Αναλύσεις

Ο Ερντογάν ανάμεσα στο νεο-οθωμανικό όραμα και την ιρανική παγίδα

Η «Ασπίδα του Αχιλλέα» και το νέο θαλάσσιο δόγμα Ισραήλ αλλάζουν το παιχνίδι

Ο Ερντογάν προωθεί σήμερα αυτό που αποκαλείται «νεο-οθωμανισμός», στρέφοντας το βλέμμα στην περίοδο πριν από τον Ατατούρκ και στη μεγάλη Οθωμανική Αυτοκρατορία, η οποία κάποτε εκτεινόταν από τη Βόρεια Αφρική και τη Μέση Ανατολή μέχρι τη Μαύρη Θάλασσα και την Ευρώπη. Η Τουρκία διαθέτει τον μεγαλύτερο στρατό του ΝΑΤΟ μετά τις ΗΠΑ και, με το Ιράν αποδυναμωμένο, επιδιώκει να καταλάβει ισχυρότερη θέση στη Μέση Ανατολή και να ανακτήσει επιρροή σε περιοχές που κάποτε ελέγχονταν από τους Οθωμανούς.

Στο πλαίσιο αυτό αμφισβητείται η τάξη πραγμάτων που διαμορφώθηκε με τη Συνθήκη της Λωζάννης, ενώ επανέρχονται αναφορές σε πόλεις του οθωμανικού παρελθόντος, όπως η Βηρυτός, η Δαμασκός και η Ιερουσαλήμ. Παράλληλα, αυξάνεται η ένταση με το Ισραήλ, σε μια Μέση Ανατολή όπου οι τρεις κυρίαρχες στρατιωτικές δυνάμεις είναι σήμερα μη αραβικές: Τουρκία, Ιράν και Ισραήλ.

Στη νέα αυτή ισορροπία εντάσσεται και η εμβάθυνση της ελληνοϊσραηλινής αμυντικής συνεργασίας, με την προγραμματισμένη υπογραφή στο Τελ Αβίβ της συμφωνίας για την «Ασπίδα του Αχιλλέα», το ολοκληρωμένο πολυεπίπεδο σύστημα αεράμυνας και αντιπυραυλικής προστασίας της Ελλάδας, συνολικής αξίας άνω των 3 δισ. ευρώ.

Η μάχη για την Ανατολική Μεσόγειο

Η Τουρκία επιχειρεί να προβάλλεται ως κυρίαρχος γεωπολιτικός παίκτης στην Ανατολική Μεσόγειο, ωστόσο σειρά εξελίξεων περιορίζει τις δυνατότητές της. Η παρουσία των αμερικανικών ExxonMobil και Chevron σε Ελλάδα, Κύπρο και πλέον Λιβύη δημιουργεί νέα δεδομένα στην ενεργειακή εξίσωση.

Στην Ανατολική Μεσόγειο, το σχήμα Ελλάδας-Κύπρου-Ισραήλ με αμερικανική υποστήριξη, οι εξελίξεις στις ΑΟΖ και η προώθηση της ηλεκτρικής διασύνδεσης GSI διαμορφώνουν ένα περιβάλλον αυξημένων πιέσεων για την Τουρκία.

Σε αυτό προστίθεται η «Ασπίδα του Αχιλλέα», η οποία εγκρίθηκε από το Κυβερνητικό Συμβούλιο Εθνικής Ασφάλειας της Ελλάδας στις 23 Ιουλίου 2026. Οι συμφωνίες αναμένεται να υπογραφούν μεταξύ της Γενικής Διεύθυνσης Αμυντικών Εξοπλισμών και Επενδύσεων του ελληνικού Υπουργείου Εθνικής Άμυνας και της SIBAT του ισραηλινού Υπουργείου Άμυνας, καθώς και μεταξύ των εμπλεκόμενων αμυντικών φορέων και εταιρειών.

