Μαύρη επέτειος της εισβολής
20 Ιουλίου 1974: Ο τουρκικός Αττίλας πλήττει την Κύπρο
Μέρος Δ΄
Ανίκανη και η ηγεσία του ΓΕΕΦ
Πολύ κατώτερη των περιστάσεων αναδείχθηκε και η ηγεσία του ΓΕΕΦ. Διότι δεν εκμεταλλεύτηκε τη νύχτα και δεν διέταξε αντεπίθεση. Σύμφωνα με στρατιωτικούς αναλυτές, αν γινόταν η νυχτερινή αντεπίθεση, η κατάσταση θα άλλαζε άρδην και θα μετέτρεπε σε τραγωδία το εγχείρημα των Τούρκων. Η τουρκική αεροπορία και τα πυροβόλα του αποβατικού στόλου δεν μπορούσαν να πλήξουν στόχους. Οι λίγοι εισβολείς που είχαν αποβιβαστεί θ’ αποδεκατίζονταν, ενώ οι άλλοι, που ετοιμάζονταν ν’ αποβιβαστούν την αυγή, είναι αμφίβολο αν θα το κατόρθωναν, με πεσμένο το ηθικό τους.
Όπως καταθέτουν οι αξιωματικοί που είχαν αναλάβει την αντεπίθεση, αντισυνταγματάρχες τότε και μετέπειτα στρατηγοί, Μπούφας και Μπίκος, δεν ήταν μόνο η εγκληματική καθυστέρηση που παρατηρήθηκε στην έγκαιρη παρουσία πυροβολικού και ενεργών ταγμάτων στον τόπο της απόβασης. Ήταν και η πολύ καθυστερημένη ανάθεση της απόκρουσης των εισβολέων σε επιστρατευτικά τάγματα, δηλαδή εφέδρων, που δεν είχαν τον κατάλληλο για την αποστολή τους οπλισμό. Και το χειρότερο για την Κύπρο, τα δυο υποβρύχια, που έπλεαν ανοιχτά της Κερύνειας με αποστολή να πλήξουν τον αποβατικό στόλο, διατάχθηκαν από τον Αραπάκη να επιστρέψουν στη Ρόδο.
Έτσι άρχισε η αντίστροφη μέτρηση της κατάληψης της Κερύνειας, με την επέλαση της πρώτης φάλαγγας των αρμάτων και των τεθωρακισμένων του Αττίλα προς την πόλη του Κηφέα, ακολουθούμενων από πεζικό. Αντιμετωπίζοντας υποτυπώδη, αλλά ηρωική αντίσταση από τις ελάχιστες και σχεδόν άοπλες δυνάμεις Πεζικού και Καταδρομέων της Εθνικής Φρουράς, οι Τούρκοι προωθήθηκαν ανατολικά προς τον Άγιο Γεώργιο, όπου διεξήχθη ηρωική μάχη των λίγων εναντίον των πολλών και κατέλαβαν την Κερύνεια. Συνεχίζοντας την προέλασή τους με νοτιοδυτική κατεύθυνση, μέσω Μπογαζίου, ενώθηκαν με τον θύλακα Αγύρτας- Κιόνελι, που ήταν ήδη ενισχυμένος, εκτός από την ΤΟΥΡΔΥΚ, και με αλεξιπτωτιστές, που είχαν ριχθεί την προηγούμενη μέρα και εξακολουθούσαν να πέφτουν.
Στις 22 Ιουλίου ολοκληρώθηκε η μεταφορά δυνάμεων και πολεμικού υλικού από τη Μερσίνα και, γύρω στις έντεκα η ώρα, με αεροπορική και ναυτική κάλυψη, ενισχυμένοι με πεζικό και άρματα, οι εισβολείς ξεκίνησαν την προέλαση - επίθεση εναντίον της Κερύνειας. Σκληρή αλλά άνιση μάχη διεξήχθη στα πρόθυρα της πόλης, στην περιοχή Αγίου Γεωργίου, όπου ο εχθρός συνάντησε ελάχιστες δυνάμεις Καταδρομών και Πεζικού, που, παρά τη σθεναρή αντίστασή τους, στάθηκε αδύνατο να τον αντικόψουν, όχι μόνο λόγω έλλειψης αντιαρματικής κάλυψης, αλλά και της υπεροχής του εχθρού σε άντρες και υλικό. Το απόγευμα είχε καταληφθεί η πόλη της Κερύνειας και διευρύνθηκε το τουρκικό προγεφύρωμα.
