Ο Προϋπολογισμός του 2027 – Δημοσιονομική πολιτική
Υποχώρηση του δημόσιου χρέους από 62,7% του ΑΕΠ το 2024 στο 38,4% το 2029
Ο Προϋπολογισμός του 2027 παρουσιάζει μια εικόνα, η οποία, με την πρώτη ματιά, δημιουργεί θετικές εντυπώσεις. Το προσχέδιο του Κρατικού Προϋπολογισμού και του Μεσοπρόθεσμου Δημοσιονομικού Πλαισίου 2027-2029, που παρουσιάστηκε στο Υπουργικό Συμβούλιο στις 16 Σεπτεμβρίου, προβλέπει δημοσιονομικό πλεόνασμα 2,8% του ΑΕΠ το 2027, πρωτογενές πλεόνασμα 4% και σημαντική υποχώρηση του δημόσιου χρέους, από 62,7% του ΑΕΠ το 2024 στο 38,4% το 2029. Πρόκειται αναμφίβολα για μεγέθη που αρκετές χώρες της Ευρωζώνης θα ήθελαν να παρουσιάζουν.
Το ερώτημα, ωστόσο, δεν είναι μόνο αν οι αριθμοί είναι θετικοί. Είναι κατά πόσον μπορούμε να κατανοήσουμε πώς προκύπτουν και, κυρίως, αν μπορούμε να τους ελέγξουμε. Εδώ βρίσκεται ένα από τα βασικά προβλήματα της παρουσίασης. Σε ένα υλικό μόλις δεκατεσσάρων διαφανειών δεν υπάρχει ουσιαστικά πρόβλεψη για τα κρατικά έσοδα κατά την επόμενη τριετία. Ο μοναδικός πίνακας που αφορά έσοδα παρουσιάζει τις εισπράξεις του Τμήματος Φορολογίας για τους πρώτους επτά μήνες του 2026. Έτσι, το πλεόνασμα παρουσιάζεται ως αποτέλεσμα, χωρίς να δίνονται όλα τα στοιχεία που θα επέτρεπαν στον αναγνώστη να παρακολουθήσει με σαφήνεια πώς προκύπτει.
Υπολογισμός
Την ίδια στιγμή, χρησιμοποιούνται διαφορετικές βάσεις υπολογισμού. Οι δαπάνες της κεντρικής κυβέρνησης παρουσιάζονται σε ταμειακή βάση, ενώ τα στοιχεία για το δημοσιονομικό ισοζύγιο της γενικής κυβέρνησης υπολογίζονται με διαφορετικό τρόπο. Αυτό δυσκολεύει σημαντικά τη σύγκριση των στοιχείων. Ενδεικτικό είναι ότι τα στοιχεία της γενικής κυβέρνησης για έσοδα €16,9 δισ., δαπάνες €15,8 δισ. και πλεόνασμα €1,1 δις., τα οποία περιλαμβάνονταν στο Στρατηγικό Πλαίσιο Δημοσιονομικής Πολιτικής του περασμένου Ιουνίου, δεν εμφανίζονται στην ίδια παρουσίαση.
Ακόμη μεγαλύτερη προσοχή χρειάζεται στο θέμα του πληθωρισμού. Ο προϋπολογισμός στηρίζεται στην παραδοχή ότι ο πληθωρισμός θα ανέλθει κατά μέσο όρο στο 4,5% το 2026 και θα υποχωρήσει στο 2,5% το 2027. Ωστόσο, ο εναρμονισμένος δείκτης τιμών αυξήθηκε από 1,2% τον Ιανουάριο σε 5,2% τον Αύγουστο, που αποτελεί μιαν από τις υψηλότερες επιδόσεις στην Ευρωζώνη.
Η εξέλιξη αυτή δημιουργεί ερωτήματα για τις προβλέψεις των επόμενων μηνών. Από τη μια πλευρά, ο μέσος πληθωρισμός του 2026 μπορεί τελικά να είναι χαμηλότερος από την αρχική πρόβλεψη, γεγονός που θα επηρεάσει και τα ονομαστικά φορολογικά έσοδα. Από την άλλη, η πρόσφατη ανοδική πορεία των τιμών σημαίνει ότι, για να επιτευχθεί μέσος πληθωρισμός 2,5% το 2027, θα χρειαστεί σημαντική αποκλιμάκωση, ιδιαίτερα στις τιμές της ενέργειας.
