Διεθνή

Η «νίκη» στον πόλεμο Ιράν - ΗΠΑ - Ισραήλ και η νέα γεωπολιτική ισορροπία

Η πραγματική «νίκη» θα κριθεί από το ποιος θα μπορέσει να μετατρέψει τα στρατιωτικά του αποτελέσματα σε διαρκή πολιτική επιρροή, αξιόπιστη αποτροπή και ευνοϊκότερη περιφερειακή τάξη

Στον πόλεμο μεταξύ Ιράν, Ηνωμένων Πολιτειών και Ισραήλ, η «νίκη» έχει εξελιχθεί κυρίως σε ζήτημα πολιτικής αφήγησης. Κάθε πλευρά προβάλλει τα δικά της επιτεύγματα, διότι ένας σύγχρονος πόλεμος δεν κρίνεται μόνο στο πεδίο της μάχης, αλλά και στην ικανότητα κάθε ηγεσίας να μετατρέψει τα στρατιωτικά αποτελέσματα σε εσωτερική πολιτική νομιμοποίηση, διεθνή αποτροπή και γεωπολιτικό πλεονέκτημα.

Η Ουάσιγκτον και η Ιερουσαλήμ έθεσαν ως βασικούς στόχους τον περιορισμό του πυρηνικού προγράμματος του Ιράν, τη μείωση των πυραυλικών δυνατοτήτων της Τεχεράνης και τον περιορισμό της περιφερειακής της επιρροής. Ωστόσο, οι στρατηγικοί στόχοι φαίνεται να ήταν ευρύτεροι και να περιελάμβαναν την αναδιαμόρφωση των περιφερειακών ισορροπιών στη Μέση Ανατολή. Το Ισραήλ επιδιώκει πρωτίστως να διασφαλίσει τη στρατηγική του ασφάλεια, εξουδετερώνοντας ή αποδυναμώνοντας απειλές που θεωρεί υπαρξιακές. Οι Ηνωμένες Πολιτείες, αντίθετα, έχουν ένα ευρύτερο γεωπολιτικό συμφέρον: να αποτρέψουν την αλλαγή των περιφερειακών ισορροπιών προς όφελος αντιπάλων όπως η Κίνα και η Ρωσία.

Το Ιράν, από την πλευρά του, επιδιώκει να αποδείξει ότι μπορεί να αντέξει απέναντι σε μια συντριπτική τεχνολογική και στρατιωτική υπεροχή, να διατηρήσει τη συνοχή του κράτους και να παρουσιάσει αξιόπιστη ικανότητα ανταπόδοσης. Η ανθεκτικότητα της Τεχεράνης υπήρξε μεγαλύτερη απ’ ό,τι ανέμεναν αρκετοί αναλυτές. Παρά τις σοβαρές καταστροφές και τις απώλειες, το ιρανικό κράτος δεν κατέρρευσε και δεν μετατράπηκε σε μια δύναμη χωρίς δυνατότητα αντίδρασης. Αντίθετα, διατήρησε σημαντικό μέρος της στρατηγικής του αυτονομίας και παρέμεινε κρίσιμος παράγοντας για οποιαδήποτε μελλοντική αρχιτεκτονική ασφάλειας στον Περσικό Κόλπο.

Ιδιαίτερη σημασία έχει, όμως, να αποσαφηνιστεί ότι η συμφωνία του Ιουνίου δεν αποτέλεσε οριστικό τέλος του πολέμου. Η συμφωνία και το σχετικό μνημόνιο κατανόησης επιχείρησαν να σταματήσουν τις εχθροπραξίες και να δημιουργήσουν ένα πλαίσιο για διαπραγματεύσεις σχετικά με το πυρηνικό πρόγραμμα και την κατάσταση στα Στενά του Ορμούζ. Η εφαρμογή τους, ωστόσο, κατέρρευσε. Η προθεσμία για μια ευρύτερη συμφωνία παρήλθε χωρίς ουσιαστική πρόοδο και οι εχθροπραξίες επανήλθαν, με το Ιράν να απειλεί με νέα στρατιωτική κλιμάκωση και τις Ηνωμένες Πολιτείες να απορρίπτουν την παράταση της εκεχειρίας.

Επομένως, δεν βρισκόμαστε μπροστά σε μια καθαρή μεταπολεμική κατάσταση, αλλά σε έναν συνεχιζόμενο κύκλο στρατιωτικής πίεσης, αντιποίνων και διπλωματικών προσπαθειών. Αυτό αλλάζει και την αξιολόγηση της «νίκης». Οι ΗΠΑ και το Ισραήλ μπορούν να επικαλεστούν σημαντικές στρατιωτικές επιτυχίες, αλλά δεν έχουν επιτύχει έναν οριστικό πολιτικό διακανονισμό. Το Ιράν έχει υποστεί σοβαρό πλήγμα, αλλά απέδειξε ότι μπορεί να επιβιώσει ως κρατική και στρατηγική οντότητα.