Στη νότια πλευρά του Πενταδακτύλου η ΕΛΔΥΚ, σε μια θυελλώδη προέλασή της στην περιοχή Κιόνελι, άρχισε να καταλαμβάνει τη μια μετά την άλλη τις μόνιμες αμυντικές θέσεις της ΤΟΥΡΔΥΚ. Προτού όμως ολοκληρώσει την προέλασή της, πήρε διαταγή να επιστρέψει στο στρατόπεδό της. Στον Πενταδάκτυλο, όπως προαναφέραμε, το 231 Τάγμα Πεζικού απέκρουε στην Αετοφωλιά τη μια μετά την άλλη τις επιθέσεις Τούρκων αλεξιπτωτιστών, που επιχειρούσαν να βγουν στην κορυφογραμμή του βουνού και να καταλάβουν τη στρατηγική θέση της Διάβασης Αγίου Παύλου. Ταυτόχρονα, άλλες δυνάμεις του Τάγματος επιχειρούσαν και κατελάμβαναν τα μόνιμα τουρκικά οχυρά στο Καλαμπάκι, το Πυλέρι και τη Φώττα, ενώ παράλληλα ο δεύτερος λόχος απέκρουε τη μια μετά την άλλη τις επιθέσεις των Τούρκων αλεξιπτωτιστών στα υψώματα Άσπροι του Αγίου Βασιλείου. Ο Τούρκος στρατηγός Σαμπρί Εμβρέν είπε, για τη δράση του 231 Τάγματος Πεζικού, σε τηλεοπτική συζήτηση σε τουρκικό κανάλι, για την εισβολή: «Την πρώτη νύχτα της εισβολής υπήρχε φοβερή αντίσταση από ελληνικής πλευράς στο όρος Πενταδάκτυλος. Η αντίσταση αυτή πραγματικά έθεσε σε κίνδυνο, η όλη επιχείρηση να εξελιχθεί σε μεγάλο φιάσκο».
Δυστυχώς, οι μεμονωμένες επιτυχείς αντιδράσεις μονάδων της Εθνικής Φρουράς δεν ήταν αρκετές για ν’ ανακοπεί η προέλαση του Αττίλα. Υστερούσαμε τόσο σε έμψυχο, όσο και σε πολεμικό υλικό. Ο εχθρός ήταν πολυπληθέστερος και εφοδιασμένος με όλα τα σύγχρονα πολεμικά μέσα, ενώ καμιά βοήθεια δεν στάλθηκε από την Ελλάδα για την αντιμετώπισή του. Η ηγεσία της Χούντας παρέπαιε. Δεν ήταν σε θέση να διαχειριστεί την κρίση που η ίδια δημιούργησε και ορθωνόταν αμείλικτη μπροστά της απειλώντας όχι μόνο την Κύπρο, αλλά και τον Ελληνισμό γενικότερα.
Αργά το βράδυ της 20ής Ιουλίου το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ ενέκρινε ομόφωνα ψήφισμα, με το οποίο ζητούσε την άμεση κατάπαυση του πυρός και την απομάκρυνση όλων των ξένων στρατευμάτων από την Κύπρο, όπου βρίσκονταν παρά τα διεθνή σύμφωνα. «Ξένα στρατεύματα» και «διεθνή σύμφωνα», το ψήφισμα εννοούσε τις συμφωνίες της Ζυρίχης και τους Ελλαδίτες αξιωματικούς και άντρες που διοικούσαν και στελέχωναν την Εθνική Φρουρά.
Αργά το βράδυ της ίδιας μέρας έγινε προσύσκεψη στο γραφείο του Αρχηγού Ενόπλων Δυνάμεων, στρατηγού Μπονάνου, όπου στις 7.30 π.μ., χωρίς προειδοποίηση ή αναγγελία, μπήκαν οι Αμερικανοί Υφυπουργοί Σίσκο Εξωτερικών και Έλσγουορθ Εθνικής Άμυνας, ο πρέσβης στην Αθήνα, Τάσκα και ο Μάντερ, στρατιωτικός ακόλουθος. Εκεί ο Σίσκο συνέστησε «σύνεση και αυτοσυγκράτηση, για ν’ αποφευχθεί o πόλεμος». Τότε ο ταξίαρχος Ιωαννίδης φώναξε οργισμένος: «Μας εξαπατήσατε», και κινούμενος προς την έξοδο είπε: «Εμείς θα κηρύξουμε πόλεμο». Ο Αραπάκης, που ήταν προσυνεννοημένος με του Αμερικανούς, ισχυρίζεται ότι ο Ιωαννίδης έστειλε κάποια καθησυχαστικά μηνύματα στον στρατηγό Μπονάνο.
Στο Πολεμικό Συμβούλιο, όπου είχε καταργηθεί κάθε έννοια ιεραρχίας, συμμετείχε και μεγάλος αριθμός αξιωματικών, που δεν δικαιούνταν συμμετοχή. Ακούστηκαν, κατά τον στρατηγό Κατσαδήμα, συνθήματα για πόλεμο, Ένωση και άλλα, ενώ ο Ιωαννίδης είπε: «Να αναγγείλουμε ότι θα κάνουμε την Ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα, αλλά δεν θα την κάνουμε. Θα το πούμε για να εκφοβίσουμε τους Τούρκους, για να τους δείξουμε την αποφασιστικότητά μας. Ας διακόψουμε τώρα. Πηγαίνετε, εμείς κάνουμε επιστράτευση, μπήκαμε στον πόλεμο, τώρα ό,τι βγάλει ο τόπος».
*Την επόμενη Κυριακή: Η περιπέτεια του «Ρέθυμνος»