Ένα σημαντικό μέρος της προβλεπόμενης βελτίωσης των δημόσιων οικονομικών φαίνεται επίσης να συνδέεται με την ολοκλήρωση προσωρινών μέτρων στήριξης. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει επισημάνει ότι η επιδείνωση του δημοσιονομικού αποτελέσματος το 2026 συνδέεται σε μεγάλο βαθμό με τη φορολογική μεταρρύθμιση, ενώ η βελτίωση το 2027 οφείλεται κυρίως στην αύξηση των εσόδων από τη λήξη των μειώσεων στον ΦΠΑ για το ηλεκτρικό ρεύμα και ορισμένα βασικά αγαθά. Τα μέτρα αυτά ισχύουν μέχρι τον Μάρτιο του 2027.
Εδώ βρίσκεται μια ιδιαίτερα σημαντική παράμετρος. Η βελτίωση του δημοσιονομικού ισοζυγίου βασίζεται σε σημαντικό βαθμό στην υπόθεση ότι τα συγκεκριμένα μέτρα θα ολοκληρωθούν κανονικά. Αυτό όμως θα συμβεί σε μια περίοδο κατά την οποία το κόστος ζωής εξακολουθεί να αποτελεί σημαντική ανησυχία για τα νοικοκυριά και ενώ οι προεδρικές εκλογές θα απέχουν μόλις έντεκα μήνες. Επομένως, πρόκειται για μια υπόθεση που χρειάζεται να παρακολουθείται στενά, καθώς ενδέχεται να υπάρξουν πιέσεις για παράταση μέτρων στήριξης.
Ιδιαίτερη προσοχή χρειάζεται και στην παρουσίαση των κρατικών δαπανών. Στον βασικό πίνακα περιλαμβάνονται και οι αποπληρωμές δανείων, οι οποίες για το 2027 ανέρχονται σε περίπου €2,5 δισ. Οι αποπληρωμές όμως δεν αποτελούν, με την ίδια έννοια, κρατική δαπάνη όπως οι μισθοί, οι υπηρεσίες ή οι επενδύσεις. Η συμπερίληψή τους στο συνολικό ποσό μπορεί να δημιουργήσει λανθασμένη εικόνα για την πραγματική πορεία των δαπανών.
Αν αφαιρεθούν οι αποπληρωμές, οι πραγματικές δαπάνες αυξάνονται από περίπου €10,1 δισ. το 2025 σε €11,4 δισ. το 2026 και €11,9 δισ. το 2027, φτάνοντας περίπου €12,8 δισ. το 2029. Επομένως, η εικόνα που δημιουργείται από τη συνολική δαπάνη είναι διαφορετική από εκείνη που προκύπτει όταν εξετάσουμε τις δαπάνες που αφορούν πραγματικά τη λειτουργία του κράτους.
Ανάλογο ζήτημα υπάρχει και στον τρόπο με τον οποίο παρουσιάζονται οι αυξήσεις. Οι μεταβολές υπολογίζονται σε σχέση με τους εγκεκριμένους προϋπολογισμούς και όχι πάντοτε με βάση το ποσό που τελικά δαπανήθηκε. Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία στην Κύπρο, όπου διαχρονικά ένα μέρος των πιστώσεων που εγκρίνονται δεν χρησιμοποιείται.
Η διαφορά αυτή δεν είναι απλώς τεχνική λεπτομέρεια. Η χαμηλότερη από την προβλεπόμενη εκτέλεση των κρατικών δαπανών μπορεί να συμβάλλει στη δημιουργία υψηλότερου πλεονάσματος. Όταν το κράτος προϋπολογίζει να δαπανήσει ένα ποσό αλλά τελικά δαπανά λιγότερα, το αποτέλεσμα στα δημόσια οικονομικά είναι θετικό. Το ερώτημα είναι όμως αν αυτή η εξέλιξη αποτελεί συνειδητή δημοσιονομική επιλογή ή αν οφείλεται σε καθυστερήσεις και αδυναμία υλοποίησης των σχεδιαζόμενων δράσεων.
