Αναλύσεις

Συνταξιοδοτική μεταρρύθμιση: Ποιοι κερδίζουν – Οι αυξήσεις, το κόστος και τι αλλάζει με το «πέναλτι»

Περίπου 50.000 συνταξιούχοι αναμένεται να λάβουν αύξηση άνω των €100 τον μήνα και άλλοι 60.000 μικρότερη των €100 σε βάθος πενταετίας – Στα €50 εκατ. ετησίως υπολογίζεται η επιβάρυνση των δημόσιων οικονομικών κατά τα πρώτα πέντε χρόνια

Αυξήσεις για το σύνολο των 123.000 υφιστάμενων συνταξιούχων γήρατος, μεγαλύτερη ενίσχυση των χαμηλότερων συντάξεων και μείωση της αναλογιστικής αναπροσαρμογής για όσους επιλέγουν να συνταξιοδοτηθούν στο 63ο έτος περιλαμβάνει η πρόταση του Υπουργείου Εργασίας για τη συνταξιοδοτική μεταρρύθμιση.

Το προτεινόμενο πλαίσιο παρουσιάστηκε χθες, Τετάρτη, στο Εργατικό Συμβουλευτικό Σώμα από τον Υπουργό Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, Μαρίνο Μουσιούττα. Στόχος της Κυβέρνησης παραμένει η εφαρμογή της μεταρρύθμισης από την 1η Ιανουαρίου 2027, ώστε οι συνταξιούχοι να δουν την πρώτη διαφοροποίηση στα εμβάσματά τους από την 1η Φεβρουαρίου.

Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσίασε ο Υπουργός, περίπου 50.000 συνταξιούχοι θα έχουν αύξηση μεγαλύτερη των €100 τον μήνα, ενώ γύρω στις 60.000 θα λάβουν αύξηση κάτω των €100 τον μήνα σε βάθος πενταετίας. Μελλοντικοί συνταξιούχοι με χαμηλές αποδοχές ενδέχεται, παράλληλα, να δουν τις συντάξεις τους να αυξάνονται από 5% έως και 60% σε σύγκριση με το υφιστάμενο σύστημα.

Η πρόταση προβλέπει ακόμη μείωση του αποκαλούμενου «πέναλτι» του 12% για πρόωρη αφυπηρέτηση. Το Υπουργείο δεν τάσσεται υπέρ της πλήρους κατάργησής του, αλλά εισηγείται τη μείωση της αναλογιστικής αναπροσαρμογής από το 12% στο 7,5% στο βασικό μέρος της σύνταξης.

Η μεταρρύθμιση συνοδεύεται, ωστόσο, από σημαντικό δημοσιονομικό κόστος. Όπως ανέφερε ο Κεντρικός Αναλογιστής της Κύπρου, Κώστας Σταυράκης, κατά τα πρώτα πέντε χρόνια αναμένεται επιβάρυνση των δημόσιων οικονομικών της τάξης των €50 εκατ. ετησίως. Παράλληλα, προβλέπεται ο τερματισμός του δανεισμού του κράτους από τα μελλοντικά πλεονάσματα του Ταμείου Κοινωνικών Ασφαλίσεων.

Περισσότερα για τις χαμηλές συντάξεις

Η βασική κοινωνική κατεύθυνση της μεταρρύθμισης, σύμφωνα με τον Μαρίνο Μουσιούττα, είναι η μεγαλύτερη ενίσχυση να κατευθύνεται προς τις χαμηλότερες συντάξεις, ιδιαίτερα σε μια περίοδο κατά την οποία το κόστος ζωής πιέζει τους ηλικιωμένους και τα νοικοκυριά με χαμηλότερα εισοδήματα.

Το νέο πλαίσιο αφορά τόσο τους σημερινούς όσο και τους μελλοντικούς συνταξιούχους. Οι πυλώνες 0 και 1 καλύπτουν ζητήματα που συνδέονται με τους υφιστάμενους συνταξιούχους και τους χαμηλοσυνταξιούχους, ενώ ο δεύτερος πυλώνας αφορά τα Ταμεία Προνοίας και τη συνταξιοδοτική κάλυψη των μελλοντικών γενεών.

Όπως ανέφερε ο Υπουργός Εργασίας, η προτεινόμενη μεταρρύθμιση δεν αυξάνει ούτε τη συντάξιμη ηλικία ούτε το υφιστάμενο ποσοστό εισφοράς στο Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Τόνισε, παράλληλα, ότι η προσπάθεια δεν περιορίζεται στην αύξηση των παροχών, αλλά αποσκοπεί και στη μακροχρόνια θωράκιση του Ταμείου.

