Η εξέλιξη του συστήματος διορισμών στην Κύπρο, από το παρελθόν στις προκλήσεις του 2027
Η συζήτηση για τον τρόπο διορισμού των εκπαιδευτικών στην Κύπρο δεν είναι σημερινή. Επανέρχεται, με διαφορετικούς όρους, εδώ και δεκαετίες, επειδή πίσω από κάθε αλλαγή βρίσκεται το ίδιο δύσκολο ερώτημα: πώς συνδυάζονται η αξιοκρατική επιλογή, η αναγνώριση της εκπαιδευτικής εμπειρίας, η δυνατότητα εισόδου νέων πτυχιούχων και, ταυτόχρονα, η ομαλή στελέχωση των δημόσιων σχολείων.
Χαρακτηριστική είναι η προσπάθεια της διακυβέρνησης Γιώργου Βασιλείου την περίοδο 1988–1993. Όπως καταγράφεται στον Β΄ Τόμο του έργου του «Πραγματισμός VS Λαϊκισμός», η τότε προσέγγιση αμφισβήτησε την αποκλειστική εξάρτηση του διορισμού από την αρχαιότητα του πτυχίου. Η εισήγηση προέβλεπε γραπτή εξέταση, προσωπική συνέντευξη και αυξημένη βαρύτητα σε ακαδημαϊκά και παιδαγωγικά προσόντα. Παράλληλα, προβλεπόταν πενταετής μεταβατική περίοδος, στοιχείο που δείχνει ότι ακόμη και μια ριζική μεταρρύθμιση αναγνώριζε την ανάγκη προστασίας όσων είχαν ήδη διαμορφώσει προσδοκίες μέσα στο υφιστάμενο σύστημα. Η πρόταση τελικά δεν προχώρησε.
Πολλά χρόνια αργότερα, η ίδια βασική συζήτηση επανήλθε με τη νομοθεσία του 2015 και το Νέο Σύστημα Διορισμών. Μέχρι τις 31 Αυγούστου 2027, οι θέσεις πρώτου διορισμού κατανέμονται κατά 50% από τους Πίνακες Διοριστέων και κατά 50% από τους Πίνακες Διορισίμων. Με βάση, όμως, την ισχύουσα σήμερα νομοθεσία, από την 1η Σεπτεμβρίου 2027 οι Πίνακες Διοριστέων καταργούνται και οι κενές θέσεις πρώτου διορισμού θα πληρούνται από τους Πίνακες Διορισίμων.
Ακριβώς εδώ βρίσκεται η πρόκληση του 2027. Το ΥΠΑΝ, αναγνωρίζοντας προβλήματα τόσο στη διαθεσιμότητα υποψηφίων σε ορισμένες ειδικότητες όσο και στη λειτουργία της γραπτής εξέτασης, έχει καταθέσει πρόταση εκσυγχρονισμού. Η πρόταση δεν εγκαταλείπει τη βασική φιλοσοφία των Πινάκων Διορισίμων, αλλά εισηγείται σημαντικές διαφοροποιήσεις: κατάργηση της βάσης επιτυχίας στη νέα εξέταση κατάταξης, μείωση της βαρύτητας της εξέτασης στη μοριοδότηση –από το σημερινό 50%– και αντίστοιχη αύξηση της βαρύτητας της εκπαιδευτικής προϋπηρεσίας, απλούστευση της επεξεργασίας των αποτελεσμάτων και νέα εξέταση ανά τριετία ή και νωρίτερα, όπου κριθεί αναγκαίο. Προτείνεται επίσης η δημιουργία κλειστού μητρώου για Συμβασιούχους και Αντικαταστάτες που θα πληρούν συγκεκριμένα κριτήρια υπηρεσίας, κυρίως για την κάλυψη έκτακτων αναγκών. Πρόκειται, ωστόσο, για πρόταση υπό διαβούλευση και όχι για τελική νομοθετική ρύθμιση, αφού οι τελικές πρόνοιες θα πρέπει να αποτυπωθούν σε τροποποιητικό νομοσχέδιο και να τύχουν του αναγκαίου νομοτεχνικού ελέγχου.
Η σύγκριση με την προσέγγιση Βασιλείου παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Και οι δύο λογικές επιχειρούν να υπερβούν ένα σύστημα στο οποίο η σειρά αναμονής αποτελεί το κυρίαρχο κριτήριο και να ενσωματώσουν στοιχεία αξιολόγησης και προσόντων. Υπάρχει, όμως, μια ουσιώδης διαφορά: σήμερα δεν συζητούμε μόνο πώς θα επιλέγονται οι μελλοντικοί εκπαιδευτικοί, αλλά και πώς θα αντιμετωπιστούν δίκαια εκπαιδευτικοί που έχουν ήδη υπηρετήσει στο δημόσιο σχολείο κατά τη μακρά μεταβατική περίοδο.
Σε αυτό ακριβώς το σημείο η θέση της ΠΟΕΔ είναι σαφής και επανειλημμένα καταγεγραμμένη: διατήρηση και μετά το 2027 των δύο καταλόγων και συνέχιση της υφιστάμενης πρακτικής 50%-50%, παράλληλα με διόρθωση των στρεβλώσεων του Νέου Συστήματος Διορισμών. Κεντρική αρχή της Οργάνωσης είναι η μη θυματοποίηση εκπαιδευτικών με υπηρεσία, ανεξάρτητα από τον κατάλογο από τον οποίο προέρχονται, αλλά και η διασφάλιση της απρόσκοπτης στελέχωσης των σχολείων.
Στην ίδια βασική κατεύθυνση τοποθετείται και η ΠΑΔΕΔ – Πρωτοπορία. Στηρίζει τη διατήρηση των δύο καταλόγων με την υφιστάμενη αναλογία 50%-50%, ζητεί ουσιαστική αναγνώριση της προϋπηρεσίας και θέτει ως αδιαπραγμάτευτη αρχή τη μη θυματοποίηση όσων ήδη υπηρετούν. Ταυτόχρονα, θεωρεί ότι η πρόταση του ΥΠΑΝ, στην παρούσα μορφή της, αφήνει σημαντικά ζητήματα ανοικτά –μεταξύ άλλων για Συμβασιούχους, Αντικαταστάτες, εκπαιδευτικούς Αορίστου Χρόνου, το κλειστό μητρώο, την προϋπηρεσία και τη νέα εξέταση– και ότι η ΠΟΕΔ δεν πρέπει να δεσμευτεί οριστικά πριν λάβει συγκεκριμένες γραπτές απαντήσεις και ολοκληρωμένη νομική γνωμάτευση.
Επομένως, το δίλημμα του 2027 δεν είναι απλώς «παλιό ή νέο σύστημα». Είναι κατά πόσο η επόμενη μεταρρύθμιση θα καταφέρει εκείνο που δυσκολεύτηκαν να πετύχουν όλες οι προηγούμενες: να συνδυάσει αξιοκρατία, ανανέωση και ποιότητα με εμπειρία, συνέχεια και κοινωνική δικαιοσύνη. Το ζητούμενο δεν μπορεί να είναι η δημιουργία νικητών και ηττημένων, αλλά ένα σύστημα διορισμών δίκαιο για τους εκπαιδευτικούς και, πρωτίστως, λειτουργικό για το δημόσιο σχολείο.
*Γενικός Γραμματέας ΠΑΔΕΔ - Πρωτοπορία