Εδώ αποκτά ιδιαίτερη σημασία μια παλαιότερη παρατήρηση του Henry Kissinger: Το Ιράν πρέπει να αποφασίσει αν θέλει να είναι «έθνος ή υπόθεση» — a nation or a cause. Η διάκριση αυτή αφορά ακριβώς τη σχέση μεταξύ εθνικού συμφέροντος και ιδεολογικής αποστολής. Εάν το Ιράν λειτουργεί κυρίως ως «υπόθεση», επιδιώκοντας μια ιδεολογική και περιφερειακή σφαίρα επιρροής, τότε η σύγκρουση με την αμερικανική τάξη ασφαλείας είναι σχεδόν αναπόφευκτη. Εάν, αντίθετα, λειτουργεί ως κυρίαρχο κράτος που επιδιώκει πρωτίστως τα εθνικά του συμφέροντα, ανοίγει θεωρητικά ο δρόμος για μια διαφορετική σχέση με την Ουάσιγκτον.

Από αμερικανικής πλευράς, άλλωστε, η πλήρης κατάρρευση του Ιράν δεν είναι κατ’ ανάγκην το ιδανικό στρατηγικό αποτέλεσμα. Η αποσταθεροποίηση μιας χώρας αυτού του μεγέθους θα δημιουργούσε τεράστιο γεωπολιτικό κενό στον Κόλπο. Ένα τέτοιο κενό θα μπορούσαν να επιχειρήσουν να εκμεταλλευθούν η Κίνα και η Ρωσία, αυξάνοντας την παρουσία και την επιρροή τους στη Μέση Ανατολή. Υπό αυτήν την έννοια, η αμερικανική στρατηγική μπορεί να ιδωθεί περισσότερο ως προσπάθεια αποδυνάμωσης και αναπροσανατολισμού του Ιράν, παρά ως επιδίωξη πλήρους διάλυσης του κράτους.

Το σημαντικότερο αποτέλεσμα, επομένως, μπορεί να βρίσκεται έξω από το ίδιο το Ιράν: στη σταδιακή αναδιάταξη της περιφερειακής αρχιτεκτονικής ασφαλείας. Η αμφισβήτηση της αμερικανικής εγγύησης ασφαλείας ενισχύει την τάση των περιφερειακών δυνάμεων να αναζητούν αυτόνομους μηχανισμούς αποτροπής. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η συμφωνία κοινής άμυνας που υπέγραψαν στις 7 Αυγούστου στη Μέκκα η Σαουδική Αραβία, η Τουρκία και το Πακιστάν. Σύμφωνα με τη συμφωνία, ένοπλη επίθεση εναντίον ενός από τα τρία κράτη αντιμετωπίζεται ως επίθεση εναντίον όλων.

Η εξέλιξη αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία για τον Ελληνισμό, την Ελλάδα και την Κυπριακή Δημοκρατία. Η ενίσχυση της στρατηγικής συνεργασίας Άγκυρας, Ριάντ και Ισλαμαμπάντ, σε συνδυασμό με την αβεβαιότητα γύρω από τον αμερικανικό ρόλο, δημιουργεί ένα νέο περιβάλλον, στο οποίο η Τουρκία μπορεί να αποκτήσει αυξημένο περιφερειακό βάρος.

Παράλληλα, οι σχέσεις της Άγκυρας με το Ισραήλ και η διαμόρφωση νέων μηχανισμών ασφάλειας στη Μέση Ανατολή επηρεάζουν άμεσα το στρατηγικό περιβάλλον της Ανατολικής Μεσογείου. Γι’ αυτό και η τελική αξιολόγηση του πολέμου δεν μπορεί να γίνει με βάση το ποιος κατέστρεψε περισσότερους στόχους ή ποιος ανακοίνωσε περισσότερες στρατιωτικές επιτυχίες. Η πραγματική «νίκη» θα κριθεί από το ποιος θα μπορέσει να μετατρέψει τα στρατιωτικά του αποτελέσματα σε διαρκή πολιτική επιρροή, αξιόπιστη αποτροπή και ευνοϊκότερη περιφερειακή τάξη. Και όσο οι εχθροπραξίες συνεχίζονται, το αποτέλεσμα παραμένει ανοιχτό. Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι πλέον μόνο ποιος κέρδισε τον πόλεμο, αλλά ποιος θα διαμορφώσει τους κανόνες της επόμενης Μέσης Ανατολής και, κατ’ επέκτασιν, της νέας αρχιτεκτονικής ασφαλείας στην Ανατολική Μεσόγειο

*Γεωπολιτικός Αναλυτής