Τρύπιο το κυβερνητικό αφήγημα με τα «φθηνά» καύσιμα
Οι προβλέψεις για νέες αυξήσεις και η πραγματική επιβάρυνση στην τσέπη των πολιτών
Νέες πιέσεις στα νοικοκυριά προκαλεί η ανοδική πορεία των τιμών των καυσίμων στην Κύπρο, με τη διεθνή αβεβαιότητα να διατηρεί ανοικτό το ενδεχόμενο περαιτέρω αυξήσεων το επόμενο διάστημα.
Η σημαντική άνοδος των διεθνών τιμών των πετρελαιοειδών, οι γεωπολιτικές εξελίξεις στη Μέση Ανατολή, αλλά και το αυξημένο κόστος μεταφοράς και ασφάλισης φορτίων δημιουργούν ένα εξαιρετικά ρευστό σκηνικό, με τις επιπτώσεις να μεταφέρονται σταδιακά στις τιμές που πληρώνει ο Κύπριος καταναλωτής στην αντλία.
Η ίδια η Υπηρεσία Προστασίας Καταναλωτή επισημαίνει ότι η τελική τιμή των καυσίμων δεν καθορίζεται αποκλειστικά από την τιμή του αργού πετρελαίου. Στην εξίσωση μπαίνουν το κόστος αγοράς των προϊόντων, τα αποθέματα, η ασφάλιση, η μεταφορά και η αποθήκευση, το κόστος διανομής, η φορολογία, οι συνθήκες ανταγωνισμού αλλά και οι διεθνείς τιμές αναφοράς των πετρελαϊκών προϊόντων.
Η μεγάλη άνοδος μέσα στο 2026
Τα επίσημα στοιχεία αποτυπώνουν με σαφήνεια την επιβάρυνση που έχει ήδη δεχθεί ο καταναλωτής. Σύμφωνα με έρευνα της «Σ», η μέση τιμή της αμόλυβδης βενζίνης 95 οκτανίων στην Κύπρο ανέρχεται στο €1,594 το λίτρο, ενώ το πετρέλαιο κίνησης έφτασε στο €1,833 το λίτρο.
Η σύγκριση με την αρχή του έτους είναι ενδεικτική, καθώς τον Ιανουάριο η μέση τιμή της βενζίνης ήταν €1,323 και του πετρελαίου κίνησης €1,387. Δηλαδή, μέσα σε μερικούς μήνες η διαφορά ξεπέρασε τα 27 σεντ ανά λίτρο στη βενζίνη και τα 44 σεντ στο diesel, με σημαντικές διακυμάνσεις κατά τη διάρκεια της περιόδου.
Ιδιαίτερα αισθητή ήταν η επιβάρυνση τον Αύγουστο. Η μέση τιμή της βενζίνης διαμορφώθηκε στο €1,586 ανά λίτρο, αυξημένη κατά 10,1 σεντ ή 6,8% σε σύγκριση με τον Ιούλιο. Ακόμη μεγαλύτερη ήταν η αύξηση στο πετρέλαιο κίνησης, το οποίο έφθασε κατά μέσο όρο το €1,780, σημειώνοντας μηνιαία αύξηση 18,5 σεντ ή 11,6%.
Παράλληλα, συγκρίνοντας τις τιμές της 23ης Φεβρουαρίου με τον μέσο όρο των πρώτων τριών εβδομάδων του Αυγούστου, η βενζίνη στην Κύπρο αυξήθηκε κατά 27 σεντ ανά λίτρο και το πετρέλαιο κίνησης κατά 36 σεντ. Οι αντίστοιχες μέσες αυξήσεις στην ΕΕ ήταν 29 και 44 σεντ.
Ανοικτό το ενδεχόμενο νέων αυξήσεων
Το πρόβλημα για τους καταναλωτές είναι ότι δεν υπάρχουν ακόμη σαφείς ενδείξεις σταθεροποίησης.