Σύμφωνα με τον Έλληνα Υπουργό Εθνικής Άμυνας, Νίκο Δένδια, το συνολικό κόστος των αντιαεροπορικών συστημάτων υπερβαίνει ελαφρώς τα 3 δισ. ευρώ. Η ολοκλήρωση του προγράμματος τοποθετείται σε ορίζοντα 35 μηνών, με τις επιμέρους δυνατότητες να παραδίδονται σταδιακά.

Συρία, Ισραήλ και Σαουδική Αραβία

Η Άγκυρα αντιμετωπίζει δυσκολίες στις σχέσεις της με το Ισραήλ και στη Συρία, ενώ η προσπάθειά της να εμφανίσει τη «Συμφωνία της Μέκας» ως σημαντική γεωπολιτική επιτυχία προσκρούει στον καθοριστικό ρόλο της Σαουδικής Αραβίας.

Την ίδια στιγμή, η ευρωπαϊκή προοπτική παραμένει ουσιαστικά παγωμένη και οι προσπάθειες προσέγγισης άλλων διεθνών σχημάτων δεν έχουν αποδώσει στον βαθμό που επιδιώκει η Άγκυρα.

Οι εσωτερικές και οικονομικές πιέσεις στον Ερντογάν

Στο εσωτερικό της χώρας, το Κουρδικό, η σύγκρουση με την αντιπολίτευση και η πολιτική φθορά της εξουσίας Ερντογάν προσθέτουν ακόμη μία διάσταση στις προκλήσεις που αντιμετωπίζει η Άγκυρα.

Ενώ ο Ερντογάν επιδιώκει συμφωνίες ασφαλείας και επεκτείνει τον στρατιωτικό έλεγχο της Τουρκίας στη Συρία, η τουρκική λίρα έχει υποχωρήσει πέραν των 48 λιρών έναντι του δολαρίου, ενώ εγχώριες προβλέψεις εκτιμούν ότι ο πληθωρισμός θα προσεγγίσει το 30% μέχρι το τέλος του έτους.

Η αποδυνάμωση του Ιράν αλλάζει τις ισορροπίες

Η οικονομική πίεση που ασκείται στο Ιράν μέσω των αμερικανικών κυρώσεων και του ναυτικού αποκλεισμού αρχίζει να προκαλεί βαθύτερες επιπτώσεις στην οικονομία της χώρας.

Οικονομικοί αναλυτές εκτιμούν πως βασικός στόχος της αμερικανικής πολιτικής Τραμπ είναι η δραστική μείωση των εξαγωγικών εσόδων του Ιράν, από τα οποία εξαρτάται μεγάλο μέρος της υπόλοιπης οικονομικής δραστηριότητας.

Η υποτίμηση του ριαλ, η καλπάζουσα ανεργία, ιδιαίτερα μεταξύ των νέων, οι ελλείψεις προϊόντων και η πίεση του πληθωρισμού δημιουργούν πλέον ένα εκρηκτικό μείγμα στο εσωτερικό της χώρας.

Η εξέλιξη αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία μετά την αναστολή του εμπορίου των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων με το Ιράν. Η οικονομική κατάσταση στο εσωτερικό του Ιράν επιδεινώνεται με ταχύτητα και η Ουάσιγκτον εξακολουθεί να διαθέτει εργαλεία για να αυξήσει περαιτέρω την πίεση.

Η Τουρκία γίνεται η χερσαία πύλη του Ιράν

Το μεγάλο πρόβλημα εστιάζεται πλέον στους εμπορικούς διαδρόμους που εξακολουθούν να επιτρέπουν στο Ιράν να εισάγει αγαθά.

Πριν από την τελευταία κλιμάκωση, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα ήταν ο σημαντικότερος εμπορικός εταίρος του Ιράν στις εισαγωγές. Ακολουθούσαν η Κίνα, η Τουρκία και η Ευρωπαϊκή Ένωση.