«Αυτή η μεταρρύθμιση έχει τρεις λέξεις-κλειδιά: δικαιοσύνη, επάρκεια και βιωσιμότητα. Δικαιοσύνη γιατί στηρίζει περισσότερο όσους έχουν μεγαλύτερη ανάγκη, επάρκεια γιατί αυξάνει πραγματικά το συνταξιοδοτικό εισόδημα και βιωσιμότητα γιατί προστατεύει το Ταμείο για τις επόμενες γενιές», ανέφερε.

Μείωση και όχι κατάργηση του 12%

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον συγκεντρώνει η πρόταση για την αναλογιστική αναπροσαρμογή που εφαρμόζεται σε όσους επιλέγουν να συνταξιοδοτηθούν στο 63ο αντί στο 65ο έτος της ηλικίας τους.

Η θέση του Υπουργείου Εργασίας είναι ότι το «πέναλτι» δεν μπορεί να καταργηθεί πλήρως. Η πρόταση που τέθηκε στο τραπέζι προβλέπει τη μείωσή του από το 12% στο 7,5%, αποκλειστικά στο βασικό μέρος της σύνταξης.

Ο Μαρίνος Μουσιούττας υπενθύμισε ότι η αναλογιστική αναπροσαρμογή του 12% εφαρμόστηκε το 2012, εν μέσω οικονομικής κρίσης, με στόχο τη διασφάλιση της βιωσιμότητας του Ταμείου Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Εξήγησε ότι οι σημερινές συνθήκες επιτρέπουν τη μείωσή της, όχι όμως και την ολοκληρωτική κατάργησή της.

Όπως είπε, η πλήρης κατάργηση θα ισοδυναμούσε ουσιαστικά με μείωση του ορίου αφυπηρέτησης από τα 65 στα 63 έτη. Ξεκαθάρισε, επομένως, ότι δεν διεξάγεται συζήτηση για αλλαγή του ορίου συνταξιοδότησης, το οποίο παραμένει στα 65.

Η συγκεκριμένη πρόταση εξακολουθεί να αποτελεί σημείο διαφωνίας με το συνδικαλιστικό κίνημα, το οποίο αναμένει περισσότερες διευκρινίσεις κατά τη συνέχιση της συζήτησης.

Κόστος €250 εκατ. στην πρώτη πενταετία

Στα €50 εκατ. ετησίως υπολογίζεται η επιβάρυνση των δημόσιων οικονομικών κατά τα πρώτα πέντε χρόνια εφαρμογής της μεταρρύθμισης, σύμφωνα με τον Κώστα Σταυράκη.

Ο ίδιος ανέφερε ότι μέσα από το νέο σύστημα επιχειρείται εξορθολογισμός των συνταξιοδοτικών παροχών, με τη μακροχρόνια βιωσιμότητα του συστήματος να θεωρείται διασφαλισμένη.

Σημαντική αλλαγή αποτελεί και η δέσμευση ότι το κράτος δεν θα δανείζεται πλέον τα μελλοντικά πλεονάσματα του Ταμείου Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Σύμφωνα με τις αναλογιστικές μελέτες, το Ταμείο αναμένεται να παρουσιάζει πλεονάσματα για τα επόμενα 40 χρόνια, τα οποία θα αξιοποιούνται πλέον για τη δημιουργία πραγματικού αποθεματικού.

Σε σχέση με τα περίπου €12 δισ. που έχει ήδη δανειστεί το κράτος από το Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων, ο κ. Σταυράκης ανέφερε ότι, βάσει ορισμένων σεναρίων, η αποπληρωμή τους υπολογίζεται να ολοκληρωθεί σε 40 χρόνια.

Διευκρίνισε, ωστόσο, ότι το ύψος της αποπληρωμής είναι μικρό σε σύγκριση με τα ποσά που αναμένεται να συσσωρευτούν από τα μελλοντικά πλεονάσματα, για τα οποία υπάρχει δέσμευση ότι δεν θα παρακρατούνται από το κράτος.

Από την πλευρά του, ο Υπουργός Εργασίας σημείωσε ότι, για να επιστρέψει τα χρήματα στο Ταμείο, το κράτος θα πρέπει να καταφύγει σε δανεισμό από τις αγορές και, ως εκ τούτου, να καταβάλει τόκους, οι οποίοι θα συνυπολογιστούν στο συνολικό κόστος για την οικονομία.

