζήτημα γίνεται ακόμη πιο ενδιαφέρον πολιτικά όταν οι σημερινές τοποθετήσεις του κ. Μαυρογιάννη συγκλίνουν σε αρκετά σημεία με θέσεις που διαχρονικά υποστηρίζει το ΑΚΕΛ, κόμμα με το οποίο είχε συμπράξει στην προεδρική εκλογική αναμέτρηση του 2023 και με το οποίο, σύμφωνα με όσα συζητούνται δημόσια, ενδέχεται να αναζητήσει εκ νέου κοινό βηματισμό.
Εδώ προκύπτει η ουσία της πολιτικής συνέπειας. Αν σήμερα ο κ. Μαυρογιάννης θεωρεί ότι η προηγούμενη πολιτική ήταν λανθασμένη και ότι πρέπει να ακολουθηθεί διαφορετική πορεία, έχει κάθε δικαίωμα να το υποστηρίξει. Έχει όμως και την υποχρέωση να εξηγήσει πότε και γιατί άλλαξε άποψη. Δεν είναι πειστικό να παρουσιάζεται μια διαφορετική πολιτική ως αυτονόητη, χωρίς προηγουμένως να εξηγείται η προσωπική συμμετοχή στην προηγούμενη.
Η πολιτική διαδρομή του καθενός αποτελεί μέρος της δημόσιας αξιολόγησής του. Και για έναν ενδεχόμενο υποψήφιο για την Προεδρία, η συνέπεια λόγων και πράξεων δεν είναι λεπτομέρεια. Είναι προϋπόθεση αξιοπιστίας.
Αν ο κ. Μαυρογιάννης θεωρεί σήμερα ότι οι θέσεις που υποστήριζε ή υπηρετούσε στο Κραν Μοντανά δεν αποτελούν πλέον τη σωστή βάση για το Κυπριακό, ας το πει ευθέως. Αν πιστεύει ότι η σημερινή προσέγγιση του ΑΚΕΛ είναι η ορθή, ας εξηγήσει με σαφήνεια γιατί. Και αν υπάρχει συγκεκριμένο σχέδιο για την επανέναρξη και την προοπτική των συνομιλιών, ας το καταθέσει δημόσια.
Οι προεδρικές εκλογές δεν πρέπει να μετατραπούν σε διαγωνισμό προσωπικών φιλοδοξιών ούτε σε αναζήτηση του εκάστοτε «σωτήρα». Ούτε η Κύπρος χρειάζεται πολιτικές μεταμορφώσεις ανάλογα με τις προεκλογικές ανάγκες. Χρειάζεται πρόσωπα που να μπορούν να εξηγήσουν με καθαρότητα τι υποστήριξαν, τι πιστεύουν σήμερα και τι προτείνουν για αύριο.
Ο κ. Μαυρογιάννης έχει κάθε δικαίωμα να διεκδικήσει την Προεδρία. Έχει όμως και την υποχρέωση να κριθεί για ολόκληρη την πολιτική του διαδρομή. Και ειδικά για το Κραν Μοντανά, όπου δεν ήταν απλώς παρών, αλλά είχε θεσμικό και ουσιαστικό ρόλο. Εκεί βρίσκεται το μέτρο της πολιτικής του συνέπειας. Και εκεί οφείλει να δώσει τις πιο καθαρές απαντήσεις.