Ο ναυτικός αποκλεισμός, ωστόσο, άλλαξε σταδιακά αυτήν την εικόνα, περιορίζοντας τη δυνατότητα χρήσης των ιρανικών λιμανιών και αυξάνοντας τη σημασία των εναλλακτικών εμπορικών οδών.

Και εδώ ακριβώς μπαίνει στην εξίσωση ο παράγοντας Τουρκία, η οποία παρουσιάζεται ως πιθανός ωφελημένος της κρίσης εμπιστοσύνης μεταξύ ΗΠΑ και αραβικών κρατών, μέσω της αμυντικής της βιομηχανίας και της εμβάθυνσης των σχέσεών της με τη Σαουδική Αραβία.

Παρότι μεγάλο μέρος της διεθνούς συζήτησης επικεντρώνεται στον ρόλο της Κίνας, οικονομολόγοι εκτιμούν πως στην παρούσα φάση η Τουρκία μπορεί να είναι ακόμη σημαντικότερη για την οικονομική απομόνωση του Ιράν.

Ο λόγος είναι πρωτίστως γεωγραφικός: Οι δύο χώρες διαθέτουν κοινά χερσαία σύνορα, γεγονός που καθιστά την Τουρκία φυσική εναλλακτική εμπορική δίοδο σε μια περίοδο, κατά την οποία οι θαλάσσιες μεταφορές του Ιράν βρίσκονται υπό έντονη πίεση.

Εμπορικά στοιχεία δείχνουν μεγάλη αύξηση των τουρκικών εξαγωγών προς το Ιράν μέχρι τον Ιούνιο. Αυτό είναι λογικό, καθώς όσο δυσκολότερη γίνεται η πρόσβαση μέσω λιμανιών, τόσο μεγαλύτερη σημασία αποκτούν οι χερσαίες εμπορικές αρτηρίες.

Εάν τα νέα μέτρα καταφέρουν να περιορίσουν ουσιαστικά τη δυνατότητα της Τουρκίας να λειτουργεί ως εμπορικός κόμβος για το Ιράν, οι συνέπειες θα μπορούσαν να είναι άμεσες.

Εμπόριο δισεκατομμυρίων και ενεργειακή αλληλεξάρτηση

Σύμφωνα με στοιχεία του OEC για το 2024, το συνολικό διμερές εμπόριο έφθασε τα 5,55 δισ. δολάρια. Οι ιρανικές εξαγωγές προς την Τουρκία ανήλθαν σε 2,45 δισ. δολάρια, ενώ οι εισαγωγές του Ιράν από την Τουρκία σε 3,10 δισ. δολάρια, αφήνοντας εμπορικό έλλειμμα περίπου 641 εκατ. δολαρίων για την Τεχεράνη.

Η γεωγραφική θέση της Τουρκίας, ως χερσαίας γέφυρας μεταξύ Μέσης Ανατολής και Ευρώπης, προσδίδει στη σχέση ακόμη μεγαλύτερη στρατηγική σημασία. Σύμφωνα με το Bloomberg, το Ιράν καλύπτει επίσης το 13% της κατανάλωσης φυσικού αερίου της Τουρκίας.

Το δίλημμα Ερντογάν απέναντι στις ΗΠΑ

Παρά τις καλές προσωπικές σχέσεις Ερντογάν–Τραμπ και τους επαίνους του Αμερικανού Προέδρου προς τον Τούρκο ομόλογό του, η νέα αμερικανική εκστρατεία αναμένεται να δυσκολέψει σημαντικά τους χειρισμούς του Ερντογάν.