Πραγματικό αποθεματικό και νέες επενδύσεις

Η πρόταση προβλέπει τη δημιουργία μηχανισμού διακυβέρνησης για τη διαχείριση των κεφαλαίων που θα κατευθύνονται προς επένδυση. Όπως εξήγησε ο Κώστας Σταυράκης, μέχρι σήμερα το αποθεματικό του Ταμείου υπήρχε ουσιαστικά «στα χαρτιά», καθώς αποτελούσε δάνειο προς το κράτος.

Με το νέο μοντέλο θα δημιουργηθεί πραγματικό αποθεματικό, στο οποίο θα μεταφέρονται το σύνολο των μελλοντικών πλεονασμάτων, καθώς και τα ποσά που θα επιστρέφονται σταδιακά από το κράτος.

Η διακυβέρνηση του αποθεματικού θα πρέπει, σύμφωνα με τον κ. Σταυράκη, να στηρίζεται σε διεθνή πρότυπα, ώστε να διασφαλίζονται η ορθή διαχείριση και καλύτερες αποδόσεις, οι οποίες θα μπορούσαν να επιτρέψουν περαιτέρω βελτιώσεις στις παροχές.

Ο Μαρίνος Μουσιούττας ανέφερε ότι το επενδυτικό μοντέλο δεν θα περιορίζεται σε ομόλογα και μετοχές. Στις επιλογές που θα μπορούν να εξεταστούν περιλαμβάνονται η ακίνητη περιουσία και οι υδρογονάνθρακες, με το τελικό μείγμα επενδύσεων να καθορίζεται από την αρμόδια αρχή και με γνώμονα το μικρότερο δυνατό ρίσκο.

Εισφορές και από εισοδηματίες

Οι πόροι για τη χρηματοδότηση των αυξήσεων θα προκύπτουν, μεταξύ άλλων, μέσα από την επέκταση της υποχρέωσης καταβολής εισφορών. Η φιλοσοφία της πρότασης, όπως εξήγησε ο Κώστας Σταυράκης, είναι ότι όποιος έχει τη δυνατότητα να εισφέρει θα το πράττει, ανεξάρτητα από το κατά πόσο εργάζεται.

Για τον σκοπό αυτό εισάγεται νέα κατηγορία εισφορών από εισοδηματίες. Στην κατηγορία αυτή εντάσσονται, για παράδειγμα, πρόσωπα που δεν εργάζονται αλλά διαθέτουν εισόδημα από ενοίκια.

Με βάση το υφιστάμενο σύστημα, ένα άτομο που δεν καταβάλλει εισφορές μπορεί να καταστεί δικαιούχος κοινωνικής σύνταξης, ανεξάρτητα από το εάν είχε τη δυνατότητα να συνεισφέρει. Η μεταρρύθμιση προβλέπει την ενσωμάτωση της κοινωνικής σύνταξης στο σύστημα, ώστε η παροχή να παραχωρείται στοχευμένα.

Όπως αναφέρθηκε, ένα πρόσωπο με εισόδημα αλλά χωρίς εργασία θα αναμένεται να εισφέρει μέχρι τον βαθμό που θα του εξασφαλίζεται η βασική σύνταξη, η οποία, σύμφωνα με όσα παρουσιάστηκαν, αυξάνεται κατά 50%.

Για όσους βρίσκονται δικαιολογημένα εκτός της αγοράς εργασίας και δεν έχουν τη δυνατότητα καταβολής εισφορών, διευρύνονται οι λόγοι βάσει των οποίων το κράτος θα μπορεί να καταβάλλει στοχευμένες εισφορές για λογαριασμό τους. Με αυτόν τον τρόπο αλλάζει ο ρόλος του κράτους στη χρηματοδότηση του Ταμείου, καθώς η στήριξη θα παρέχεται μέσω επιδοτούμενων εισφορών αντί της συμπλήρωσης των κενών ασφάλισης κατά τη συνταξιοδότηση.

Η επόμενη κρίσιμη συνάντηση

Η χθεσινή συνεδρία αποτέλεσε την αρχή της επίσημης συζήτησης επί του νομοθετήματος που παραδόθηκε στους κοινωνικούς εταίρους. Η συνέχεια έχει προγραμματιστεί για τις 28 Αυγούστου, ημερομηνία κατά την οποία αναμένεται να πραγματοποιηθεί πιο αναλυτική συζήτηση.

