Διεθνή

Η μαζική μετανάστευση τροφοδοτεί τον αντισημιτισμό

Οι μετανάστες δεν είναι λευκές σελίδες. Φέρνουν μαζί τους τη γλώσσα, τη θρησκεία, τις μνήμες και τις έχθρες τους. Η αφομοίωση δεν συμβαίνει από μόνη της. Είτε την επιδιώκει ο ίδιος ο νεοφερμένος, είτε την απαιτεί η νέα του πατρίδα

Την 1η Ιανουαρίου 2026 ο Ζοχράν Μαμντάνι ορκίστηκε δήμαρχος της Νέας Υόρκης, ο πρώτος μουσουλμάνος και ο πρώτος δηλωμένος δημοκρατικός σοσιαλιστής στη θέση αυτή. Κέρδισε μιλώντας για ενοίκια και συγκοινωνίες. Έγινε όμως γνωστός και για κάτι άλλο: για τη σφοδρή του εχθρότητα προς το Ισραήλ. Ως βουλευτής στήριξε το κίνημα μποϊκοτάζ. Επί εβδομάδες αρνήθηκε να καταδικάσει το σύνθημα «Διεθνοποιήστε την ιντιφάντα». Υποσχέθηκε μάλιστα να συλλάβει τον Νετανιάχου αν πατούσε στην πόλη.

Το ανησυχητικό δεν είναι ένας πολιτικός. Είναι το πού συνέβη. Η Νέα Υόρκη είναι ιστορικά η πρωτεύουσα της εβραϊκής διασποράς, με περισσότερους Εβραίους από κάθε άλλη πόλη εκτός του Ισραήλ. Πώς εξέλεξε τέτοιον δήμαρχο η πόλη του Εντ Κοτς και του Μάικλ Μπλούμπεργκ;

Η εύκολη απάντηση, σοσιαλισμός της μόδας, νεολαία, ακρίβεια της ζωής, δεν αρκεί. Η βαθύτερη είναι δημογραφική. Το 1970 λιγότερος από ένας στους πέντε Νεοϋορκέζους είχε γεννηθεί στο εξωτερικό. Σήμερα είναι πάνω από ένας στους τρεις.

Οι μετανάστες δεν είναι λευκές σελίδες. Φέρνουν μαζί τους τη γλώσσα, τη θρησκεία, τις μνήμες και τις έχθρες τους. Η αφομοίωση δεν συμβαίνει από μόνη της. Είτε την επιδιώκει ο ίδιος ο νεοφερμένος, είτε την απαιτεί η νέα του πατρίδα. Όταν δεν γίνεται κανένα από τα δύο, οι στάσεις ταξιδεύουν αναλλοίωτες.

Εδώ χρειάζεται ακρίβεια, όχι υπερβολή. Ο αντισημιτισμός στη Δύση δεν έχει ένα μόνο πρόσωπο. Στην Ανατολική Ευρώπη συνδέεται κυρίως με την Ακροδεξιά. Στη Δυτική Ευρώπη σχετίζεται με τμήματα της Αριστεράς, αλλά και με τον ισλαμικό εξτρεμισμό. Δεν λέω ότι κάθε μουσουλμάνος μετανάστης είναι αντισημίτης· κάτι τέτοιο θα ήταν ψέμα και συκοφαντία. Λέω κάτι πιο περιορισμένο και πιο δυσάρεστο: όταν ένα κράτος δέχεται εκατομμύρια ανθρώπους χωρίς καμία απαίτηση ενσωμάτωσης, εισάγει μαζί τους και όσες προκαταλήψεις κουβαλούν.

Τα στοιχεία είναι σκληρά. Στην τελευταία έρευνα του Οργανισμού Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ, το 96% των Ευρωπαίων Εβραίων ανέφεραν ότι βίωσαν αντισημιτισμό, και το 80% ότι αυτός αυξήθηκε μέσα σε μία πενταετία. Μετά την 7η Οκτωβρίου 2023, ορισμένες κοινότητες κατέγραψαν αύξηση περιστατικών πάνω από 400%. Η μισαλλοδοξία δεν ήρθε αποκλειστικά με τη μετανάστευση. Όπου όμως η ενσωμάτωση απέτυχε, εκεί βρήκε γόνιμο έδαφος.

Η Κύπρος γνωρίζει καλύτερα από τους περισσότερους τι σημαίνει να αλλάζει ο πληθυσμός ενός τόπου. Από την εισβολή του 1974, η Τουρκία μετέφερε στα κατεχόμενα περίπου 150.000 έως 160.000 εποίκους από την Ανατολία, κατά παράβαση του άρθρου 49 της Τέταρτης Σύμβασης της Γενεύης. Ο ΟΗΕ και το Συμβούλιο της Ευρώπης το καταδίκασαν ως σχεδιασμένη αλλοίωση του δημογραφικού χαρακτήρα του νησιού. Σήμερα οι έποικοι ξεπερνούν σε αριθμό τους ίδιους τους Τουρκοκυπρίους. Η εγκατάσταση πληθυσμού δεν ήταν εδώ παράπλευρη συνέπεια· ήταν εργαλείο κατοχής. Έτσι ακριβώς αλλάζει η ταυτότητα ενός τόπου και υπονομεύεται η κυριαρχία του: όχι μόνο με άρματα μάχης, αλλά με ανθρώπους.

Ας είμαστε δίκαιοι στη διάκριση. Άλλο ο έποικος που φυτεύει μια κατοχική δύναμη, κι άλλο ο πρόσφυγας που φεύγει από τον πόλεμο. Δεν είναι το ίδιο πράγμα, και δεν πρέπει να συγχέονται. Όμως και τα δύο θέτουν το ίδιο ερώτημα: ποιος ζει σε έναν τόπο, και αν μοιράζεται τις αξίες του. Η Κυπριακή Δημοκρατία δέχεται εδώ και χρόνια τις περισσότερες αιτήσεις ασύλου κατά κεφαλήν σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση, το 2024 μία αίτηση για κάθε 138 κατοίκους. Για μια μικρή κοινωνία, το βάρος αυτό είναι δυσανάλογο. Το ζήτημα δεν είναι απλώς πόσοι έρχονται. Είναι αν υπάρχει πολιτική που να τους μετατρέπει σε πολίτες, και όχι σε παράλληλες κοινότητες.

Το συμπέρασμα δεν είναι μίσος. Είναι κυριαρχία. Ένα κράτος έχει το δικαίωμα, και το καθήκον, να αποφασίζει ποιος γίνεται μέλος του και με ποιους όρους. Η απαίτηση αφομοίωσης δεν είναι ξενοφοβία· είναι η προϋπόθεση για να παραμείνει μια κοινωνία συνεκτική και ανεκτική συνάμα. Οι κοινωνίες που προστατεύουν τις μειονότητές τους, τους Εβραίους, αλλά και κάθε άλλη, είναι εκείνες που διατηρούν έναν κοινό πολιτικό πυρήνα. Όταν αυτός ο πυρήνας διαλύεται, δεν κερδίζει η ανοχή. Κερδίζουν οι παλιές έχθρες, μεταφυτεμένες σε νέο χώμα.

Η Νέα Υόρκη είναι μια προειδοποίηση. Η Κύπρος, μια μνήμη. Και οι δύο λένε το ίδιο: η δημογραφία γίνεται πεπρωμένο μόνο για όποιον αρνείται να την διαχειριστεί.


*Επίκουρος Καθηγητής Νομικής στο Λονδίνο με εξειδίκευση στα Ανθρώπινα Δικαιώματα, Δημόσιο Διεθνές Δίκαιο και Φιλοσοφία Δικαίου