Η διεθνής αγορά παραμένει ιδιαίτερα ευαίσθητη στις γεωπολιτικές εξελίξεις, ενώ οι μεταβολές στις διεθνείς τιμές δεν μεταφέρονται πάντοτε αμέσως στην κυπριακή αγορά.
Υπάρχει χρονική απόσταση μεταξύ της στιγμής κατά την οποία αγοράζεται ένα φορτίο, της μεταφοράς του στην Κύπρο, της αποθήκευσής του και τελικά της διάθεσής του στα πρατήρια. Αυτό σημαίνει ότι μέρος των διεθνών αυξήσεων μπορεί να εμφανιστεί στις αντλίες με καθυστέρηση.
Οι πρατηριούχοι έχουν επίσης προειδοποιήσει ότι οι πρόσφατες αυξήσεις στις διεθνείς αγορές δεν έχουν ακόμη περάσει στο σύνολό τους στην εγχώρια αγορά, καθώς οι εταιρείες δεν έχουν παραλάβει όλα τα φορτία που αγοράστηκαν στις υψηλότερες τιμές.
Συνεπώς, παρά το γεγονός ότι δεν μπορεί να προβλεφθεί με ασφάλεια το ακριβές ύψος ή ο χρόνος μιας νέας ανατίμησης, ο κίνδυνος περαιτέρω αυξήσεων παραμένει υπαρκτός.
Παράταση του μειωμένου φόρου μέχρι τον Νοέμβριο
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η Κυβέρνηση κινείται προς νέα παράταση του μειωμένου ειδικού φόρου κατανάλωσης στα καύσιμα.
Το υφιστάμενο μέτρο λήγει στις 17 Σεπτεμβρίου και εξασφαλίζει φορολογική ελάφρυνση 8,33 σεντ ανά λίτρο, συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ. Με τη ρύθμιση, ο ειδικός φόρος κατανάλωσης στη βενζίνη έχει μειωθεί από €0,429 σε €0,359 ανά λίτρο και στο πετρέλαιο κίνησης από €0,40 σε €0,33.
Εκπρόσωπος του Υπουργείου Οικονομικών ενημέρωσε την Κοινοβουλευτική Επιτροπή Ενέργειας ότι βρίσκεται στους σχεδιασμούς η παράταση του μέτρου μέχρι το τέλος Νοεμβρίου. Το σχετικό νομοσχέδιο έχει εγκριθεί από τον Υπουργό Οικονομικών και αναμένεται να οδηγηθεί στο Υπουργικό Συμβούλιο και ακολούθως στη Βουλή, ώστε η νέα περίοδος εφαρμογής να αρχίσει στις 18 Σεπτεμβρίου.
Ο Υπουργός Οικονομικών Μάκης Κεραυνός ανέφερε ότι η μείωση θα παραμείνει στο ίδιο επίπεδο, σημειώνοντας παράλληλα ότι οι εξελίξεις στις αγορές ενέργειας και στη Μέση Ανατολή μεταβάλλονται καθημερινά και επιβάλλουν συνεχή επαναξιολόγηση.
Το συνολικό όφελος για τους καταναλωτές από την υφιστάμενη περίοδο εφαρμογής του μέτρου έχει υπολογιστεί από το Υπουργείο Οικονομικών στα €15,5 εκατομμύρια.
Πού βρίσκεται η Κύπρος στην Ευρωπαϊκή Ένωση
Ένα από τα βασικά επιχειρήματα της Κυβέρνησης είναι ότι, παρά τις αυξήσεις, η Κύπρος εξακολουθεί να συγκαταλέγεται στις φθηνότερες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης όσον αφορά τις ονομαστικές τιμές των καυσίμων.
Τα επίσημα στοιχεία επιβεβαιώνουν σε σημαντικό βαθμό αυτήν την εικόνα, χρειάζονται όμως προσεκτική ανάγνωση.