Πριν από τη συνεδρία του Εργατικού Συμβουλευτικού Σώματος θα προηγηθεί άτυπη συνάντηση, κατά την οποία θα παρουσιαστεί ο πυλώνας 0. Ο συγκεκριμένος πυλώνας περιλαμβάνεται στον πρώτο πυλώνα και αφορά τους χαμηλοσυνταξιούχους και το επίδομα χαμηλοσυνταξιούχου.

Την 1η Σεπτεμβρίου αναμένεται να συνεχιστεί στην τεχνική επιτροπή η συζήτηση για τον δεύτερο πυλώνα, ο οποίος αφορά τα Ταμεία Προνοίας.

Στόχος του Υπουργείου είναι οι διαβουλεύσεις να προχωρήσουν εντός Σεπτεμβρίου και να εξασφαλιστεί η μεγαλύτερη δυνατή σύγκλιση με τους κοινωνικούς εταίρους, προτού η μεταρρύθμιση οδηγηθεί στο Υπουργικό Συμβούλιο και ακολούθως στη Βουλή.

Επιφυλάξεις από τους κοινωνικούς εταίρους

Οι κοινωνικοί εταίροι αναγνωρίζουν τη σημασία της μεταρρύθμισης, επισημαίνουν όμως ότι απαιτείται χρόνος για τη μελέτη των προτάσεων και τη διαμόρφωση ολοκληρωμένων θέσεων.

Ο Γενικός Γραμματέας του ΚΕΒΕ, Φιλόκυπρος Ρουσουνίδης, χαρακτήρισε πολύ στενά τα χρονικά περιθώρια που έχουν τεθεί. Ανέφερε ότι το ΚΕΒΕ θα επιχειρήσει να συμβάλει εποικοδομητικά, εξετάζοντας τόσο τη βιωσιμότητα του Ταμείου όσο και τις μακροοικονομικές επιπτώσεις της μεταρρύθμισης.

Ο Γενικός Διευθυντής της ΟΕΒ, Μιχάλης Αντωνίου, υπογράμμισε ότι τα θέματα είναι περίπλοκα και επηρεάζουν τις σημερινές και τις επόμενες γενιές εργαζομένων και συνταξιούχων, την ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων, τα δημόσια οικονομικά και το βιοτικό επίπεδο. Κάλεσε τους πολίτες να επιδείξουν υπομονή, σημειώνοντας ότι στόχος είναι να διαμορφωθούν ρυθμίσεις χωρίς χαμένους.

Η Γενική Γραμματέας της ΠΕΟ, Σωτηρούλλα Χαραλάμπους, τόνισε ότι η μεταρρύθμιση πρέπει να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά το υψηλό ποσοστό συνταξιούχων που διαθέτουν εισοδήματα κάτω από το όριο της φτώχειας και να εξασφαλίσει επάρκεια εισοδήματος και για τους μελλοντικούς συνταξιούχους.

Προειδοποίησε, παράλληλα, ότι έχουν δημιουργηθεί προσδοκίες για μεγάλες εφάπαξ αυξήσεις στις συντάξεις, υπογραμμίζοντας ότι η συζήτηση βρίσκεται ακόμη σε εξέλιξη και ότι απαιτείται πλήρης εικόνα πριν από την ενημέρωση του κοινού.

Ο Γενικός Γραμματέας της ΣΕΚ, Ανδρέας Μάτσας, χαρακτήρισε θετική τη βελτίωση των συνταξιοδοτικών ωφελημάτων, ξεκαθαρίζοντας όμως ότι η προτεινόμενη ρύθμιση για το 12% δεν βρίσκει επί του παρόντος σύμφωνο το συνδικαλιστικό κίνημα. Υπέδειξε ακόμη ότι παραμένει ανοικτό το ζήτημα του δεύτερου πυλώνα και των Ταμείων Προνοίας.

Τέλος, ο Πρόεδρος της ΔΟΚ, Στέλιος Χριστοδούλου, ανέφερε ότι πρόκειται για μία μεταρρύθμιση που πραγματοποιείται κάθε 40 με 45 χρόνια και, ως εκ τούτου, όλες οι παράμετροί της θα πρέπει να εξεταστούν σε βάθος. Τόνισε ότι η επάρκεια των συντάξεων δεν εξαρτάται μόνο από το Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων, αλλά και από τα Ταμεία Προνοίας, ενώ χαρακτήρισε ιδιαίτερα σημαντική την επενδυτική πολιτική που θα ακολουθηθεί.