Μισθολογικό κόστος
Στο μισθολογικό κόστος εμφανίζεται επίσης μια ενδιαφέρουσα εικόνα. Για το 2027 προβλέπεται δαπάνη €3,75 δισ., με αύξηση μόλις 1,2%, ενώ το 2028 η δαπάνη αυξάνεται στα €4,01 δισ. Η εξέλιξη αυτή χρειάζεται να εξεταστεί υπό το φως της συμφωνίας για την ΑΤΑ, η οποία προβλέπει πλήρη επαναφορά της από την 1η Ιουλίου 2027, αλλά και των ετήσιων προσαυξήσεων και των νέων θέσεων στη Δημόσια Υπηρεσία. Με τα δεδομένα αυτά, η περιορισμένη αύξηση του μισθολογίου το 2027 δημιουργεί ερωτήματα ως προς το κατά πόσον μέρος του κόστους μεταφέρεται στο 2028.
Παράλληλα, η εικόνα για το μέγεθος της Δημόσιας Υπηρεσίας χρειάζεται να διαβαστεί προσεκτικά. Η αναφορά σε τρίτη συνεχή χρονιά μείωσης των θέσεων αφορά μόλις 51 θέσεις σε σύνολο περίπου 17.000. Από το 2012 ο αριθμός των εργαζομένων στη Δημόσια Υπηρεσία έχει μειωθεί, όμως την ίδια περίοδο η απασχόληση στην Εκπαίδευση έχει αυξηθεί σημαντικά. Συνολικά, η απασχόληση στους δύο αυτούς χώρους έχει αυξηθεί κατά περίπου 1.100 άτομα.
Την ίδια στιγμή, οι αποσπασμένοι στον ΟΚΥΠΥ, περίπου 3.800 άτομα, δεν παύουν να αποτελούν προσωπικό που χρηματοδοτείται από το κράτος, ακόμη και αν δεν εμφανίζονται με τον ίδιο τρόπο στους σχετικούς υπολογισμούς. Και ενώ ο αριθμός των θέσεων παρουσιάζεται συγκρατημένος, οι δαπάνες για συμβουλευτικές υπηρεσίες και έρευνες αυξάνονται σημαντικά, από €69,2 εκατ. το 2024 σε €156,1 εκατ. το 2027.
Στις λειτουργικές δαπάνες ξεχωρίζει η σημαντική αύξηση των κονδυλίων για άμυνα και αστυνόμευση, κατά περίπου €262 εκατ. σε σχέση με το προηγούμενο έτος. Στον αντίποδα, στο θέμα του νερού, η χώρα συνεχίζει να δαπανά σημαντικά ποσά για αγορά νερού, ενώ οι επενδύσεις σε υποδομές παραμένουν πολύ χαμηλότερες. Είναι ένα ζήτημα που δεν αφορά μόνο τον φετινό προϋπολογισμό, αλλά τον μακροπρόθεσμο σχεδιασμό της χώρας απέναντι στην αυξανόμενη λειψυδρία.
Στο σκέλος των εσόδων, οι εισπράξεις του Τμήματος Φορολογίας αυξήθηκαν κατά 5,7% στο επτάμηνο του 2026. Η αύξηση αυτή είναι χαμηλότερη από την ονομαστική αύξηση της οικονομίας, η οποία υπολογίζεται μεταξύ 6,5% και 7%. Αυτό σημαίνει ότι τα φορολογικά έσοδα δεν αυξάνονται με τον ίδιο ρυθμό με την οικονομική δραστηριότητα. Η εικόνα αυτή γίνεται ακόμη πιο εμφανής από τη μείωση των εισπράξεων από τον φόρο φυσικών προσώπων, ενώ η κατάργηση του χαρτοσήμου έχει οδηγήσει σε πολύ μεγάλη πτώση των σχετικών εσόδων.
Υπάρχει όμως και ένα θέμα που αφορά τη μελλοντική εικόνα των δημοσίων εσόδων. Η έκτακτη αμυντική εισφορά εμφανίζεται να αυξάνεται σημαντικά, στα €340,2 εκατ. Το μεγαλύτερο μέρος της αύξησης συνδέεται με το παλαιότερο φορολογικό καθεστώς και με κέρδη προηγούμενων ετών. Με τις αλλαγές που έχουν ήδη αποφασιστεί, η συγκεκριμένη πηγή εσόδων αναμένεται να περιοριστεί σταδιακά. Πρόκειται για μια εξέλιξη που θα πρέπει να ληφθεί υπόψη στον σχεδιασμό των επόμενων προϋπολογισμών, καθώς δεν αποτελεί μια μόνιμη πηγή εσόδων.