Με βάση τα συγκεντρωτικά στοιχεία για τον Αύγουστο, η μέση τιμή της βενζίνης στην Κύπρο ήταν €1,476 ανά λίτρο έναντι €1,798 στην ΕΕ. Η Κύπρος βρισκόταν στην 3η θέση μεταξύ των φθηνότερων χωρών, πίσω από τη Μάλτα με €1,340 και τη Βουλγαρία με €1,409. Ακολουθούσαν η Πολωνία με €1,482, η Σουηδία με 1,536, η Σλοβενία και η Ισπανία με €1,546.
Στο πετρέλαιο κίνησης, ωστόσο, η εικόνα είναι διαφορετική. Η μέση τιμή της Κύπρου για το 2026 ανερχόταν σε €1,649 έναντι €1,843 στην ΕΕ, τοποθετώντας την Κύπρο στην 8η θέση μεταξύ των φθηνότερων κρατών-μελών.
Εξετάζοντας ειδικά την εβδομάδα της 24ης Αυγούστου, η Κύπρος παρέμενε 3η φθηνότερη στη βενζίνη και 8η φθηνότερη στο πετρέλαιο κίνησης, με τιμές €1,594 και €1,833 αντίστοιχα, έναντι €1,942 και €2,063 στην ΕΕ.
Άρα, η διαπίστωση ότι η Κύπρος βρίσκεται ανάμεσα στις χώρες με τις χαμηλότερες ονομαστικές τιμές είναι ορθή. Δεν σημαίνει όμως αυτομάτως ότι τα καύσιμα είναι «φθηνά» για τον Κύπριο καταναλωτή.
Το εισόδημα αλλάζει την εικόνα
Η σύγκριση αποκλειστικά και μόνο της τιμής ανά λίτρο μεταξύ των κρατών-μελών μπορεί να δημιουργήσει μια ελλιπή εικόνα για το πραγματικό βάρος που επωμίζεται κάθε νοικοκυριό, καθώς κρίσιμος παράγοντας είναι το εισόδημα.
Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία, ο μέσος ετήσιος μισθός πλήρους απασχόλησης στην ΕΕ ανερχόταν το 2024 στις €39.800. Στην ίδια ευρωπαϊκή αγορά υπάρχουν τεράστιες εισοδηματικές διαφορές, με το Λουξεμβούργο να βρίσκεται στις €83.000, τη Δανία στις €71.600 και την Ιρλανδία στις €61.100.
Στην Κύπρο, τα πιο πρόσφατα στοιχεία της Στατιστικής Υπηρεσίας δείχνουν ότι οι μέσες ακαθάριστες μηνιαίες απολαβές το πρώτο τρίμηνο του 2026 ήταν €2.601. Ακόμη πιο αποκαλυπτική είναι η κατανομή, αφού το 27,4% των Κύπριων εργαζομένων ελάμβαναν λιγότερα από €1.500 ακαθάριστα τον μήνα και το 45,2% βρίσκονταν μεταξύ €1.500 και €2.999.
Επομένως, μια τιμή €1,60 ή €1,80 ανά λίτρο δεν επιβαρύνει με τον ίδιο τρόπο έναν εργαζόμενο στην Κύπρο και έναν εργαζόμενο σε μία χώρα όπου οι απολαβές είναι πολλαπλάσιες.
Στην Κύπρο το αυτοκίνητο είναι ανάγκη
Υπάρχει όμως και μία δεύτερη παράμετρος, που δύσκολα μπορεί να αγνοηθεί σε οποιαδήποτε σύγκριση της Κύπρου με την υπόλοιπη Ευρώπη και δεν είναι άλλη από τις διαθέσιμες εναλλακτικές μετακίνησης.
Η Κύπρος δεν διαθέτει σιδηρόδρομο, μετρό ή τραμ. Οι επιλογές δημόσιων μεταφορών περιορίζονται ουσιαστικά στο λεωφορείο, ενώ σε μεγάλο μέρος του νησιού η καθημερινή μετάβαση στην εργασία, στο σχολείο ή σε άλλες υποχρεώσεις εξακολουθεί να προϋποθέτει τη χρήση ιδιωτικού οχήματος.