Ο Τούρκος Πρόεδρος επιδιώκει ταυτόχρονα την εμβάθυνση των σχέσεων με την Ουάσιγκτον σε άλλους τομείς, μεταξύ των οποίων και η πιθανή απόκτηση μαχητικών F-35. Η Άγκυρα καλείται, συνεπώς, να ισορροπήσει μεταξύ των δεσμών της με την Τεχεράνη και της προσπάθειας αποκατάστασης της στρατηγικής σχέσης της με τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Η Τουρκία ως κόμβος μεταφοράς ιρανικών χρημάτων

Η Τουρκία εξελίχθηκε σε σημαντικό ενδιάμεσο κόμβο για τη μεταφορά ιρανικών χρημάτων προς τη Χεζμπολάχ, ιδιαίτερα μετά τη διατάραξη των απευθείας διαδρομών από το Ιράν και του χερσαίου διαδρόμου μέσω Συρίας.

Σύμφωνα με το αμερικανικό Υπουργείο Οικονομικών, το δίκτυο μετέφερε εκατοντάδες εκατομμύρια δολάρια σε μετρητά, χρησιμοποιώντας «couriers» που ταξίδευαν με εμπορικές πτήσεις μεταξύ Ιράν, Τουρκίας, Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων και Λιβάνου. Με αυτόν τον τρόπο, η Χεζμπολάχ μπορούσε να αποκτά ξένο συνάλλαγμα εκτός του επίσημου τραπεζικού συστήματος και να παρακάμπτει τις κυρώσεις.

Κεντρικό πρόσωπο του δικτύου, κατά τις ΗΠΑ, ήταν ο Τούρκος επιχειρηματίας Yunus Alper Yilmaz, ο οποίος φέρεται να συντόνιζε τους μεταφορείς χρημάτων, να χρησιμοποιούσε ανταλλακτήρια συναλλάγματος στην Τουρκία ως κάλυψη και να παρείχε εταιρείες-κελύφη και τραπεζικούς λογαριασμούς για συναλλαγές που συνδέονταν με τη Δύναμη Quds των Φρουρών της Επανάστασης.

Ισραηλινοί εκτιμούν ότι η Τουρκία προσφέρει σημαντικά πλεονεκτήματα σε τέτοια δίκτυα λόγω της εκτεταμένης αεροπορικής διασύνδεσης, των πολυάριθμων ανταλλακτηρίων συναλλάγματος και της δυνατότητας χρησιμοποίησης εταιρειών και λογαριασμών για την απόκρυψη της προέλευσης και του τελικού προορισμού των χρημάτων.

Η ενεργειακή στροφή της Τουρκίας

Η Τουρκία αυξάνει δραστικά τις εισαγωγές ντίζελ από τις ΗΠΑ και την Ινδία, καθώς η απαγόρευση ρωσικών εξαγωγών και οι διαταραχές που προκαλεί ο πόλεμος με το Ιράν περιορίζουν τις παραδοσιακές πηγές εφοδιασμού της.

Τον Αύγουστο, οι τουρκικές εισαγωγές ινδικού ντίζελ ξεπέρασαν τα 120.000 βαρέλια ημερησίως, ενώ από τις ΗΠΑ έφτασαν τα 90.000 βαρέλια ημερησίως, τα υψηλότερα μηνιαία επίπεδα που έχουν καταγραφεί από το 2017.

Την ίδια ώρα, οι εισαγωγές ρωσικού ντίζελ υποχώρησαν από πάνω από 200.000 βαρέλια ημερησίως στις αρχές του έτους σε περίπου 80.000 βαρέλια ημερησίως τον Αύγουστο, μειώνοντας το μερίδιο της Ρωσίας στο 20%. Η αλλαγή είναι εντυπωσιακή, καθώς το 2025 η Ρωσία κάλυπτε περίπου το 85% των τουρκικών εισαγωγών ντίζελ.

Η Άγκυρα αναγκάζεται έτσι να διαφοροποιήσει γρήγορα τις πηγές ενέργειας, όχι μόνο λόγω των ρωσικών περιορισμών αλλά και επειδή οι προμήθειες από τη Μέση Ανατολή έχουν μειωθεί εξαιτίας ζημιών σε διυλιστήρια και της περιορισμένης ναυσιπλοΐας μέσω των Στενών του Ορμούζ.