Υγεία

Ο ασθενής πάνω από τη δημόσια αντιπαράθεση

Η πρόσφατη υπόθεση ασθενούς με σοβαρές μετεγχειρητικές επιπλοκές έχει υπερβεί, σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα, τα όρια ενός σύνθετου ιατρικού περιστατικού και έχει εξελιχθεί σε δημόσια αντιπαράθεση μεταξύ των εμπλεκόμενων φορέων. Διαδοχικές δηλώσεις, αντεγκλήσεις και αλληλοδιαψεύσεις έχουν διαμορφώσει μια εικόνα στην οποία η συζήτηση μετατοπίζεται σταδιακά από την ουσία της υπόθεσης προς την υπεράσπιση της θέσης κάθε πλευράς.

Όταν το ενδιαφέρον επικεντρώνεται στο ποιος έχει δίκαιο και ποιος άδικο πριν ακόμη καταγραφεί και αξιολογηθεί πλήρως η αλληλουχία των γεγονότων, υπάρχει ο κίνδυνος να περάσει σε δεύτερο πλάνο εκείνο που θα έπρεπε εξαρχής να αποτελεί τη μοναδική προτεραιότητα: η ασφάλεια, η αξιοπρέπεια και το συμφέρον της ασθενούς.

Δεν προτίθεμαι να τοποθετηθώ επί της ουσίας του συγκεκριμένου περιστατικού πριν ολοκληρωθεί η αναγκαία διερεύνηση. Εάν διαπιστωθούν παραλείψεις, λανθασμένοι χειρισμοί ή αποκλίσεις από τα προβλεπόμενα πρωτόκολλα, αυτά πρέπει να καταγραφούν με σαφήνεια, να αναληφθούν οι ανάλογες ευθύνες και να ληφθούν διορθωτικά μέτρα.

Την ίδια στιγμή, οφείλουμε να είμαστε ιδιαίτερα προσεκτικοί όταν αναφερόμαστε στα δημόσια νοσηλευτήρια. Η κριτική είναι όχι μόνο θεμιτή αλλά και απαραίτητη. Ελλοχεύει, ωστόσο, ο κίνδυνος να καλλιεργηθούν υπόνοιες ως προς την επάρκεια και την αξιοπιστία των δημόσιων νοσηλευτηρίων στο σύνολό τους, προτού αποσαφηνιστούν πλήρως τα πραγματικά δεδομένα.

Η ουσιαστική συνεισφορά των ιδιωτικών νοσηλευτηρίων στην παροχή υπηρεσιών υγείας είναι αδιαμφισβήτητες. Εντούτοις, τα δημόσια νοσηλευτήρια αποτελούν τον βασικό πυλώνα και το δίχτυ ασφαλείας κάθε συστήματος υγείας και, ως τέτοια, οφείλουν να διαφυλάσσονται ως κόρη οφθαλμού. Σε καθημερινή βάση αναλαμβάνουν τα πλέον σοβαρά, σύνθετα και πολυπαραγοντικά περιστατικά, καθώς και τη φροντίδα ασθενών με χρόνια νοσήματα, περιλαμβανομένων όσων παραπέμπονται από τον ιδιωτικό τομέα όταν απαιτείται αυξημένος βαθμός εξειδίκευσης ή η ταυτόχρονη συνδρομή πολλών ιατρικών ειδικοτήτων. Διαθέτουν συσσωρευμένη εμπειρογνωμοσύνη, πολυθεματικές ομάδες, οργανωμένα Τμήματα Ατυχημάτων και Επειγόντων Περιστατικών και υποδομές συνεχούς ετοιμότητας που, εκ των πραγμάτων, δεν είναι εφικτό να διατηρεί κάθε αυτοτελές νοσηλευτήριο.

Ασφαλώς, τα δημόσια νοσηλευτήρια αντιμετωπίζουν προβλήματα και προκλήσεις, η ειλικρινής αναγνώριση των οποίων αποτελεί προϋπόθεση για την ουσιαστική αντιμετώπισή τους. Ορισμένοι τομείς χρειάζονται περαιτέρω ενίσχυση, καλύτερη οργάνωση και ταχύτερες μεταρρυθμίσεις. Μέσα από τη συμμετοχή μου στο Διοικητικό Συμβούλιο του Οργανισμού Κρατικών Υπηρεσιών Υγείας (ΟΚΥπΥ), έχω άμεση εικόνα τόσο των προκλήσεων που παραμένουν όσο και της απτής, πολύ σημαντικής προόδου που έχει συντελεστεί τα τελευταία χρόνια, καθώς και της υψηλής κατάρτισης των επαγγελματιών που στελεχώνουν τα δημόσια νοσηλευτήρια και της καθοριστικής συμβολής τους στην αντιμετώπιση περιστατικών τα οποία συχνά ξεπερνούν τις δυνατότητες άλλων δομών.