Τα στοιχεία της ΕΕ είναι ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, καθώς το 2024 το 85% του πληθυσμού της Κύπρου δήλωσαν ότι δεν χρησιμοποιούσαν καθόλου δημόσιες συγκοινωνίες, το υψηλότερο ποσοστό σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση. Ο αντίστοιχος μέσος όρος στην ΕΕ ήταν 50,6%.
Το συγκεκριμένο στοιχείο αλλάζει ουσιαστικά τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να αξιολογείται το κόστος των καυσίμων. Για έναν πολίτη μιας μεγάλης ευρωπαϊκής πόλης, η αύξηση της βενζίνης μπορεί υπό προϋποθέσεις να αντιμετωπιστεί με τη χρήση μετρό, τραμ, τρένου ή ενός ανεπτυγμένου δικτύου λεωφορείων. Για μεγάλο αριθμό Κυπρίων, η δυνατότητα αυτή είτε είναι περιορισμένη είτε πρακτικά δεν υπάρχει.
Φθηνή βενζίνη, ακριβή μετακίνηση
Ο Υπουργός Οικονομικών, Μάκης Κεραυνός, μιλώντας στο ΣΙΓΜΑ, επανέλαβε ότι η Κύπρος διατηρεί χαμηλότερη τιμή βενζίνης από τις περισσότερες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με εξαίρεση τη Βουλγαρία στη σύγκριση στην οποία αναφέρθηκε.
Η επισήμανση του Υπουργού στηρίζεται σε πραγματικά συγκριτικά δεδομένα. Ωστόσο, η χρήση της κατάταξης των ονομαστικών τιμών ως βασικού επιχειρήματος για το πόσο επιβαρύνεται ο πολίτης παραγνωρίζει δύο κρίσιμες παραμέτρους.
Πρώτον, την αγοραστική δύναμη και τους μισθούς. Το γεγονός ότι ένα λίτρο βενζίνης κοστίζει λιγότερο στην Κύπρο απ’ ό,τι στη Γερμανία, στη Δανία ή στην Ολλανδία δεν σημαίνει ότι είναι και οικονομικότερο για τον Κύπριο εργαζόμενο ως ποσοστό του διαθέσιμου εισοδήματός του.
Μια ουσιαστικότερη σύγκριση θα έπρεπε να εξετάζει πόσα λίτρα καυσίμου μπορεί να αγοράσει ένας μέσος εργαζόμενος με τον μισθό του και ποιο ποσοστό του μηνιαίου εισοδήματος απαιτείται για τις αναγκαίες μετακινήσεις.
Δεύτερον, την εξάρτηση της Κύπρου από το ιδιωτικό αυτοκίνητο. Σε μια χώρα χωρίς σιδηροδρομικό δίκτυο και όπου το 85% του πληθυσμού δεν χρησιμοποιούν δημόσιες συγκοινωνίες, το καύσιμο αποτελεί αναγκαία καθημερινή δαπάνη.
Γι’ αυτό και η συζήτηση για το εάν η Κύπρος είναι τρίτη, δεύτερη ή ακόμη και η φθηνότερη χώρα στην ΕΕ στην ονομαστική τιμή της βενζίνης δεν απαντά από μόνη της στο ουσιαστικό ερώτημα για το πόσο βαριά είναι η δαπάνη των καυσίμων για το κυπριακό νοικοκυριό.
Για να αποτυπωθεί η πραγματική κατάσταση χρειάζεται να συνυπολογιστούν το διαθέσιμο εισόδημα, η αγοραστική δύναμη, οι καθημερινές αποστάσεις που διανύουν οι εργαζόμενοι και κυρίως η απουσία πραγματικά ανταγωνιστικών εναλλακτικών μέσων μεταφοράς.
Διότι άλλο πράγμα είναι να έχει μια χώρα σχετικά χαμηλότερη τιμή καυσίμων στον ευρωπαϊκό πίνακα και άλλο να είναι πραγματικά χαμηλό το κόστος μετακίνησης για τους πολίτες της.