Η συγκεκριμένη υπόθεση πρέπει, επομένως, να διερευνηθεί πλήρως μέσα από τις προβλεπόμενες διαδικασίες. Nα αποτυπωθεί με ακρίβεια η αλληλουχία των γεγονότων, οι κλινικές εκτιμήσεις, οι επικοινωνίες μεταξύ των εμπλεκόμενων ομάδων και οι αποφάσεις που ελήφθησαν σε κάθε στάδιο. Και εφόσον προκύψουν ευθύνες, αυτές πρέπει να αποδοθούν, ανεξαρτήτως του φορέα στον οποίο ανήκει ο οποιοσδήποτε εμπλεκόμενος.

Πέρα, όμως, από την απόδοση ευθυνών, είναι αναγκαίο να εξεταστεί και το ευρύτερο ζήτημα που αναδεικνύεται: η ύπαρξη σαφών και κοινά αποδεκτών διαδικασιών για τη διαχείριση μετεγχειρητικών επιπλοκών και τη μεταφορά σύνθετων περιστατικών μεταξύ νοσηλευτηρίων.

Η επικοινωνία μεταξύ των εμπλεκόμενων νοσηλευτηρίων οφείλει να είναι άμεση, θεσμική και πλήρως καταγεγραμμένη, με σαφή κατανομή της κλινικής ευθύνης και αποτελεσματικό μηχανισμό επίλυσης διαφορών. Η παραπομπή ενός ασθενούς αποτελεί ολοκληρωμένη κλινική διαδικασία που υπερβαίνει τη φυσική μεταφορά του από ένα νοσηλευτήριο σε άλλο. Προϋποθέτει ουσιαστική κλινική συνεννόηση, μεταβίβαση όλων των αναγκαίων πληροφοριών και διασφάλιση της συνέχειας της φροντίδας σε κάθε στάδιο.

Αναδεικνύεται εδώ σαφώς η ανάγκη συμπληρωματικότητας και ουσιαστικής συνεργασίας μεταξύ όλων των παρόχων εντός του ΓεΣΥ. Η δημόσια και η ιδιωτική νοσηλευτική φροντίδα αποτελούν αλληλένδετα μέρη του ίδιου συστήματος και καλούνται να λειτουργούν με συντονισμό, έχοντας ως κοινό σημείο αναφοράς τον άνθρωπο και την ανάγκη του για ασφαλή και αδιάλειπτη φροντίδα.

Σήμερα προέχουν η ψυχραιμία, η συνεργασία και η προσήλωση στα πραγματικά δεδομένα, ώστε να τερματιστεί η δημόσια αντιδικία. Πάνω από την ανάγκη κάθε οργανισμού να υπερασπιστεί τη θέση του βρίσκεται η υποχρέωση όλων να προστατεύσουν τον ασθενή και την εμπιστοσύνη της κοινωνίας στο σύστημα υγείας.

Στην υγεία, άλλωστε, δεν υπάρχουν νικητές όταν ο ασθενής μετατρέπεται σε αντικείμενο αντιπαράθεσης.

*BSC, MSc, PhD

Εκτελεστική Διευθύντρια Διεθνούς Ομοσπονδίας Θαλασσαιμίας

Πρόεδρος Εθνικής Επιτροπής Θαλασσαιμίας και Λοιπών Αιμοσφαιρινοπαθειών (ΕΕΘΛΑ)

Πρώην Επικεφαλής του Κέντρου Αναφοράς Ιογενών Παθήσεων του Υπουργείου Υγείας της Κυπριακής Δημοκρατίας

Πρώην Διευθύντρια του Συνεργαζόμενου Κέντρου Θαλασσαιμίας της Παγκόσμιας Οργάνωσης Υγείας στην Κύπρο

Πρώην Πρόεδρος Παγκύπριας Συμμαχίας Σπανίων Παθήσεων